Δευτέρα, 30 Απριλίου 2007

Η Αθήνα ροκάρει, το κοινό απουσιάζει

Yπερπροσφορά σχημάτων και συναυλιών στην εναλλακτική σκηνή, αλλά η πρωτεύουσα αδυνατεί να τα απορροφήσει
Του Δημήτρη Ρηγόπουλου

Η Αθήνα δεν ξανάκουσε ποτέ τόσο πολύ (και τόσο καλό) ροκ. Ισως η λέξη «ροκ» είναι πολύ περιοριστική για την πληθώρα των μουσικών ειδών, των στυλ και των τάσεων που χαρακτηρίζουν την ακμαία εναλλακτική σκηνή της πρωτεύουσας. Νέα ονόματα ξεπηδούν διαρκώς, οι συναυλιακοί χώροι πολλαπλασιάζονται, στους τοίχους των Εξαρχείων και του Ψυρρή γίνεται μάχη για τις χειροποίητες αφίσες των live.
Θα έπρεπε να το περιμένουμε. Οι νέες τεχνολογίες έκαναν πολύ πιο εύκολη την υπόθεση «φτιάχνω μουσική» και το Ιντερνετ τη διάθεσή της. Είναι η γενιά του ΜySpace, αυτής της ανεξάντλητης διαδικτυακής δεξαμενής όπου ο καθένας από μας μπορεί να ανεβάσει τη μουσική του και εκατομμύρια να την ακούσουν. Πάντα, όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέφουμε στην οικονομία. Αν το ταλέντο περισσεύει, υπάρχει κοινό ικανό να απορροφήσει την τεράστια προσφορά;
Το «Vinyl Microstore» της Διδότου είναι κάτι πολύ περισσότερο από δισκάδικο. Ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία (VM Recordings), ραδιόφωνο στο Ιντερνετ (vmradio) και κυρίως αγαπημένο στέκι των ανθρώπων που εντάσσονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εναλλακτική μουσική σκηνή της Αθήνας, τροφοδοτεί και τροφοδοτείται απ’ αυτήν. Πολλά παιδιά φτάνουν ώς εδώ για να δώσουν το demo τους, ενώ τα τελευταία τρία χρόνια διοργανώνει τα Yuria, ένα ετήσιο φεστιβάλ που συγκεντρώνει πολλά από τα συγκροτήματα και τους μουσικούς της σκηνής. Ο Νεκτάριος Παππάς, «ψυχή» του μαγαζιού, έχει παρακολουθήσει το boom από πολύ κοντά. «Τα free press και το Ιντερνετ προετοίμασαν το έδαφος για ό,τι συμβαίνει σήμερα», εξηγεί. «Τα έντυπα έψαχναν φρέσκο υλικό και το πρόβαλλαν και το Ιντερνετ, μέσα από το MySpace, έγινε μία τεράστια κιβωτός όπου o καθένας μπορούσε να ανεβάσει τη μουσική του. Η ίδια η ψηφιακή τεχνολογία βοήθησε στο να παράγεται μουσική μ’ ένα πολύ πιο εύκολο τρόπο. Αναπτύχθηκε ένα νέο δίκτυο που κάνει ό,τι έκαναν τα φανζίν και τα μουσικά περιοδικά της δεκαετίας του ’80, με τη σημαντική διαφορά ότι το κάνει πολύ πιο γρήγορα. Αν πούμε ότι και παλιότερα υπήρχε κάτι ανάλογο, που δεν υπήρχε, δεν θα μπορούσαμε να το εντοπίσουμε, αφού δεν υπήρχε το Ιντερνετ».
Ενας κόσμος χωρίς cd
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Διαδικτύου πλήττει ευθέως τις δισκογραφικές, αυτό είναι γνωστό. Είναι ένα είδος γλυκιάς εκδίκησης για δεκάδες πιτσιρικάδες που δεν τις έχουν ανάγκη στο βαθμό τουλάχιστον που τις είχαν οι συνομήλικοί τους πριν από 10 ή 20 χρόνια. Ανεβάζουν τη μουσική τους στο MySpace, γίνονται γνωστοί στο MySpace. Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι τα περισσότερα συγκροτήματα δεν έχουν ηχογραφήσει ακόμα δίσκο χωρίς αυτό να είναι πρόβλημα.
«Σε 3-4 χρόνια η κυκλοφορία των cd θα γίνεται πολύ επιλεκτικά και θα απευθύνεται σ’ ένα περιορισμένο, ενημερωμένο και εξειδικευμένο κοινό. Το cd στο κοντινό μέλλον θα αντιμετωπίζεται σαν έργο τέχνης», επισημαίνει ο κ. Παππάς. Με ή χωρίς cd, η ελληνική σκηνή επιδεικνύει δυναμισμό που προσελκύει φανατικούς συλλέκτες και μεγάλες εταιρείες, άσχετες με τη μουσική. «Μόνο αυτή την εποχή βρίσκονται σε εξέλιξη πέντε διαφορετικοί μουσικοί διαγωνισμοί. Οι εταιρείες «μυρίστηκαν ψωμί» και σπεύδουν να αξιοποιήσουν την ιστορία για να στηρίξουν το προφίλ τους», λέει ο κ. Παππάς.
Το τέλος του cd, πάντως, πλήττει μία παραδοσιακή πηγή εσόδων. Οι μεταβατικές περίοδοι έχουν και τα στραβά τους. «Αν εξαιρέσει κανείς τις κυκλοφορίες της «Poeta Negra» και κάποιες μικρές ανεξάρτητες που καταφέρνουν να βρουν μαζική διανομή», λέει ο Τάσος Μπρεκουλάκης, «τα περισσότερα νέα ονόματα κυκλοφορούν demo χέρι-χέρι, χειροποίητες παραγωγές που υπάρχουν μόνο σε μετρημένα δισκάδικα του κέντρου και κυρίως στις δυο μεγάλες πόλεις. Οι δημιουργοί τους κυκλοφορούν τη μουσική μόνοι τους, στο MySpace, έχοντας άμεση επαφή με το κοινό τους, αλλά οι περισσότεροι περιορίζονται μόνο σε αυτό. Από την άλλη, δεν είναι θέμα μεγάλης εταιρείας και promotion, γιατί ούτε οι «Κορε Υδρο» πούλησαν τα νούμερα που αναμένονταν. Είναι δύσκολο να φτάσει κάποιο γκρουπ νούμερα της τάξης των 3.000 αντιτύπων. Για να τα ξεπεράσει είναι έως αδύνατο. Κυρίως, επειδή το συγκεκριμένο κοινό δεν αγοράζει cd πια, τα κατεβάζει. Ακούνε τα κομμάτια στο MySpace και τους αρκεί. Εχουν περάσει οι εποχές που υπήρχαν αγαπημένα γκρουπ και ήξερε κάποιος στίχους ή είχε ολόκληρη τη δισκογραφία τους, σήμερα με τόση υπερπληθώρα μουσικής ούτε προλαβαίνει κανείς να ακούσει κάτι πιο προσεκτικά, ούτε έχει τη διάθεση. Ο μουσικόφιλος που ακούει πάνω από είκοσι φορές το καινούργιο άλμπουμ που του αρέσει είναι είδος προς εξαφάνιση».
Το νέο mainstream;
Πίσω από τον Τάσο Μπρεκουλάκη κρύβεται το δημοφιλέστερο, ίσως, μουσικό ψευδώνυμο στην Ελλάδα. Το μπλογκ του είναι από τις πιο έγκυρες φωνές στο Ιντερνετ, μία καλόγουστη, αξιόπιστη δεξαμενή για τους φίλους της ξένης και της εγχώριας σκηνής που ο ίδιος υποστηρίζει με πάθος. Αναγνωρίζει ότι τα τελευταία δύο χρόνια «κάτι φαίνεται να κινείται στην ελληνική μουσική σκηνή», στο χώρο που μπορεί να ονομάσει κανείς «εναλλακτικό» και περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα, από ολόκληρο το φάσμα της ηλεκτρονικής μουσικής, μέχρι τις παρυφές του σκληρού ροκ και του θορύβου. Στην αρχή δειλά, σήμερα πιο μαζικά και οργανωμένα. «Εκεί που τα media αντιμετώπιζαν τους δημιουργούς της ως κάτι περιθωριακό και ήταν υπόθεση λίγων», λέει ο κ. Μπρεκουλάκης, «ξαφνικά άρχισαν να γίνονται θέμα στον Τύπο, και όχι μόνο στον μουσικό. Το MySpace γέμισε με γκρουπ και wannabe καλλιτέχνες, ένα μεγάλο μέρος των ελληνόφωνων μπλογκ ασχολείται μαζί τους σταθερά, με ολόκληρα κατεβατά αναλύσεων και καυστικών σχολίων, η ελληνική σκηνή συζητιέται».
Το ερώτημα όμως είναι: Πόσους αφορά στην πραγματικότητα όλη αυτή η ιστορία; Υπάρχει ένα ισχυρό αριθμητικά κοινό να στηρίξει την αθηναϊκή σκηνή; «Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μάλλον παραμένει υπόθεση των ελάχιστων και των υποψιασμένων. Ενώ υπάρχουν αρκετοί που βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο και πιστεύουν ότι το εναλλακτικό έχει περιθώρια να βγει από την αφάνεια και να γίνει το νέο mainstream, τα νούμερα τους διαψεύδουν και μάλλον καταλήγουν στο… μισοάδειο». Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν γκρουπ που παίζουν σε μικρούς χώρους όπως το Μικρό Μουσικό Θέατρο, το Bios, το Planet Music με μεγάλη επιτυχία.
Σχετική η επιτυχία
«Η λέξη “επιτυχία” είναι σχετική» τονίζει ο Τάσος Μπρεκουλάκης. «Είναι εύκολο να γεμίσει ένας χώρος 150 και 300 ατόμων μόνο από γνωστούς και φίλους. Οι μικροί χώροι δεν είναι κατάλληλοι για να τσεκάρεις το κοινό σου. Οι “The Callas”, για παράδειγμα, γεμίζουν το “Bios” με τα live-party με νέα γκρουπ, το ίδιο και οι “Zebra Tracks”, οι “Expert Medicine”, οι “Mary and The Boy”, οι “My Wet Calvine”, η Μόνικα. Ελάχιστοι θα μάζευαν περισσότερα από 200 άτομα, που φαίνεται τελικά ότι παρακολουθούν και στηρίζουν τα live». Αποτέλεσμα; Eπαιξαν στο «Gagarin» τρία από τα ονόματα της «Poeta Negra» που μαζεύουν από παντού πολύ καλά σχόλια και η προσέλευση ήταν ελάχιστη.
Τι φταίει λοιπόν; Ο Τάσος Μπρεκουλάκης προσθέτει μία διάσταση που λίγοι γνωρίζουν. «Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν αντιπάθειες για συγκεκριμένους χώρους. Μερικά ονόματα –κυρίως της electronica– λειτουργούν καλύτερα σε μικρά club. Το Gagarin που είναι μεγάλος χώρος, για παράδειγμα, κατεξοχήν ροκ, “βαμμένος”, σνομπάρεται από μεγάλο μέρος του electronica κοινού. Ετσι κι αλλιώς, είναι δύσκολο να πείσεις το κοινό να έρθει σε ένα live όπου ο καλλιτέχνης θα εμφανιστεί στη σκηνή με laptop για να παίξει τα ίδια περίπου που μπορεί να ακούσει και στον δίσκο του. Γιατί να δώσει ένας νεαρός τα 15 –ακόμα και τα 6 ή τα 10– ευρώ απ’ τη στιγμή που μπορεί να ακούσει τα κομμάτια στο σπίτι του – και μάλιστα τζάμπα; Ακόμα πιο δύσκολο είναι να βγάλεις απ’ το σπίτι του έναν computer freak, που κάθεται όλη μέρα μέσα φτιάχνοντας μουσική και βγαίνει μόνο για να συναντήσει τους φίλους του, κυρίως σε μικρά μπαρ. Ή να ακούσει έναν dj. Φτιάχνει μουσική, τη μοιράζεται, ετοιμάζει συνεργασίες, αλλά όλα καταλήγουν σε φαύλο κύκλο που δεν οδηγεί πουθενά».
Η υπερπροσφορά live «ξενέρωσε» το κοινό
Η υπερπροσφορά ευνοεί, λογικά, τις ζωντανές εμφανίσεις. Κι έτσι φαίνεται. Η live σκηνή της Αθήνας διαρκώς μεγαλώνει και σήμερα έχουμε ένα αξιοπρεπές δίκτυο μικρών συναυλιακών χώρων («Μικρό Μουσικό Θέατρο», «Bios», «Planet Music» κ.ά.) που συσπειρώνονται γύρω από το «Gararin 205» και το αειθαλές «Αν». Οι καλές ειδήσεις δεν είναι για όλους καλές. «Ξαφνικά η Αθήνα έγινε Λονδίνο, χωρίς να υπάρχει η ανάλογη ζήτηση», υποστηρίζει ο Τάσος Μπρεκουλάκης. «Αυτή η υπερπροσφορά το μόνο που κατάφερε να κάνει στο ελληνικό κοινό ήταν να το “ξενερώσει”. Η ικανοποίηση που έπαιρνες παλιότερα από το live, η γοητεία, έχει εξαφανιστεί».
Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, ο άνθρωπος που έστησε τον σημαντικότερο, σήμερα, συναυλιακό χώρο στην Αθήνα, το «Gagarin 205», παίζει τον δικηγόρο του διαβόλου. «Σίγουρα ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά είναι καλύτερος από τη μαζική κουλτούρα. Αλλά δεν μπορώ να μη δω την εισβολή του σκυλοπόπ, του τσιφτετελοπορνό, του σκυλορέιβ και του καψουροτράνς που έχει σαρώσει τα πάντα... Να μην ξεχάσω και τα χασμουρητά των εντέχνων, αυτοί είναι οι χειρότεροι απ’ όλους. Το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε μια νέα σκηνή, είναι ασφαλώς κάτι θετικό. Μιλάμε, παρ’ όλα αυτά, για μία συρρικνωμένη αγορά κι αυτό δεν μπορεί παρά να με ανησυχεί». Του ζητάμε να αποκωδικοποιήσει τη «συρρικνωμένη αγορά». «Είμαστε μία πόλη πέντε εκατομμυρίων που, ενώ συντηρεί δεκάδες σκυλάδικα, στηρίζει μετά βίας δύο–τρεις συναυλιακές σκηνές».
Σαν «χόμπι»
Για τον Νίκο Τριανταφυλλίδη υπάρχουν τρεις, βασικοί λόγοι. «Οι Ελληνες είμαστε ραγιάδες. Και η λεγόμενη εναλλακτική σκηνή βρίθει από ραγιάδες. Δεν θα πάμε στους δικούς μας. Προχθές, έπαιξαν πριν από τον Μαξ Ρίχτερ οι “Your Hand in Mine”, ένα πολύ καλό γκρουπ από τη Θεσσαλονίκη. Αν ήταν Γάλλοι, οι εγχώριοι φωστήρες θα τους είχαν αποθεώσει. Αλλά είχαν την “ατυχία” να γεννηθούν στη Θεσσαλονίκη».
Κι όμως φέτος το «Gagarin» δουλεύει πολύ με συναυλίες ελληνικών γκρουπ, και δουλεύει καλά. Οι «Μary and the Boy», οι «Μy Wet Calvin» και η Μόνικα έκοψαν σ’ ένα βράδυ 500 εισιτήρια, αριθμός απλησίαστος για άλλες, όχι πολύ μακρινές, εποχές. «Ναι, οι συναυλίες ήταν όλες επιτυχημένες. Θα είχαν, όμως, την ίδια επιτυχία αν το εισιτήριο κόστιζε περισσότερο από δύο εσπρέσο στο Σύνταγμα;» Ο Ν. Τριανταφυλλίδης επιμένει. «Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε την ντόπια σκηνή γιατί χωρίς ντόπια σκηνή δεν μπορούμε να σταθούμε ούτε εμείς οι ίδιοι». Ο Νεκτάριος Παππάς έχει την αίσθηση ότι ένα μεγάλο μέρος θα παραμείνει σε επίπεδο «χόμπι». «Και χωρίς οικονομική στήριξη, η δίψα του άλλου να κάνει μουσική και πολλών περισσότερων να ακούσουν μουσική, δεν θα σβήσει ποτέ».
[από τη χθεσινή Καθημερινή]