Πέμπτη, 12 Απριλίου 2007

σαβίνα

Απόγευμα Δευτέρας στο σπίτι της Σαβίνας Γιαννάτου. Απ’ το μπαλκόνι της βλέπει στέγες σπιτιών, μια κλειστή αυλή με ένα τεράστιο δέντρο που φτάνει μέχρι τον πέμπτο και στο βάθος το μαιευτήριο της Έλενας [«όταν η μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή ακούω τις φωνές απ’ τις γυναίκες που γεννάνε»!].
Έχει αρχίσει να σουρουπώνει, ο ουρανός έχει πάρει χρυσό χρώμα κι η φωτογράφος είναι ενθουσιασμένη. Ιδανικό φόντο, πράσινο και ώχρα, ιδανικό και το φως για τη φωτογράφηση, το μετράει και της λέει να βιαστούν γιατί κρατάει μόνο για 20 λεπτά. Μόλις τελειώνουν μας φτιάχνει πράσινο τσάι γιασεμί, μας κερνάει πάστα φλώρα και αράζουμε στο καθιστικό. Βιβλία και cd παντού, αρκετοί δίσκοι βινιλίου, οι τοίχοι γεμάτοι ράφια. Μου θυμίζει το δωμάτιό μου -πιο γεμάτο δε γίνεται. Κρυφοκοιτάζω το δίσκο στο πικάπ: τραγούδια της Θράκης, στο cd player παλιά σμυρναίικα. Μένει στην πλατεία Μαβίλη, της λέω ότι αυτή ήταν κάποτε η γειτονιά μου, απ’ το μπαλκόνι της προσπαθώ να εντοπίσω το σχολείο μου. Κλείνει το laptop που είναι ακουμπισμένα σε ένα αυτοσχέδιο γραφείο από χρωματιστά πλαστικά καφάσια και μας λέει ότι της αρέσει πολύ η πλατεία πια, ειδικά τη νύχτα, «είναι καταπληκτικό που είναι ζωντανή ακόμα και στις 5 το πρωί, βγαίνεις στο δρόμο και μπορείς να δεις κόσμο».
Μιλάμε για τους ξένους που αγνοούν τι σημαίνει μπαρόκ, τους ιμπρεσιονιστές και τις επιρροές της.
«Οι άγγλοι που δεν ξέρουν μου είχαν πει ότι επηρεάστηκα απ’ τους ιμπρεσιονιστές, εδώ όταν βγήκε ο πρώτος μου δίσκος όλοι μου είπαν ότι με έχει επηρεάσει η Λένα Πλάτωνος». Την έχει πραγματικά επηρεάσει η Λένα Πλάτωνος. Πολύ μάλιστα. Δεν το αρνείται κι η ίδια. «Η Λένα ήταν επηρεασμένη απ’ τους ιμπρεσιονιστές, άρα η αναφορά ήταν κατευθείαν εκεί», λέει.
Σχολιάζουμε το δίσκο που ετοιμάζει εδώ και ένα χρόνο η Λένα με το Βασιλικό, «είναι δύσκολα τα πράγματα με τις δισκογραφικές» λέει, «δεν ξέρω πού σκαλώνει, θα έπρεπε να είχε βγει εδώ και καιρό».
Η τελευταία συνεργασία τους ήταν πριν από δέκα χρόνια με τις «Αναπνοές», τη ρωτάω αν θα ήθελε να κάνει πάλι κάτι μαζί της, «φυσικά», απαντά, «πολύ θα το ήθελα. Μαζί της ξεκίνησα να τραγουδάω, ήμουν 13 χρονών κοριτσάκι, η Λένα 20. Είχαμε γράψει από ένα τραγούδι η καθεμία και τα πήγαμε σε εταιρία για να βγάλουμε δίσκο. Φυσικά μας έδιωξαν χωρίς να μας δώσουν σημασία, μας είχαν κάνει παρατήρηση για τον αγγλικό στίχο» -αν θέλεις να πετύχεις στην Ελλάδα οφείλεις να τραγουδάς στα ελληνικά.
Η Σαβίνα Γιαννάτου είναι από τους λίγους Έλληνες καλλιτέχνες που μπορούν να μιλήσουν για πραγματική «διεθνή καριέρα». Οι δίσκοι της κυκλοφορούν από την ECM, έχει εμφανιστεί σε ολόκληρο τον κόσμο, πουλάει στο εξωτερικό, έχει ανέβει ψηλά σε ξένα charts, τα τραγούδια της ακούγονται στα ξένα ραδιόφωνα, οι κριτικές που έχει πάρει για τα άλμπουμ και τις εμφανίσεις της είναι διθυραμβικές.
Τη ρωτάω αν είναι ικανοποιημένη από την προβολή των ελληνικών media, αν η «αναγνώριση» στην Ελλάδα είναι ανάλογη όλων αυτών που έχει πετύχει. Εκτός από την διεθνή πορεία της η Σαβίνα είναι η φωνή του Σαμποτάζ, των μελοποιημένων τραγουδιών του Καρυωτάκη, του ’62 του Χατζιδάκι, όλα σε συνεργασία με την Πλάτωνος. Τραγούδησε και στη Λιλιπούπολη. Και μόνα τους αυτά θα αρκούσαν για να χαρακτηρίζουν κάποιον καλλιτέχνη για μια ζωή. Ωστόσο, για τη Σαβίνα αυτό ήταν μόνο το ξεκίνημα.
«Δεν έχω παράπονο από τον Τύπο, όταν έχω κάτι καινούργιο ασχολούνται μαζί μου. Οι εφημερίδες κυρίως». Και η τηλεόραση; Τι κάνει η τηλεόραση; Βλέπεις όλες τις σαβούρες και τις wannabe international στάρλετ απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, η Μπίλιω [που υποτίθεται ότι έχει την τελευταία εκπομπή που αντιστέκεται] καλεί την Κοκκίνου, ενώ η Γιαννάτου δεν έχει θέση στο μπουρδέλο που λέγεται ελληνική τηλεόραση.
«Ήταν συμπαθητική η Κοκκίνου», μου λέει -και φυσικά δεν φταίει αυτή ούτε για την κατάσταση της τηλεόρασης, ούτε για το ότι την κάλεσε η Μπίλιω.
«Πριν από μερικές μέρες είχε καλεσμένο το Μαργαρίτη. Δεν ξέρω με ποια λογική χάθηκαν οι καλές εκπομπές από την τηλεόραση. Ξέρω όμως ότι συμβαίνει. Ακόμα και το επίπεδο της ΕΡΤ έχει πέσει τελευταία. Κανείς δεν προβάλλει τα νέα πράγματα, στην Ελλάδα ο διαφορετικός δεν έχει θέση». Εκτός κι αν είναι σούργελο. Ή γραφικός. Ή νούμερο. Ή φέρνει νούμερα τηλεθέασης.
Σε πρωινή εκπομπή θα πήγαινες αν σε καλούσαν;
Δεν μπορώ να πάω. Όχι γιατί σνομπάρω τις εκπομπές, απλά δεν έχω θέση εκεί. Δεν είναι ότι δεν ενδιαφέρει εμένα. Το κοινό που παρακολουθεί δεν θα το ενδιαφέρει αυτό που κάνω. Αισθάνομαι ότι πάει στράφι αυτό που δείχνεις. Θα μπορούσα να πω δυο τραγούδια και να τελειώνω, υπάρχουν όμως πράγματα που στην τηλεόραση όπως είναι σήμερα, περνάνε και χάνονται. Ακόμα και απ’ το «2» που ήταν τόσο πετυχημένο και το είδε τόσος πολύς «ανίδεος» κόσμος, αν παίξεις απόσπασμά του δίπλα σε κάτι άσχετο μπορεί να το αναιρέσει.
Ξεκίνησες ως έντεχνη τραγουδίστρια, θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου έντεχνη και σήμερα; Δεν είναι λίγο παρεξηγημένη η έννοια πια [κλάψες μιζέρια, τα εφτά κακά της μοίρας μας];
Εξακολουθώ να είμαι έντεχνη τραγουδίστρια, η φωνή μου δεν είναι παραδοσιακή. Παρόλο που έχω κάνει –και κάνω- τόσα πολλά, το ηχόχρωμά μου ανήκει στο έντεχνο τραγούδι. Το έντεχνο με την παλιά έννοια, όχι το έντεχνο λαϊκό. Μου αρέσει να αλλάζω ηχοχρώματα και να μιμούμαι, πολλές φορές δεν αναγνωρίζω κι εγώ η ίδια τον εαυτό μου.
Μιλάμε για την free jazz, την ποίηση και τα ρίσκα που παίρνεις όταν επιχειρείς να τη μελοποιήσεις.
«Η free jazz είναι σε μεγάλη πτώση. Δυστυχώς. Υπάρχει ένα είδος εγκλωβισμού αυτή τη στιγμή. Πήγα σε ένα φεστιβάλ στο Μέρτς στη Γερμανία πρόσφατα-ένα κατεξοχήν free jazz και jazz φεστιβάλ- και την είχαν σε μια τέντα μικρή, με σβησμένο το φως, δεν έβλεπες απολύτως τίποτα. Είναι απαραίτητο να βλέπεις τους μουσικούς να εκφράζονται όταν παίζουν ζωντανά, διαφορετικά τους ακούς και στο δίσκο. Όλοι οι άλλοι ήταν σε μεγάλες τέντες, με φώτα. Στις jazz σκηνές έχουν αρχίσει και βάζουν πια world γκρουπ για να μπορέσει να υπάρξει η jazz. Είναι πάρα πολύ δυσάρεστο που οδηγούνται εκεί τα πράγματα».
«Είναι δύσκολο να μελοποιήσεις ποίηση –εξαρτάται βέβαια και ποιος είσαι. Δεν μελοποιείς ποίημα προσπαθώντας να το καλουπώσεις, προσπαθείς να βάλεις μουσική στο λόγο και πρέπει πρώτα απ’ όλα να τον ακούς και να τον σέβεσαι. Οτιδήποτε μπορεί να μελοποιηθεί: ένα ημερολόγιο, τα κείμενα μιας εφημερίδας, αρκεί να σε ενδιαφέρει η μελωδία της ομιλίας».
εδώ μέρος της συνέντευξης.
[φωτο Σκεύη Ερωτοκρίτου]