Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2007

αννα-θεμα την ώρα

Στον πάτο της εικόνας
Την πλάνεψε η ντόλτσε βίτα, αυτή που λεν ζωή γλυκιά... Ποιο είναι όμως το ηθικό δίδαγμα από το άδοξο τέλος της Anna Nicole Smith;
Τη θυμάμαι στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 να τελειώνει μόνη της, ως απόλυτη φουσκωτή playmate, το «παραμύθι» με τις κομψές και μπλαζέ μοντέλες, απενοχοποιώντας την εύκολη, τη «φανταρίστικη» κάβλα, με τις ανεξέλεγκτες βυζάρες και τις ψευτο-Μέριλιν ναζιάρικες πόζες της. Η χυμώδης ανερμάτιστη ξανθιά που ξεχειλίζει από σεξουαλικότητα αλλά είναι και δυνάμει έρμαιο των αυτοκαταστροφικών της τάσεων. Τη θυμάμαι όμως και στο «κυριλέ» βίντεο κλιπ της διασκευής του Will You Still Love Me Tomorrow από τον Bryan Ferry, λίγο πριν γίνει white trash σύμβολο και επίσημη «ένοχη απόλαυση» (η μητέρα όλων των ευφημισμών) της Αμερικής. Και αμέσως μετά, η πανηγυρική ενσάρκωση της εμβληματικής χαζογκόμενας (πλην όμως «υπολογίστριας») που μας κοροϊδεύει στα μούτρα δηλώνοντας ότι δεν παντρεύτηκε τον εμβληματικό πολυεκατομμυριούχο γερομπισμπίκη για τα λεφτά του. Κι όταν, ένα χρόνο μετά, ο παλιόγερος τα κόρδωσε, όλος ο πλανήτης (ή σχεδόν) την καταράστηκε από τη ζήλια του, οικτίροντάς την με τη φωνή της νόνας μου: «αυτή παιδάκι μου θα έχει κακό τέλος, να το δεις!» Πήγαινε γυρεύοντας κι αυτή με τα ναρκωτικά και τις κραιπάλες, κι έτσι πριν μερικές μέρες –λίγους μήνες μόνο μετά το θάνατο του εικοσάχρονου γιου της– η Anna Nicole Smith πέθανε «αιφνιδίως» στη Φλόριντα, εκπληρώνοντας την ετυμηγορία του κοινού. Έλαχε και πολύ κοντά στη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου το τέλος της, σαν πικρή παραβολή με ηθικό δίδαγμα, το οποίο όμως ποιο ακριβώς είναι; Τα χρήματα δεν κάνουν την ευτυχία; Τα ναρκωτικά θέλουν ρέγουλο; Δεν πρέπει να παντρευόμαστε για τα λεφτά; Εδώ γελάνε, ειδικά αν σκεφτείς ότι δεν έχουμε καν αντίστοιχο θηλυκό όρο για τον «προικοθήρα». Και δεν υπάρχει επειδή προφανώς είναι δεδομένο στην κουλτούρα μας, και όχι μόνο, ότι οι γυναίκες έχουν δικαίωμα να παντρεύονται διεκδικώντας αποκλειστικά «ασφάλεια», δηλαδή λεφτά…
Κατά μια έννοια, το πρώην showgirl που δεν πρόλαβε να κλείσει τα 40 είχε γίνει αντικείμενο χλευασμού επειδή ακριβώς θύμιζε, τόσο στις γυναίκες όσο και στους άντρες, κάποιες βαθιές ψυχολογικές και βιολογικές τάσεις που ήθελαν να ξορκίσουν όταν σκέφτονταν τον ιδανικό εαυτό τους («εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ με κάποιον για να εξασφαλιστώ» ή «εγώ δε θα πήγαινα με κάποια που θα με ήθελε μόνο για τα λεφτά ή τις γνωριμίες μου»). Όπως ήταν φυσικό, οι περισσότερες «νεκρολογίες» ήταν εξαιρετικά αμήχανες –σε συνδυασμό μάλιστα με το σίριαλ για την πατρότητα του μωρού-«κληρονόμου» της, που ξέσπασε μετά το μοιραίο–, ειδικά από τα «σοβαρά» έντυπα. Ήταν απ’ αυτούς τους θανάτους τύπου «Πάντα θα θυμάμαι τι έκανα τη μέρα που πέθανε η Anna Nicole Smith», ήταν η επικεφαλίδα σε κάποιο ειδησεογραφικό site. Φαντάσου τραύμα τα παιδάκια που θα είδαν στην τηλεόραση τα ρεπορτάζ σεξ, βίας, παρακμής και ατέλειωτων νομικών αντεγκλήσεων, σκέφτηκα προσπαθώντας να θυμηθώ τους πιο παλιούς «δημόσιους» θανάτους επωνύμων που είχα βιώσει ως μικρός τηλεθεατής (πρέπει να ήταν την ίδια χρονιά ο Τζον Λένον και ο Τζο Ντασέν, και οι δύο χαμένοι στην ίδια περίπου ηλικία με την Anna Nicole Smith).
Το πιο παράξενο συναφές άρθρο απ’ όσα είδα, ήταν μια κάπως μισοψημένη φιλοσοφική ελεγεία στη Washington Post, που έκανε κάποιους πολύ λυρικούς παραλληλισμούς της εκλιπούσης με τις παλλακίδες στους πίνακες του Καραβάτζιο ή ακόμα και με την Οντέτ του Προυστ (!). Άλλοι καιροί, άλλα ήθη, που λένε… Επιστρέφοντας στη νηφαλιότητα, πάντως, ο αρθρογράφος της «έγκριτης εφημερίδας» επισήμανε ότι η Anna Nicole υπήρξε μια ζωντανή υπενθύμιση της σύγχρονης οικονομίας «σεξουαλικής συναλλαγής» που βιώνουμε, ένα νταραβέρι που γίνεται καθημερινά μπροστά στα μάτια μας κι εμείς απλά υποκρινόμαστε ότι δε συμβαίνει…
Μέσα σ’ όλο αυτό το βαρύ και νοσηρό σκηνικό, ευτυχώς υπήρξε και το κωμικό «λάιτ μοτίφ» αυτού του «πρίγκιπα»-ζιγκολό που μπήκε σφήνα ανάμεσα στο δικηγόρο και το φωτογράφο για να διεκδικήσει κι αυτός την πατρότητα του μόλις τριών μηνών βρέφους. Η πλάκα είναι ότι πρόκειται για το σύζυγο της 90χρονης Ζα Ζα Γκαμπόρ, η οποία στα νιάτα της έτρωγε τους πλούσιους λιγούρηδες για πρωινό. Οι παλιές καραβάνες ήξεραν τον τρόπο να είναι αειθαλείς και κορακοζώητες. Ή απλά διέθεταν πολύ πιο γερή κράση…
[Πολιτάκης. power. από εδώ]