Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2007

blaine raininger

«State of Grace» στην Αθήνα
Μόνιμος κάτοικος Αθηνών εδώ και χρόνια, ο «Αμερικανός με την ευρωπαϊκή ψυχή» αφηγείται την κινηματογραφική του πορεία, λίγο πριν την επερχόμενη συναυλία των θρυλικών Τuxedomoon.
Μεγάλωσα στην πόλη που γεννήθηκα, το Pueblo, μια κωμόπολη με 100 χιλιάδες κατοίκους, τρίτη σε μέγεθος πόλη του Κολοράντο. Αυτό που έχω σαν εικόνα είναι το αχανές και άδειο τοπίο, τα βουνά σε απόσταση, και η μικρή παραμεθόρια πόλη στριμωγμένη στο λιβάδι. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα την ακατανίκητη τάση να πάω κάπου αλλού, σε μέρη που ζούσαν περισσότεροι άνθρωποι και γίνονταν περισσότερα πράγματα. Θυμάμαι που καθόμουν σε μια μικρή σπηλιά, με την αίσθηση ότι ήταν κάτι περισσότερο αστικό από το γυμνό τοπίο γύρω μου. Αναζητούσα απόηχους από τη βικτωριανή αρχιτεκτονική των σιδηροδρομικών σταθμών του 19ου αιώνα, που έπαιρνε φευγαλέα το μάτι μου στο σκηνικό ταινιών. Από πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Σικάγο ή το Παρίσι, που τις συνέκρινα με του Pueblo, με την αίσθηση ότι είχα ζήσει κάποτε σε παρόμοιους χώρους.
Θα μπορούσα να πω ότι η μουσική έψαξε και με βρήκε. Δε νομίζω ότι είχα και μεγάλα περιθώρια επιλογής. Από πολύ μικρός είχα την εντύπωση ότι γνώριζα πράγματα γι’ αυτή. Έλαβα ένα πλαστικό βιολί στα γενέθλιά μου και ήμουν βέβαιος ότι ήδη ήξερα πώς να παίξω. Όταν ήμουν τεσσάρων, κάθισα σε ένα πιάνο με τη σιγουριά ότι μπορούσα να παίξω το κομμάτι της παρτιτούρας. Δεν είχα ιδέα πώς να διαβάζω μουσική, φυσικά. Νομίζω ότι τελικά έπαιξα τη μελωδία, μετά από μερικές ώρες δοκιμών. Αργότερα, στα 6, άρχισα να τραγουδάω στη σκηνή, και στα 9 ξεκίνησα το βιολί. Ήμουν προορισμένος γι’ αυτό.
Υπάρχει κάτι περίεργο με το Σαν Φρανσίσκο. Δεν ξέρω πού οφείλεται. Ίσως στο ότι είναι μια τόσο όμορφη πόλη, ή εξαιτίας της ιστορίας της χρυσοθηρίας και της παραδοσιακής ανεκτικότητας των ανθρώπων, οι οποίοι δεν φαίνεται να ταιριάζουν πουθενά αλλού. Ίσως να είναι το κλίμα της. Όποια κι αν είναι η αιτία, φαίνεται ότι κάθε δέκα χρόνια περίπου εμφανίζεται μια στιγμή που αλλάζει για πάντα όσους τη ζήσουν, και τους γεμίζει με το αίσθημα ότι ζουν σε μια πραγματικά ξεχωριστή εποχή. Τα τέλη των 50s με τους μπίτνικς και τους ποιητές του North Beach, τα τέλη των 60s με το «Καλοκαίρι της Αγάπης», τα τέλη των 70s με τους πανκ, τους νεο-σουρεαλιστές, ακόμα και την Art-Police – όλα αυτά ήταν τέτοιες στιγμές, που χάθηκαν πριν τις πάρει κανείς είδηση. Θεωρώ τον εαυτό μου προνομιούχο που έζησα στο Σαν Φρανσίσκο μια τέτοια «στιγμή». Φαινόταν να είναι γεμάτο με ιδιοφυΐες, και η σκηνή που ξεπρόβαλλε γύρω από περιοχές όπως το Mabuhay Gardens και το Deaf Club θύμιζε το Παρίσι, την εποχή που ο Toulouse Lautrec και ο Gauguin συναντούσαν ο ένας τον άλλο στα καφέ της Μονμάρτρης. Αισθανόμασταν κυριευμένοι από κάποιον δαίμονα –ή κάποιον θεό– και δημιουργούσαμε σε «κατάσταση χάριτος». Μόνο έτσι μπορώ να την ονομάσω.
Τους Tuxedomoon τους εγκατέλειψα για τους κλισέ λόγους που αφήνει κάποιος ένα γκρουπ και αναζητεί μια σόλο καριέρα: «Μουσικές διαφορές». Η επανένωσή μας έγινε στο θέατρο του Λυκαβηττού το 1997. Σκεφτήκαμε να ξαναδουλέψουμε μαζί, και, πραγματικά, ηχογραφήσαμε και περιοδεύσαμε πριν από δέκα χρόνια, και συνεχίζουμε μέχρι σήμερα.
Υποθέτω ότι αυτό που έχει πάρει η μοντέρνα μουσική από μας είναι η χρήση των ηλεκτρονικών κρουστών και των κλασικών synths όπως το tb 303 και το 808 (που είναι πρώιμα είδη drum machines), και οι επιρροές μας από άλλα πεδία σύγχρονης τέχνης όπως η visual art, οι –ευδιάκριτες– τάσεις των ντανταϊστών και των σουρεαλιστών. Αν πάντως πετύχεις ένα νέο γκρουπ που επιμένει να ντύνεται στα μαύρα και να χρησιμοποιεί βιολί και συνθεσάιζερ στο πρόγραμμά του, τότε είναι πολλές οι πιθανότητες να έχει επηρεαστεί από εμάς.
Έφυγα από την Αμερική το 1980, χωρίς πραγματικά σχέδια επιστροφής. Ο Ρόναλντ Ρίγκαν είχε μόλις εκλεγεί πρόεδρος, και σκέφτηκα ότι η Αμερική υπό τη στάμπα του φασισμού δεν ήταν τόπος για μένα. Οι Tuxedomoon τα πήγαιναν άλλωστε πολύ καλύτερα στην Ευρώπη, έβγαζαν περισσότερα χρήματα και είχαν μεγαλύτερο σεβασμό και αποδοχή εδώ απ’ ό,τι θα είχαν ποτέ στην Αμερική. Η μια συναυλία ακολουθούσε την άλλη, και πριν καλά καλά καταλάβουμε τι μας συνέβαινε, είχαμε όλοι διαμερίσματα στις Βρυξέλλες. Έμεινα εκεί 18 χρόνια. Η ζωή μου στις Βρυξέλλες είναι μια μεγάλη και δύσκολη ιστορία.
Στη δεκαετία του ’90 δούλεψα σε πολύ στενή επαφή με το σκηνοθέτη Νίκο Τριανταφυλλίδη, έγραψα μουσική και έπαιξα στις ταινίες του. Όταν έγινε προφανές ότι έπρεπε να αφήσω τις Βρυξέλλες, η Αθήνα ήταν η πιο λογική επιλογή. Οι συνθήκες, άλλωστε, συνωμότησαν για να με κρατήσουν εδώ. Οι άνθρωποι φαινόταν ότι με συμπαθούσαν και με σέβονταν, βρήκα δουλειά με ποικιλία και μεγάλο ενδιαφέρον, κυρίως όμως απόκτησα ένα γιο με Ελληνίδα, με την οποία έχω πια χωρίσει. Ζουν και οι δυο στην Αθήνα, έτσι πρέπει να μένω κοντά τους για πάντα.
Η Αθήνα θα είναι πάντα ξεχωριστή, ακόμα και μόνο για το ρόλο της στην ιστορία του δυτικού κόσμου. Μου αρέσει να κάθομαι σε μερικές πλατείες της και να παρακολουθώ τις εκπληκτικά σέξι Ελληνίδες να περνούν. Δεν νομίζω ότι θα συνηθίσω ποτέ το πόσο δυνατά μιλούν οι άνθρωποι, το ότι ακούγονται συνέχεια λες και καβγαδίζουν, ενώ απλώς συζητούν. Δεν θα συνηθίσω ποτέ το γεγονός ότι δεν υπάρχει «προσωπικός χώρος» στην κουλτούρα του Έλληνα. Οι άνθρωποι δεν φαίνονται να ενοχλούνται όταν πέφτεις πάνω τους ή όταν τους αγγίζεις, ενώ οι Αμερικανοί ή οι άλλοι Ευρωπαίοι κρατάνε μεγάλες αποστάσεις, για να μην τους ακουμπήσουν ξένοι σε δημόσιο χώρο. Πάντα κοπανάω αγκωνιές ενστικτωδώς σε ανθρώπους που βρίσκονται πίσω μου, γιατί δεν περιμένω να είναι κάποιος τόσο κοντά μου.
Το Σαν Φρανσίσκο είναι μικρή πόλη. Δεν έχει καμία σχέση με την τεράστια, δύσοσμη, μολυσμένη και πολυάνθρωπη πόλη που είναι η Αθήνα. Μερικές φορές το φως του ήλιου πάνω στα άσπρα κτίρια και ο «σπαραξικάρδιος» γαλάζιος ουρανός μού θυμίζουν το Σαν Φρανσίσκο. Αν πρέπει να τη συγκρίνω με κάποια άλλη πόλη, η Αθήνα μοιάζει με το Λος Άντζελες. Περισσότερο από όσο οι Έλληνες μπορούν να ξέρουν.
Τίποτα δεν μου λείπει από την Αμερική. Ίσως μόνο τα αγγλόφωνα βιβλιοπωλεία. Ίσως και το σύστημα των τηλεφώνων. Δεν ξέρω πολλά για τη μοντέρνα Αμερική, έχω ζήσει τη μισή ζωή μου στην Ευρώπη, 27 χρόνια.
Η αγαπημένη μου περιοχή στην πόλη είναι γύρω από το Μοναστηράκι, ο Κεραμεικός, το αρχαίο κέντρο. Λατρεύω να περιπλανιέμαι με το ποδήλατό μου εκεί γύρω, πίσω από την Ακρόπολη, στου Φιλοπάππου. Υπάρχουν μερικές αληθινά υπέροχες ταβέρνες στα πιο απίθανα μέρη της Αθήνας. Δεν πηγαίνω σε μπαρ, ωστόσο. Περνάω την ώρα μου σε εξερευνήσεις με το ποδήλατό μου.
Ζω στους Αμπελόκηπους, στην Πανόρμου, σε μια περιοχή που είναι πολύ «γειτονιά». Μου αρέσει η μεγάλη λαϊκή του Σαββάτου στους Αμπελόκηπους, όλα τα σινεμά της περιοχής, τα μαγαζιά των Φιλιππινέζων όπου μπορώ να αγοράσω κινέζικα υλικά για τη μαγειρική μου. Το καλύτερο σουβλάκι της Αθήνας είναι πίσω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στην Πανόρμου.
Έχω πολλούς Έλληνες φίλους· οι περισσότεροι ασχολούνται με το θέατρο, τη μουσική και τις τέχνες. Είμαι επίσης τρελά ερωτευμένος με μία αθηναία ηθοποιό, τη Μαρία Πανουργιά. Είναι το φως της ζωής μου τα τελευταία τρία χρόνια.
Έχω ακούσει κάθε είδους ελληνικής μουσικής, έχω όμως την τάση να προτιμώ τα πιο παραδοσιακά. Δεν μου αρέσει το σκυλάδικο. Είχα την τύχη να συμμετάσχω σε μια σειρά συναυλιών για τον Μάνο Χατζιδάκι στο Zoom στην Πλάκα –μαζί με την Έλλη Πασπαλά και τον David Lynch–, και κόλλησα με τη μουσική του. Έχω γνωρίσει πολλές καινούριες ελληνικές μπάντες στο MySpace, υπάρχει πραγματικά μια σκηνή σε αναβρασμό που αρχίζει να ξεπροβάλλει αυτή τη στιγμή. Όχι μόνο στην Αθήνα. Τα ονόματα που εμφανίστηκαν τη βραδιά της απονομής των βραβείων στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν όλα πολύ ενδιαφέροντα, για παράδειγμα.
Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος, έχω μια πολύ καλή ζωή αυτό τον καιρό. Σκοπεύω να συνεχίσω να τη ζω.
Oι Tuxedomoon θα εμφανιστούν μαζί με τους drog_A_tek στο gagarin 205 στις 27 του μήνα. mhulot@dyodeka.gr