Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2006

m.hulot takes his friends to m.hulot


Δεν ξέρω αν το Mon Oncle είναι η καλύτερη ταινία του Jacques Tati. Ίσως ο παγερός, αποστειρωμένος κόσμος που δημιουργεί στην φουτουριστική πολιτεία του Playtime να ήταν η απόλυτη δημιουργία του, ίσως οι διακοπές του κυρίου Ιλό με το slapstick χιούμορ και τα ξεκαρδιστικά gags να ήταν πιο διασκεδαστικό, το Mon Oncle όμως παραμένει η πιο αγαπημένη μου απ’ τις ταινίες του. Ο κύριος Ιλό είναι ένας απίθανος τύπος. Αστείος με έναν τελείως ιδιαίτερο τρόπο, αδέξιος, αθώος κι αξιολάτρευτος, γκαφαδόρος, σπέρνει την καταστροφή χωρίς να το πάρει καν είδηση, είναι εκείνος ο απερίγραπτος τύπος που ενώ καταρρέει ο κόσμος γύρω του αυτός ξεσκονίζει το παπούτσι του. Ή κοιτάζει το φεγγάρι. Όλοι ξέρουν ότι είναι αστείος, εκτός απ’ τον ίδιο. Αθεράπευτα ρομαντικός [ούτε αυτό το γνωρίζει], ευγενικός, μια φιγούρα που σου προκαλεί γέλιο και συμπάθεια, ψηλός, αδύνατος, με καπαρντίνα και καπέλο, μοιάζει σα να ξεπήδησε από κόμιξ.
Στο Mon Oncle ο κύριος Ιλό είναι βασικά ο θείος του Gerard, του πιτσιρικά γιου της οικογένειας Arpel, ο οποίος μεγαλώνει μέσα σε ένα υπερμοντέρνο περιβάλλον, όπου έχουν κηρύξει πόλεμο στη σκόνη και τη ζωή τους καταδυναστεύουν τα μαραφέτια της τεχνολογίας. Τα οποία, σημειωτέον, τα έχουν περισσότερο για επίδειξη, τα πιο πολλά είναι άχρηστα, γιατί δεν ξέρουν πώς να τα χρησιμοποιήσουν. Αυτή η σκηνή στο ξεκίνημα με τη μαμά Arpel ντυμένη με μια ρόμπα που θυμίζει χαρτοσακούλα [σαν μεταλλαγμένη Πάστα Φλώρα] να ξεσκονίζει σαν παλαβή το κουστούμι του συζύγου της, το χαρτοφύλακά του, το καπέλο, το χερούλι της πόρτας, την εξώπορτα, το χερούλι του αυτοκινήτου, ακόμα και το καπό την ώρα που απομακρύνεται στον πεντακάθαρο δρόμο, είναι η καλύτερη εισαγωγή για τον άχαρο, καταπιεστικό, αντισηπτικό κόσμο των Arpels, όπου τα πάντα είναι φαινομενικά τέλεια. Και σε παστέλ αποχρώσεις. Το δε σιντριβάνι της αυλής που το λειτουργούν μόνο όταν πάει κάποιος επισκέπτης, είναι η αποθέωση της υποκρισίας και της συντήρησης, κόντρα στο «προοδευτικό» και τεχνολογικά προηγμένο περιβάλλον που έχουν δημιουργήσει στο σπιτικό τους. Σαν αυτά τα σπίτια των σκανδιναβών αρχιτεκτόνων που τα θαυμάζεις στα περιοδικά, αλλά μοιάζουν εφιαλτικά για να τα κατοικήσεις. Άδεια, με κάτι έπιπλα πανάκριβα, άβολα και στην ουσία άχρηστα. Μόνο για φωτογράφηση. Ο μικρός Gerard καταπιέζεται, σε κάθε ευκαιρία βρίσκει καταφύγιο στην παρέα του θείου του κυρίου Ιλό, ακριβώς το αντίθετο απ’ τους γονείς του: ανέμελος, ελαστικός, ανθρώπινος, του παρέχει την ελευθερία και τη ζεστασιά που στερείται στο σπίτι του. Τον αφήνει να τρώει γλυκά και να κάνει σκανταλιές με τους φίλους του μετά το σχολείο, να παίζει με τα χώματα, να κυλιέται στο γρασίδι. Ο Gerard προτιμάει ξεκάθαρα τον θείο απ’ τον πατέρα του, κι ο πατέρας πικραίνεται.
Ο κύριος Ιλό ζει στο μικρό δωμάτιο στην ταράτσα μιας παλιάς πολυκατοικίας, που μοιάζει με κουκλόσπιτο. Στα προάστια, σε μια γειτονιά που σφύζει από ζωή, κυκλοφορεί με ποδήλατο και είναι άνεργος. Σε μια άλλη [υπέροχη] σκηνή στην αρχή, ανοίγοντας το παράθυρο στο δωμάτιό του, αντανακλά ο ήλιος πάνω στο κλουβί με ένα καναρίνι το οποίο τρελαίνεται στο τραγούδι. Αυτός, σαν μικρό παιδί που παίζει, αρχίζει να κουνάει το παράθυρο, μετακινώντας την ακτίνα του ήλιου απ’ το πουλί αναγκάζοντάς το να σταματάει και να ξεκινάει το κελάηδημα, μέχρι που βαριέται…Αυτός είναι ο κύριος Ιλό, ο τύπος που τα κάνει άνω κάτω στο εργοστάσιο σωλήνων που τον πάει ο κουνιάδος του να δουλέψει, που τον τρομάζει το σπίτι της αδελφής του και διστάζει να περάσει την εξώπορτα, που ασυναίσθητα κλονίζει τη γιορτή που τον καλούν, ελεύθερος και καλοδιάθετος, σαν τους κοπρίτες που περιφέρονται ελεύθεροι και ανέμελοι στο ξεκίνημα της ταινίας, υπό τους ήχους του καταπληκτικού ειδυλλιακού jazz θέματος που συνοδεύει όλες σχεδόν τις εμφανίσεις του στη διάρκεια της ταινίας. Οι διάλογοι είναι ελάχιστοι, αλλά ο Tati ήταν ιδιοφυής, χρησιμοποιεί τους ήχους του περιβάλλοντος με τον ίδιο τρόπο που τους χρησιμοποίησε κι ο Charlie Chaplin στα Φώτα της Πόλης και τους Μοντέρνους Καιρούς και κάνει την απουσία τους αρετή της ταινίας [των ταινιών του]. Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμα για τον κύριο Ιλό, τόσο διαχρονικός και μοντέρνος, ακριβώς γιατί ήταν τόσο αληθινός και καθημερινός [όχι όμως και συνηθισμένος], απ’ τις πιο χαρακτηριστικές και αξέχαστες φιγούρες του σινεμά...
Το Mon Oncle δεν είναι αριστούργημα. Δεν είναι καν κωμωδία, αν το καλοσκεφτείς. Τι σόι κωμωδία είναι αυτή που στέλνουν τον ήρωα εξορία και δεν έχει happy end; [Ο Τατί έβαλε τον μεσιέ Ιλό στο αεροπλάνο και τον έστειλε στο αεροδρόμιο του Playtime, να που κατέληξε ο θείος του Gerard, μαζί με τους γιαπωνέζους τουρίστες σε έναν κόσμο ακόμα πιο αποστειρωμένο]. Είναι όμως μια ταινία που το "παλιομοδίτικο" και το συναίσθημα κερδίζουν θριαμβευτικά και σου αφήνει μια γλυκιά αίσθηση ευφορίας. Είναι απ' αυτές που μπορώ να ξαναδώ απανωτά και να διασκεδάσω το ίδιο [η άλλη είναι το "η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα"!].
Αυτό είναι το μουσικό θέμα της ταινίας κι
αυτό είναι το ορίτζιναλ ποστ πέρσι τον Οκτώβριο...

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολυ καλη η κριτική σου για τον Τατί! Επι τη ευκαιρία να πω πως σατιρίζει όλη την ακαδημαϊκιστικη προσέγγιση του μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική παρ'όλο που κατ'εμένα είναι άδικο να 'θάβει' κανείς τον μοντερνισμό καθ'ότι έιναι από τα λίγα κινήματα στην αρχιτεκτονική (ισως και το μοναδικό) που ήταν στραμένα προς τα κοινωνικά προβλήματα και αυτά ζητούσε να λύσει. Μια από τις βασικές ιδέες του ήταν να παράγει φτηνή στέγαση με ποιότητα ζωής πολυτελών κατοικιών. Η αρχιτεκτονική στην υπηρεσία του ανθρώπου. Τώρα αν κακοποιήθηκε στην πορεία από κάποιους αυτό είναι άλλο θέμα... και καθόλου ασυνήθιστο στην ιστορία...