Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2006

some of the rest

"Υπάρχει κάτι που με τραβάει προς την Κίνα, την Ιαπωνία. Στην Ταϊβάν, στην Ταϊπέη, είδα κάτι με το οποίο εκστασιάστηκα: Ο χώρος που έγινε η συναυλία ήταν το National Concert Hall κι έπαιζε και η Συμφωνική τους ορχήστρα, ήταν ένας σοφιστικέ χώρος, δεν ήταν κανένα μπαράκι ή κάπου που θα μπορούσαν να πηγαίνουν νεαρά άτομα. Μετά το τέλος της συναυλίας είδα μια τεράστια ουρά εκατοντάδων μέτρων, κάτι απίστευτο, νεαρά παιδιά σε απόλυτη τάξη, πάρα πολύ όμορφα, καλοντυμένα, να περιμένουν καρτερικά με τα CD μου στο χέρι, φθαρμένα, μερικά έφερναν τα CD με υπογραφή απ’ τον Θόδωρο πριν από τέσσερα χρόνια για να τους βάλω υπογραφή! Όλα με φωτογραφική μηχανή και με μια καταπληκτική φράση το καθένα για να μου πουν, δεν ήξερα πού την έβρισκαν τέτοια ποίηση…Στο Hall είχε 4500 ανθρώπους, κι ο μέσος όρος ηλικίας δεν ήταν πάνω από 22. Άκουσα παιδί 24 χρονών να μου λέει ότι του έχω αλλάξει τη ζωή, ήταν πολύ συγκινητικό, οι συνεργάτες μου που κάθονταν δίπλα μου είχαν πάθει την πλάκα τους. Είδα πράγματα εκεί που δεν υπάρχουν πια εδώ, δηλαδή είδα μία αθωότητα στα πρόσωπά τους που εδώ νομίζω πρέπει να υπήρχε πριν από καμιά πενηνταριά χρόνια, αυτό που υπήρχε στα χωριά, μία συστολή, να ντρέπονται και να κοκκινίζουν. Τέτοια νέα παιδιά είδα στη Θεσσαλονίκη, είδα στη Γλασκόβη, στη Σικελία, και μου έκανε εντύπωση, αναρωτιέμαι πώς αυτά τα νέα παιδιά είναι τόσο εξοικειωμένα με τη μουσική μου; Φαίνεται ότι νέα γενιά έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη μελαγχολία, μάλλον οι πενηντάρηδες δεν θέλουν πια να μελαγχολούν.
Η μουσική μου έχει άρωμα ελληνικό, αλλά είναι διεθνής. Δεν θα την χαρακτήριζες ελληνική. Είναι πολύ εύστοχο αυτό που είχαν γράψει στο American Record Guide ότι η μουσική μου έχει μια παγκοσμιότητα αλλά με στοιχεία ελληνικής τραγωδίας, μου κάνει εντύπωση που κάθισαν και μου ανέλυσαν το έργο μου, κάτι που δεν έχω κάνει ποτέ εγώ. Αυτοί βρήκαν ελληνικά στοιχεία. Σίγουρα κουβαλάω την πατρίδα μου μέσα μου, αλλά επειδή και οι σπουδές μου είναι τεράστιες στο χώρο της κλασικής μουσικής, κι επειδή άνοιξαν και λίγο τα μάτια μου όταν πήγα στη Γαλλία για σπουδές κι άκουσα και πολύ jazz, κι άκουσα και πολύ σύγχρονη μουσική και βέβαια έχοντας μελετήσει και τις παραδοσιακές μουσικές όλου του κόσμου, αυτά που γράφω είναι περισσότερο παγκόσμια, παρά ελληνικά.
Έχω ανακαλύψει όλες τις αρετές του υπολογιστή, αυτό που έκανα παλιά, που τα αντέγραφα με το χέρι, δηλαδή τις παρτιτούρες, που ήταν πάρα πολύ δύσκολη δουλειά για μένα, έχω πια ένα βοηθό που τις περνάει όλες στον υπολογιστή και βγάζουμε εύκολα τις παρτιτούρες, κάνουμε διορθώσεις κι όλα αυτά.
Με τη μανία μου να μην έχω ατζέντη έχω φτάσει στο σημείο να μην έχω εκδώσει τα έργα μου. Ίσως να είμαι ο μόνος εν Ελλάδι συνθέτης, που παρόλο που έχω προτάσεις από τους μεγαλύτερους εκδότες που έχουν σημαντικούς συνθέτες, να μην έχω πει το ακόμη το ναι, γιατί δεν έχει γίνει η δουλειά που πρέπει για να καταγραφεί το έργο μου. Μόνο τα 2/10 είναι περασμένα στον υπολογιστή αυτή τη στιγμή. Το κακό με μένα είναι ότι δεν είμαι ποτέ ευχαριστημένη με το έργο μου και θέλω να είμαι εκεί όταν δουλεύεται με το μαέστρο. Κι όταν είμαι εκεί κάθε φορά κάτι αλλάζω ή προσθέτω, διορθώνω, και θα ήθελα θεωρητικά να έχω το χρόνο –που ποτέ δεν τον έχω γιατί όλο και κάτι καινούργιο ετοιμάζω- να αφοσιωθώ για να κάνω τις διορθώσεις και να βάλω τα σωστά σημαδάκια.
Η μουσική μου τελικά δεν είναι εύκολη. Μοιάζει, αλλά δεν είναι, αυτό το λένε όλοι οι μαέστροι που έχουν δουλέψει μαζί μου. Και ο Μυράτ και ο Ντ. Ρ. Ντέιβιντ, γιατί έχω ελευθερία στο ρυθμό, έχω ρυθμικές δυσκολίες.
Είμαι πολύ τυχερή που έχω αυτή την καταπληκτική συνεργασία με την ECM, αυτό κρατάει τώρα 16 χρόνια. Κι είμαι ακόμα πιο τυχερή γιατί η συνεργασία προήλθε από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη κι η δικιά μου δουλειά τον έκανε να με προσέξει. Από τη μουσική που είχα κάνει στο Ταξίδι στα Κύθηρα. Μετά ήρθε και η συνεργασία με τον Garbarek που ζήτησε την άδεια από την εταιρία [το «σπίτι» του όπως την ονομάζει] να έρθει να παίξει στο Μελισσοκόμο και ήρε κι έδεσε. Γιατί λέω ότι είμαι πάρα πολύ τυχερή; Γιατί υπάρχει μία αξιοκρατία, μια αξιοπρέπεια, μια πνευματικότητα σε αυτό το χώρο και καθόλου τα τετριμμένα, τα εμπορικά. Ο άνθρωπος αυτός δεν έχει κάνει ποτέ του ένα δίσκο «εμπορικό», δηλαδή με πρόθεση να γίνει εμπορικός, κι ας έχει κάνει και μεγάλες επιτυχίες. Κι οι δικοί μου πήγαν αρκετά καλά, δεν θα ξεχάσω όταν πήγα στην Ταϊπέη που μου διοργάνωσαν μια βραδιά με τους φαν μου απ’ την ECM σε ένα υπέροχο καφενείο που το έλεγαν Κάφκα, εκεί ήρθαν καμιά διακοσαριά νέοι άνθρωποι, καλλιεργημένοι, κι εκεί έμαθα ότι το Αιωνιότητα και μια Μέρα είχε πουλήσει 40000 κομμάτια! Απορούσα πού μας ανακάλυψαν.
Το μεγαλύτερο ποσό που μπορεί να πάρει ένας συνθέτης για όλα τα τραγούδια του, είναι το πολύ ένα ευρώ για όλο το δίσκο. Αν ο καλλιτέχνης φτάσει στο σημείο να πουλάει ακόμα και 50 λεπτά το κομμάτι του στο internet κι έχει δέκα κομμάτια να πουλήσει, είναι σίγουρα πιο κερδισμένος. Είμαι σίγουρη ότι στο μέλλον οι ίδιοι οι καλλιτέχνες θα δίνουν τη δουλειά τους απευθείας, σε όσους έχουν πρόσβαση. Θα αλλάξει όλο αυτό που συμβαίνει, πάει η δισκογραφία, τελειώνει.
Δεν είναι απαραίτητο κάποιος που έχει σπουδάσει να είναι και μεγάλος καλλιτέχνης. Αυτοί που γράφουν είναι αρκετές φορές βαρετοί, μερικά παιδιά που δεν γνωρίζουν μουσική και παίζουν με ηλεκτρονικά όργανα φτιάχνουν πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Έχω αρκετές φορές παντρέψει ηλεκτρονικά όργανα με τη μουσική μου.
Τα πρότυπα του Θόδωρου ήταν σκηνοθέτες σαν τον Αντονιόνι, που ξέρεις πόσο λιτός ήταν στις μουσικές του επιλογές, στον Ρεπόρτερ για παράδειγμα, είδες πόση λίγη μουσική είχε. Ουκ εν τω πολλώ το ευ, συμφωνώ μαζί του, ο Θόδωρος μισούσε –κι εγώ τη μισώ- την περιγραφική μουσική, τη φλύαρη που υπάρχει συνήθως σε ταινίες εμπορικές και κατά κόρον στον αμερικανικό κινηματογράφο. Από την άλλη ο ίδιος στις πρώτες του ταινίες αναζητούσε τους εξωτερικούς χώρους, την ιστορία και στη συνέχεια είπε τέρμα οι ψευδαισθήσεις και γυρνάμε προς τον άνθρωπο. Είναι πολύ κολακευτικό αυτό που είπε στη συνέντευξη τύπου πρόσφατα, ότι μισούσε δηλαδή τη μουσική στο σινεμά, μέχρι που άρχισε η συνεργασία μας, διότι όταν αναζήτησε τη μουσική μου την αναζήτησε σαν κάτι διαφορετικό.
Πώς με ανακάλυψε ο Θόδωρος; Από μία άλλη ταινία που είχε γράψει τη μουσική, ήταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μου έδωσε το βραβείο μουσικής για την ταινία Ρόζα του Χ. Χριστοφή, αυτό που άκουσε το έψαχνε. Και έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεργασία που δεν έχει καμία σχέση με τις τυποποιημένες, αλληλοεπηρεαζόμαστε, αλληλοεμπνεόμαστε, γράφω ελεύθερα τα κομμάτια μου, κι αν θελήσει να τα βάλει, καλώς. Δεν είναι ο σκηνοθέτης αυτός που θα έβαζε μουσική κινηματογραφική. Δεν το κάνει αυτό, δεν βάζει από κάτω μουσική συνοδεία, γι αυτό και όταν θα βάλει κάποιο θέμα, αραιά και που, θα το σεβαστεί, θα το βάλει ολόκληρο, τριάμισι λεπτά στο Βλέμμα του Οδυσσέα, το αξιοποιεί με τρόπο καταπληκτικό. Κι αυτό το θεωρώ μεγάλο προσόν. Κι εγώ έχοντας σαν έμπνευση τις ταινίες του προχωράω, μου δίνουν τη δυνατότητα να φύγω μακριά και πέρα από την ταινία. Με όχημα το ερέθισμα που παίρνω από τις ταινίες του. Ο Θόδωρος είναι για μένα ένα εθνικό κεφάλαιο. Στην Ελλάδα έχουμε την τάση να κρίνουμε και να μεμψιμοιρούμε, αλλά το ίδιο συμβαίνει και σε ολόκληρο τον κόσμο, αυτό που λένε ουδείς προφήτης στον τόπο του είναι πάρα πολύ σωστό. Μου έλεγε η γυναίκα του Garbarek ότι μόλις άρχισε να γίνεται παντού διάσημος, στην πατρίδα του άρχισαν να τον αποσιωπούν.
Νομίζω ότι σαν άτομο έχω μία δικού μου τύπου θρησκευτικότητα μέσα μου, με την έννοια του μυστηρίου, του ανεξήγητου, το οποίο ασκεί μια γοητεία πάνω μου. Αυτό το πράγμα θα μπορούσε να είναι σε οποιαδήποτε θρησκεία όμως, όχι με την έννοια του δόγματος. Καθόλου. Ο πατέρας μου ο οποίος υπήρξε ένας εκπληκτικός άνθρωπος, ένα καταπληκτικό παράδειγμα ζωής, έλεγε την εξής φοβερή φράση που μου έχει μείνει: «τα εξερχόμενα και ουχί τα εισερχόμενα». Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι ήθελε να πει. Δεν πολύ-πήγαινε στην εκκλησία, πίστευε ότι πρέπει να κάνεις καλές πράξεις, να μην υπερηφανεύεσαι για αυτά που έχεις μέσα στο κεφάλι σου. Δεν τον ενδιέφεραν τα σχήματα και οι τύποι. Σαν άτομο πέρασα μια εποχή που λάτρευα να πηγαίνω στην εκκλησία, γιατί ανακάλυψα τη μαγεία κι αυτής της μουσικής, τη μαγεία αυτού του λόγου, έφτασα στο σημείο να ξέρω πολλά τροπάρια απ’ έξω και μου’ χουν μείνει ακόμα αρκετά. Με έχει επηρεάσει και πολύ η βυζαντινή μουσική, είμαι σίγουρη γι αυτό, υπάρχει ένα στοιχείο μέσα μας του ανεξήγητου, δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τη λέξη μεταφυσικό, γιατί είναι πολύ φθαρμένη. Πολυχρησιμοποιημένη με έναν εντελώς χαζό τρόπο. Εν πάση περιπτώσει δεν εξηγούνται όλα. Κυρίως δεν εξηγούνται αυτά που συμβαίνουν στην ψυχή του ανθρώπου, που είναι ένα σύμπαν απίστευτο. Όσο ανεξερεύνητο είναι το σύμπαν -το ψάχνουμε, το ψάχνουμε, κι είμαστε ακόμα στην αρχή- τόσο ανεξερεύνητος είναι κι ο άνθρωπος στο βάθος του. Θα έλεγα ότι είμαι ένα άτομο με θρησκευτικότητα, αλλά καθόλου θρησκευόμενο. Μου αρέσουν αυτά που εκφράζονται μέσα από τη θρησκεία, έχω όμως μια μεγάλη άπλα ψυχική και το ίδιο όμορφα θα ένοιωθα και σε μια καθολική εκκλησία, ακόμα κι αν πήγαινα σε ένα τέμενος, φαντάζομαι. Όλα εκφράζουν μια αλήθεια, παντού οι άνθρωποι ψάχνουν κάτι να βρουν".
[Ελένη Καραΐνδρου]

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τελικά η Ελένη ήταν πάντα ο καλλιτέχνης που το έργο της "περιμένει" να έρθεις εσύ προς αυτό - και όχι το αντίστροφο. Δες με τι λαχτάρα περιγράφει την εμπειρία αυτού του πλησιάσματος στο εξωτερικό! Ανέκαθεν τη θεωρούσα πολύ κοντά στην σύγχρονη pop κουλτούρα - αυτήν που σκάει υπόγεια γύρω μας και μας κλείνει το μάτι. Πολύ θα ήθελα να τη δω να εκφράζεται και εκτός της "κινηματογραφικής" οπτικής. Είμαι σίγουρος πως ο πειραματισμός πλάι στον λυρισμό της θα έκαναν θαύματα. Τι λες κι εσύ, my friend;

Ανώνυμος είπε...

πολύ ενδιαφέρον
υποθέτω ότι σπάνια τα leftovers μιας συνέντευξης είναι τόσο δυνατά όσο και η δημοσιευμένη συνέντευξη.
:)

Ανώνυμος είπε...

[rocket67, είναι η τρίτη φορά που σου γράφω comment και ο blogger τα καταπίνει].
η ίδια δεν θεωρεί ότι φτιάχνει κινηματογραφική μουσική, αλλά ο ήχος της έχει συνδεθεί πια τόσο με εικόνες που η "ταμπέλα" είναι αναπόφευκτη.
θα ήθελα να τη δω σε κάτι πιο "σύγχρονο", θα είχε ενδιαφέρον να συνεργαστεί με νέους μουσικούς. φαντάζομαι ότι αν της προτείνει κάποιος θα το κάνει, όλοι τη φοβούνται ξέρεις, αλλά κανείς δεν είναι τόσο απρόσιτος τελικά. αρκεί να έχει ενδιαφέρουσα πρόταση.