Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2005

ένα συγκλονιστικό dj set


Take me out tonight…
Τι ήταν για μένα οι Στέρεο Νόβα; Το πρώτο (και μοναδικό) ελληνικό συγκρότημα που λάτρεψα, οι εκπρόσωποι μιας γενιάς που γαλουχήθηκε ακούγοντας κυρίως ξένη μουσική (ή μόνο ξένη) και κατάφεραν ό,τι δεν είχε καταφέρει κανείς μέχρι τότε: να με αναγκάσουν να γίνω -από την πρώτη φορά που τους άκουσα- φανατικός οπαδός τους. "Ήταν κυριολεκτικά ένα μικρό θαύμα που γεννήθηκε μέσα στα κλαμπ με την σκληρή τέκνο, το μελαγχολικό πρόσωπο μιας γενιάς που έκρυβε την ευαισθησία της στα παγωμένα beat και στο χαπάκωμα με τόνους χημικών, ένας από μας, τα παιδιά που διασκέδαζαν δίπλα μας, που κυκλοφορούσαν τη νύχτα, που ίδρωναν στον ίδιο χορό και έβλεπαν τον κόσμο με ίδια μάτια" [sorry, αλλά δεν θυμάμαι πια από πού το έχω αποστηθίσει...]. Ήταν οι έλληνες εκπρόσωποι των ιθαγενών clubbers, των δικών μας weekenders που δούλευαν ολόκληρη την εβδομάδα για να ζήσουν όσο πιο έντονα γινόταν το σαββατοκύριακο. Παιδιά από λαϊκές συνοικίες, αλλά όχι λαϊκοί με την έννοια που την αισθανόσουν μέχρι τότε, ίσως γιατί δεν είχε υπάρξει κανείς άλλος παρόμοιος. Η μουσική τους είχε λίγο απ’ το soundtrack ενός συνειδητοποιημένου clubber: λίγο massive attack, λίγο τέκνο, μπόλικη electronica, αυτό όμως που έκανε τους Στέρεο Νόβα να ξεχωρίζουν δεν ήταν η μουσική τους. Ήταν η εκπληκτική urban poetry, η εντελώς μοντέρνα ποίησή τους, που εξέφραζε όλα αυτά που ήθελαν όλοι να πουν αλλά δεν έβρισκαν τα λόγια. Συγκλονιστικοί στίχοι, σπουδαίοι μέσα στην απλότητά τους, η διαδρομή με το λεωφορείο μέχρι τη Νέα Ζωή, ο θρήνος για ένα φίλο που χάθηκε, η ζωή στα προάστια, ένα τραγούδι για το Σάββατο βράδυ. Ένας χείμαρρος λέξεων, ένας μελαγχολικός ψίθυρος, μια σιωπηλή κραυγή. Ήταν απίστευτο το πόσο εύκολα μπορούσες να τους απομνημονεύσεις, ίσως επειδή ολόκληρη η καθημερινότητά σου περνούσε μέσα απ’ αυτούς τους στίχους, ήσουν εσύ. Οι Στέρεο Νόβα ήταν ένα συγκρότημα που δεν ντρεπόσουν να ακούς, απεναντίας, κάθε φορά που άκουγα νέα τους δουλειά ή έβλεπα live τους, αισθανόμουν μια παράξενη περηφάνια, χαιρόμουν που ήταν πολύ καλύτεροι από πολλούς ξένους αντίστοιχους. Και για πρώτη φορά περίμενα με αγωνία και περιέργεια καινούργια δουλειά από ελληνικό συγκρότημα, περίμενα τη νέα performance τους, αναζητούσα συνεντεύξεις, πραγματικός fan!
O πρώτος δίσκος τους ήταν κάτι πραγματικά καινούργιο, που δεν είχε σχέση με τον μίζερο ροκ ήχο των υπόλοιπων συγκροτημάτων, δεν ήταν οι φτωχοί συγγενείς που έφτυναν ασυνάρτητους φθόγγους [που σήμαιναν κάτι μόνο για τους ίδιους], δεν φορούσαν μαύρα, δεν ήταν απ’ το ίδιο ανέκδοτο. Είχαν βρει επιτέλους έναν τρόπο να εκφραστούν και να εκφράσουν κι ένα μεγάλο μερίδιο του κοινού που δεν σεληνιαζόταν με Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά, που στην ελληνική μουσική έβλεπε ένα κενό, μια τρύπα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους. Είχαν περισσότερη σχέση με τους στίχους του Morrissey [ακόμα και του Curt Cobain] απ’ ότι οποιοσδήποτε ροκάς, άκουγες το θλιμμένο hey hey του unfinished sympathy, το set adrift on a memory bliss, έγραφαν τραγούδι για την Ευδοκία.
Σκέψου θετικά και μη γελάς με ηλίθια αστεία…
«Έτσι ξεκίνησε η ιστορία των Στέρεο Νόβα. Με μια διάθεση να δουν καθαρά κάποια πράγματα με τα αθώα μάτια που μπορούν να έχουν οι νέοι. Αθωότητα, οργή, όνειρα, επιπολαιότητα, όλα αυτά που φτιάχνουν το σώμα και τη συνείδηση. Άνθρωποι που δεν τους ενδιέφερε ποτέ να σταθούν επαγγελματικά μέσα στα μουσικά δρώμενα. Ο πρώτος δίσκος τους ήταν ένα πείραμα κι αυτό διατηρήθηκε ως και το τελευταίο άλμπουμ τους, το Βιταμίνα Τεκ», [τα δήλωνε ο Κωνσταντίνος Βήτα λίγο μετά το τέλος τους…].
Τι ήταν για μένα οι Στέρεο Νόβα; Ένα συγκρότημα που με μεγάλωσε, με επηρέασε, με διαμόρφωσε. Εμφανίστηκαν σε μια εποχή που σήμαινε το τέλος της αθωότητας, τα 80s ήταν παρελθόν, το χάουζ ανθούσε δειλά δειλά σε κάποια στέκια της Αθήνας, στο εξωτερικό μετρούσαν καλοκαίρια της αγάπης, ο απόηχος της έκρηξης του άσιντ χάουζ είχε δώσει τη θέση του στο τέκνο και στη νέα electronica, το χιπ χοπ ακουγόταν αραιά και που και στην Ελλάδα, είχε αρχίσει να εμφανίζεται συνειδητοποιημένο κοινό, άνθρωποι που όλη αυτή την έκρηξη την είχαν κάνει τρόπο ζωής.
Rave πάρτι, πάρτι στα Οινόφυτα, βραδιές στο Πεδίο του Άρεως, βραδιές στην Πλατεία Μαβίλη. Κάναμε χιλιάδες όνειρα, ερωτευτήκαμε, αναζητήσαμε τον εαυτό μας μέσα στη νύχτα, μια γενιά που κατηγορήθηκε ότι δεν είχε ιδανικά, μια γενιά που δεν είχε εκπρόσωπο, που σιχαινόταν τα γαυγίσματα, που είχε τόσα να πει αλλά δεν ήξερε πως.
Οι Στέρεο Νόβα αυτό ακριβώς έκαναν: έδωσαν φωνή στους ανθρώπους που τους έμοιαζαν [χωρίς τα νοσταλγικά αναμασήματα των νεοφρκιών], τραγούδησαν την αγάπη, τη μοναξιά με σύγχρονο τρόπο, οι δίσκοι τους ήταν η ελεγεία της ζωής στην πόλη, ήταν εντελώς 90s, ήταν «τα όνειρα που κάνεις όταν είσαι μόνος στο σκοτάδι»…
Έχω ταξιδέψει άπειρες φορές με τραγούδια τους στ’ αυτιά, ένας φίλος μου πρόσεξε ότι είναι η ιδανική μουσική για να συνοδεύει ταξίδι με τρένο [ειδικά το «Ντισκολάτα», κάθε στίχος και μια εικόνα απ’ το παράθυρο του τρένου, κάθε ήχος κι ένα στιγμιότυπο]. Κουβαλούσα μαζί μου λίγο από Ελλάδα όπου κι αν βρισκόμουν, απ’ τους πολύβουους δρόμους του Λονδίνου και του Παρισιού, μέχρι τις απέραντες πεδιάδες του Βελγίου και της Ολλανδίας, αυτή η φωνή που ράπαρε πάνω από ρυθμούς drum’ n’bass έκρυβε μέσα της πιο πολύ Ελλάδα από οποιουδήποτε άλλου.
Οι Στέρεο Νόβα δεν τραγούδησαν για αγόρια, δεν τραγούδησαν για κορίτσια, τραγούδησαν για ανθρώπους. Όσοι τους άκουγαν έβαζαν στη θέση τους τον εαυτό τους, απευθύνονταν όπου ήθελε ο καθένας, ένα ξεχωριστό χάρισμα που δεν το είχε άλλος κι ούτε επαναλήφθηκε. Εν τέλει ήταν η νέα λαϊκή μουσική της δεκαετίας του 90, τώρα πια μόνο σαν φαινόμενο μπορεί να τους αντιμετωπίσει κανείς, τόσο σημαντικοί όσο ο Χατζιδάκις, ο Λοΐζος, ο Τσιτσάνης.
Κάπως έτσι λήγει η ιστορία για τους δυο…
Οι Στέρεο Νόβα δεν ήταν μόνο μουσική, τα live τους ήταν κανονικά happenings, με visual projects και performing art, χορό, επικοινωνία, διασκέδαση. Απ’ όλα τα live τους στην Αθήνα πρέπει να έχασα μόνο την πρώτη τους συναυλία στο «Καφέ Παράσταση» της Βαλτετσίου, τους ακολούθησα σε κατάμεστες αίθουσες ή σε φεστιβάλ μέχρι το τέλος, αυτό που έκαναν απείχε πολύ απ’ ότι γινόταν σε συναυλίες μέχρι τότε. Τόλμησαν κι έκαναν πράγματα που μπορεί σε άλλη στιγμή και με άλλο συγκρότημα να σόκαραν, με τους Στέρεο Νόβα όμως όλα φαίνονταν δικαιολογημένα, κατανοητά, πετυχημένα. Αξέχαστες στιγμές, πολλές, τι να πρωτοθυμηθώ; Το συγκλονιστικό mobil στο Γκάζι με τον κόσμο να παραληρεί με την αλα bloody valentine εκτέλεση, τον δυναμίτη που λεγόταν μάθημα στο Rockwave με το Μιχάλη Δέλτα με γαλάζιο μαλλί και ζωσμένο με ζουρλομανδύα, την ακουστική εκτέλεση με κιθάρα του Εξώστη του Κωνσταντίνου Βήτα στο Ρόδον που είχε ανατριχιάσει την αίθουσα, την ανεπανάληπτη τελευταία βραδιά τους στην Σφεντόνα με την Πόπη Αστεριάδη και την Τάνια Τσανακλίδου; Ήταν πολύ καλό για να κρατήσει περισσότερο…
Οι Στέρεο Νόβα έδωσαν πολλά, οι πιο πολλοί που τους ακολούθησαν στο ταξίδι τους πήραν ακόμα περισσότερα.
Δεν ξέρω πως τα κατάφεραν, με ποιον τρόπο λειτούργησε αυτή η σπάνια χημεία, πάντως αυτά τα παιδιά έφτιαξαν το soundtrack της νιότης μου, με στοίχειωσαν όσο κανείς άλλος, ήταν ο, τι καλύτερο εμφανίστηκε στην Ελλάδα των 90s.
Κάθε γενιά έχει τους αντιπροσώπους που της αξίζει. Είμαι περήφανος που τη δική μου θα την αντιπροσωπεύουν οι Στέρεο Νόβα! For ever.
Να γιατί αυτό το συγκλονιστικό κείμενο για τον Στέρεο και το Νόβα έκανε τόσο κόσμο να κλάψει…

4 σχόλια:

sensualmonk είπε...

hear hear!
[+ listen listen]

nikitas είπε...

elpizo na to diabaso sintoma
(otan to lifo pesei sta xeria mou)

otan i agapi einai alithini ola t alla perisseuoun

Sadie είπε...

Gamwto... To thelw ki egw toso poli! Exw xasei sxedon ola ta Lifo!

Ανώνυμος είπε...

Iwur qwoiywqoid nqdoiw qndb iuqw fehalir.info qw dohqwd qnwd nqwio [url=http://fehalir.info]fehalir.info[/url] pqw djqwdiojn wqm.