Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2005

αυτός τα καλοκαίρια


Με το αλάτι στο στήθος και την άμμο στην πλάτη
με τον ήλιο καρφωμένο στο μάτι

γυρνά όλη μέρα
και δεν ησυχάζεις

Ήλιος με βαριά τσίνορα
βάδισμα ζώου

*

Βγαίνει μονάχος του στους δρόμους
τα μεσημέρια των καλοκαιριών

Οι σκύλοι στέκονται στο διάβα του -
γυρνούν και χώνονται στις πόρτες
Οι άντρες κλεισμένοι στις κρεββατοκάμαρες
ιδρώνουν μες στον ύπνο

Τα βήματά του λειώνουνε στην άσφαλτο

Οι γυναίκες τον ακούνε νά' ρχεται
και κλείνουν τα παράθυρα
Τα παιδιά σταματούν το παιχνίδι
τρέχουνε στις γρίλλιες -
βλέπουν μονάχα τα γυμνά του πόδια

Η πόλη ανάβει κάτω από τον ήλιο
ξεφλουδίζουν οι τοίχοι

Μόνη της δροσιά -κρυφή δροσιά- αυτός
που βγαίνει μόνος του και περπατάει

*

Πρώτη φορά τον αντίκρυσα πανσέληνο
στο βάθος κάποιου στενού
ανάμεσα σε δυο άσπρους τοίχους

Ο ασβέστης, το πουκάμισό του -
και το φεγγάρι κρεμόταν από πάνω -
ένα εικόνισμα

Δεύτερη φορά τον συνάντησα
στην απέναντι άκρη του ίδιου στενού
χωρίς πουκάμισο
και με τον ήλιο πάνω στο κεφάλι

Ο ένας τοίχος καμπύλωνε πίσω του
σαν μεγάλη παλάμη
- τον έσπρωχνε μπρος μου
Το πέρασμα ήτανε στενό - κόλλησα πάνω στον ασβέστη
ούτε που με πρόσεξε

Τρίτη φορά τον είδα από μακρυά
να περπατάει στην άσφαλτο
με πέλματα γυμνά -
πρωί νωρίς, φως κίτρινο

Ο δρόμος περνούσε στην άκρη του βράχου
πάνω από τη θάλασσα

Ξαφνικά στάθηκε
κι άρχισε να κατεβαίνει την πλαγιά
απότομη -σχεδόν κατακόρυφη- τρέχοντας
χωρίς να κρατιέται απ' τα σκίνα

Έφτασε στο νερό -
κοιτάζει, με τα χέρια στις τσέπες

*

Τώρα όλα εδώ -

ένα θυμάρι απότομο
ο λίβας που κυλάει πηχτός
τα λέπια του νερού

Η θάλασσα φουσκώνει
σα βουρκωμένο πρόσωπο
Εκείνος στέκεται δε μπαίνει
[Παναγιώτης Ιωαννίδης, pix:Γιώργος Κόκκας]

[τι ωραίο ποίημα, ρε Παναγιώτη, thanx...]

Δεν υπάρχουν σχόλια: