Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

εμπόλεμη ζώνη

~η αργυρώ στην εμπόλεμη ζώνη. περικυκλωμένοι από μισθοφόρους της ελάς, ματ, δία, ζήτα κλπ. στην φωτογράφιση κόντεψαν να μας συλλάβουν [όχι για αυτή τη φωτο, για μία άλλη] αλλά εντάξει, υπάρχουν και λογικοί άνθρωποι, με ψυχραιμία. τελικά τη γλιτώσαμε, έσβησαν μόνο μερικές φωτο από την κάμερα του φωτογράφου. την ώρα που φωτογράφιζα την αργυρώ, πίσω της γινόταν της κακομοίρας από συμπτώσεις [πέρασαν από το πλάνο ο άγιος φραγκίσκος της ασίζης και ο conekt disconekt –μέγας καλλιτέχνης] και όχι, δεν είναι φωτοσοπιά.
~τετάρτη βράδυ, στη θεμιστοκλέους. ενώ σχολιάζουμε πόσο καλό ήταν το σουβλάκι με μπιφτέκι κοτόπουλο, περιμένουμε στη σειρά για παγωτό σε εκείνον τον αντιπαθητικό τύπο που είναι πάντα αγριεμένος και καυχιέται ότι έχει το καλύτερο σπιτικό παγωτό στην αθήνα -κάποτε είχε βιοτεχνία με ρούχα, έπεσε έξω και πριν από μερικά χρόνια αποφάσισαν με τον αδερφό του να φτιάχνουν παγωτά [ο αδερφός του τα φτιάχνει, αυτός τα πουλάει]. αυτός ο τύπος, λοιπόν, έχει μονίμως ξινισμένη φάτσα και είναι όλα όσα δεν πρέπει να είναι ένας παγωτατζής: ανυπόμονος, αγενής, αγροίκος και πάντα λες και έχει φάει σκατά και το ρεύεται με αηδία. δεν τον συμπάθησα ποτέ επειδή δεν τον έχω δει να σκάει ούτε ένα χαμόγελο και σε κοιτάζει μονίμως με ένα ύφος περιφρόνησης.
προχθές το βράδυ ήταν μπροστά μας δυο όμορφα κορίτσια, εκεί γύρω στα 20, που χάζευαν τη βιτρίνα με τα παγωτά και προσπαθούσαν να διαλέξουν τι γεύση θα αγοράσουν. η μία είχε πλέξει τα δάχτυλα στο χέρι της άλλης και την κρατούσε αγκαλιά. ερωτευμένα. μπορεί και όχι. πάντως, όμορφα και σε πολύ τρυφερή στιγμή. ο αγροίκος τις κοίταξε έξω φρενών και άρχισε να τις βρίζει που δεν μπορούσαν για τόσα λεπτά [!] να αποφασίσουν τι θα πάρουν. στην αρχή νομίσαμε ότι αστειεύεται, μας απορρόφησε κι η βιτρίνα με τις τόσες γεύσεις, δεν καταλάβαμε για ποιο λόγο είχε βγει εκτός εαυτού. τέλος πάντων, τις αγνόησε, μας έδωσε τα παγωτά μας, πληρώσαμε κι ετοιμαζόμασταν να φύγουμε όταν τα κορίτσια, παρόλα τα βρισίδια, πλησίασαν να πάρουν ό,τι είχαν αποφασίσει. κι ο σιχαμένος τις έδιωξε. άρχισε να γρυλίζει μέσα από τα δόντια κάτι για «παλιο-ανωμαλάρες» και ότι δεν πουλάει παγωτά σε «τέτοιες». τα κορίτσια τα έχασαν. δεν είπαν κουβέντα, μας κοίταξαν με απορία, γύρισαν και έφυγαν. δεν μίλησε κανείς. πήγαμε λίγο πιο κει και πετάξαμε το παγωτό στον κάδο των σκουπιδιών.
το παχύδερμο συνέχισε να σερβίρει ανύποπτους πελάτες.
~κυριακή. η τρισκατάρατη κοντοπίθαρη πρώην σπιτονοικοκυρά του από κάτω που εξακολουθεί να ζητάει τα δύο μηνιάτικα της εγγύησης [κανονικά μου χρωστάει 100 ευρώ], πρέπει να έριξε κοπριά στα λουλούδια γιατί ξαφνικά άρχισε να βρωμάει σκατίλα όλη η περιοχή. ανοίγεις την μπαλκονόπορτα και γεμίζει το καθιστικό μυρωδιά από μαντρί. στην είσοδο το βράδυ που έπεσα πάνω της στην είσοδο της πολυκατοικίας τη ρώτησα αν έχει ξεχάσει καμία σακούλα με χαρτιά τουαλέτας στο μπαλκόνι ή αν έχει ψοφήσει κανένα ζώο ανάμεσα στις γλάστρες και μου είπε «εμένα δεν μου μυρίζει τίποτα, αν σου βρωμάει, βάλε ερκοντίσιο».




Δεν υπάρχουν σχόλια: