Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

i see good people

το μόνο ενθαρρυντικό από όλη αυτή την καταβύθιση στην φτώχια, την ανέχεια και τη μαύρη εργασία που πλέον μοιάζει μη αναστρέψιμη, είναι τα πρώτα σημάδια ανθρωπιάς που άρχισαν να εμφανίζονται στους αθηναίους –τους ίδιους που μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν έτοιμοι να πλακωθούν στις μπουνιές για ασήμαντη αφορμή [μια μέρα στην καλλιδρομίου ένας γιωταχής οδηγός μούντζωσε κάποιον ταξιτζή και κουβέντα στην κουβέντα κόντεψαν να σκοτωθούν, μάταια τους παρακάλαγε η ετοιμόγεννη γυναίκα του γιωταχή να σταματήσουν, ο ταξιτζής είχε αρπάξει ένα σίδερο και τον κυνήγαγε να του λιώσει το κεφάλι. ευτυχώς που βγήκαν κάποιοι απ’ το καφενείο και τον συγκράτησαν]. anyway, εκεί που όλοι κυκλοφορούσαν νταβραντισμένοι κι έτοιμοι ν’ αρπαχτούν, κάτι έγινε και άρχισαν να γίνονται λίγο καλύτεροι άνθρωποι.
που λες, έχω πάρει ταξί από το παγκράτι για την πειραιώς και την ώρα που φτάνουμε στο σύνταγμα συνειδητοποιώ ότι τα μόνα λεφτά που είχα μαζί μου ήταν δύο ευρώ! ο ταξιτζής ήταν ένας αμίλητος και σοβαρός τύπος που μέχρι τότε δεν μου είχε ρίξει ούτε μια ματιά. στο φανάρι πριν στρίψει στην πανεπιστημίου αρχίζω να ψάχνω τις τσέπες και την τσάντα για ψιλά, μήπως μαζέψω τουλάχιστον το ελάχιστο της διαδρομής [που νομίζω ότι είναι 3,20], αλλά το μόνο που βρήκα ήταν 5 λεπτά.
στο μεταξύ, ο ταξιτζής είχε γυρίσει και με κοίταζε με απορία. του λέω «φίλε, τα μόνα λεφτά που έχω πάνω μου είναι δύο ευρώ και πέντε λεπτά, να στα δώσω και να κατέβω εδώ για να μην γράφει κι άλλο;». «φέρ’ τα», μου λέει, «δε γαμιέται, έτσι κι αλλιώς είμαι 50 ευρώ μέσα, από σένα θα τα βγάλω;» σβήνει το ταξίμετρο και συνεχίζει μέχρι που με φτάνει έξω απ’ τη δουλειά. κατέβηκα, ανταλλάξαμε ευχές, τον χαιρέτησα και έφυγε.
δυο μέρες αργότερα ανεβαίνω με ταξί τη σταδίου για το παλλάς, φτάνουμε πίσω από το άττικα και ψάχνω για ψιλά να δώσω στον άνθρωπο [είχε γράψει 3,80] αλλά τα κέρματα είναι ελάχιστα [λιγότερα από δύο ευρώ]. έχω και ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ, του το δίνω, μου το δίνει πίσω και μου λέει είμαι
ok και με τα ψιλά! στο δρόμο μιλάγαμε για την ανεργία και τη μαύρη εργασία [σχεδόν όλοι μου οι γνωστοί δουλεύουν αυτή τη στιγμή ανασφάλιστοι και στις μετρήσεις πιάνονται για άνεργοι], πρόλαβα να του πω και μια περίληψη για την οικονομική μου κατάσταση, οπότε ο άνθρωπος μου χάρισε δύο ευρώ από συμπόνια. θυμήθηκα τον τύπο που είχε το μινιμάρκετ στη γωνία που προτίμησε να χαλάσει πενηντάευρο από το να μου χαρίσει 7 λεπτά [μπορεί και πέντε] και δεν ξαναπάτησα στο μαγαζί μέχρι που έκλεισε. τώρα το έχουν πάρει οι μανάβηδες απέναντι και χτυπάνε επίσης μύγες. τουλάχιστον είναι καλά παιδιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: