Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

περί έρωτος

Ποια η διαφορά μεταξύ έρωτα, αγάπης, σεξ και καύλας;
Στην ουσία σεξ, καύλα όλα πάνε μαζί. Είναι λέξεις οι οποίες αναμφίβολα δεν κυκλοφορούν έτσι μόνες τους μέσα στην γλώσσα, αλλά υπάρχει μια ευρύτατη γκάμα επινοημένων λέξεων, οι οποίες αναφέρονται στη σεξουαλικότητα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η αγάπη είναι μια έννοια ανύπαρκτη στον αρχαϊκό κόσμο ως έννοια, είναι μια εκχριστιανισμένη και αφυδατωμένη εκδοχή του έρωτα, τουλάχιστον έτσι έφτασε στους νεότερους.

Πιθανώς στις κοινωνίες να υπήρχε όντως αυτό το συναίσθημα, αλλά ποια ήταν ας πούμε αυτή η συμβολική του στοιχείωση, πώς λειτουργούσε στις κοινωνικές σχέσεις, με ποιες μορφές εκφραζόταν κ.λ.π.; Έχουμε μάλλον μια αποσπασματική, θολή εικόνα. Αυτό που γνωρίζουμε για την αγάπη είναι ότι έχει προέλθει από αυτή την εκχριστιανισμένη ανασύνταξη της ερωτικής εμπειρίας που ήταν ταυτόχρονα και ένα είδος πτώχευσης και αφυδάτωσης. Είναι δεδομένο ότι στην χριστιανική αγαπητική του εκδοχή ο έρωτας ήταν ευνουχισμένος. Ο έρωτας προϋποθέτει ακριβώς αυτήν την αποστασιοποίηση, αποποίηση της σεξουαλικότητας. Είναι από τις βασικές της προϋποθέσεις, υπάρχει ασυμβίβαστο ανάμεσα στην αγάπη και το σεξ, τη σεξουαλικότητα. Μάλιστα, ο Ωριγένης, ένας από τους επιφανείς στοχαστές της χριστιανικής δογματικής, είχε θεωρήσει σκόπιμο, προκειμένου να κερδίσει την βασιλεία των ουρανών, να προσφέρει τα γεννητικά του όργανα στην εκκλησία, -στην Αλεξάνδρεια ήταν αρχιεπίσκοπος-, προκειμένου να αποκτήσει το περιπόθητο διαβατήριο εισόδου στον Παράδεισο. Δηλαδή, στο Παράδεισο μπαίνει κάποιος παραδίδοντας τα αχαμνά του στον Άγιο Πέτρο. Δεν μπαίνει κανείς στον Παράδεισο ακέραιος. Έτσι υπήρχε μια πτώχευση, μπορεί να πει κανείς, του έρωτα μέσα σε όλη τη χριστιανική δογματική.
Η διαφορά ανάμεσα στον έρωτα και το σεξ είναι πιο περίπλοκη. Καταρχήν, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά. Ο έρωτας προϋποθέτει αυτό που έλεγε και ο Λακάν το «la parole d amour”, το ερωτόλογο, προϋποθέτει μια κινητοποίηση της γλώσσας. Πάντα ο έρωτας ήταν συνυφασμένος με μια ορισμένη ποιητική αναβάθμιση της εμπειρίας του κόσμου και όχι μόνο της φιγούρας του παρτενέρ. Υπάρχει λοιπόν μια βαθύτατη αλληλεγγύη ανάμεσα στον έρωτα και την ποιητική του λόγου, ενώ αντίθετα το σεξ είναι κάτι που μπορεί να πραγματοποιείται μέσα σε ατμόσφαιρα και καθεστώς κατανυκτικής σιωπής, το πολύ-πολύ να διακόπτεται από κάποια βογκητά, αλλά μέχρι εκεί. Δεν χρειάζεται να μιλάει κανείς. Παρότι στο σεξ φυσικά παρεισφρέει η γλώσσα πολλές φορές ερωτικοποιημένη, αλλά εκεί οι λέξεις και τα σημαίνοντα που παρεισφρέουν στη σεξουαλική δραστηριότητα, είναι σαφώς υπερφορτισμένα με λίμπιντο, στάζουν λίμπιντο κατά κάποιο τρόπο. Είναι διεγέρτες, καταλύτες και αυτή η ερωτικοποίηση, η σεξουαλικοποίηση της γλώσσας ποσώς ενδιαφέρεται για την ποιητική των λέξεων. Αντίθετα, αυτή η σεξουαλικοποίηση των λέξεων είναι σαφές ότι μεταξύ άλλων στη σημερινή εποχή μας αποτελεί αντικείμενο κερδοσκοπικής και χρηματοπιστωτικής αξιοποίησης, δεδομένου ότι υπάρχει το ροζ τηλέφωνο, υπάρχουν όλοι αυτοί οι μηχανισμοί που είναι θεμελιωμένοι πάνω στη διακίνηση της λίμπιντο μέσα από τη σεξουαλικοποίηση και λιμπιντική υπερφόρτωση ορισμένων λέξεων και φράσεων σε περιορισμένη γκάμα. Δεν θα μπορούσε κανείς να συντάξει ορισμένη τυπολογία σεξουαλικών διεγερτικών λέξεων και φράσεων. Ενώ, αντίθετα, ο έρωτας είναι ανοιχτός στη ποιητική.

Στον έρωτα δεν έχουν, άρα, καμία σημασία τα φύλα…
Υπάρχει μια φράση του Λακάν αποσπασμένη από μια ερωτική επιστολή που είχε απευθύνει σε μια γυναίκα, στην οποία έγραψε «tu me sera combien jamais ete aime» «ποτέ δεν θα μπορέσεις να αντιληφθείς πόσο σε έχω αγαπήσει» και παρατηρεί ότι στο ρήμα aime, που είναι μια μετοχή, έχει παραλείψει να προσθέσει ένα δεύτερο e, ένα δεύτερο ε λατινικό, το οποίο θα υποδήλωνε ακριβώς το φύλο του προσώπου στο οποίο απευθυνόταν η ερωτική επιστολή. Γιατί ανάλογα με το πού απευθύνεται κανείς, σε έναν άνδρα ή μια γυναίκα, υπάρχει μια διαφοροποίηση σε αυτό το επίπεδο, υπάρχει ένας γραμματολογικός δείκτης που πιστοποιεί το αν απευθυνόμαστε σε έναν άνδρα ή μια γυναίκα. Παραδόξως, όταν εντυπώθηκε αυτή η φράση, αυτή η επιστολή να απευθυνόταν σε έναν άνδρα, αλλά παρατηρεί ότι, στην πραγματικότητα, σε αυτό το σημείο οι διαφοροποιήσεις αίρονται και ο έρωτας δεν είναι τόσο υπόθεση φύλου. Η εμπλοκή του φύλου πρωτογενώς στον έρωτα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη πρωτογενώς. Σε αντίθεση φυσικά με το σεξ. Γιατί αυτό που αγαπάει κανείς στον έρωτα, όσον αφορά τουλάχιστον μια ορισμένη προσέγγιση. είναι ο ίδιος του ο εαυτός ή μια ορισμένη εκδοχή του ιδίου του τού εαυτού, μια εξιδανικευμένη εκδοχή του. Με αυτήν την έννοια, ο έρωτας έχει πάντα ναρκισσιστικές καταβολές και αυτό είναι ένα μοτίβο που διατρέχει όλη τη δυτική σκέψη στον έρωτα. Ναρκισσιστικές καταβολές, ναρκισσιστική αφετηρία, ναρκισσιστική ρίζα του ερωτικού συναισθήματος. Και φυσικά ο έρωτας εμπλέκει ένα σώμα, το οποίο στοιχειοθετείται μέσα στη ναρκισσιστική εμπειρία της κατοπτρικής ακεραιότητας του σώματος, για το σώμα που μορφοποιείται μέσα στο στάδιο του καθρέπτη, ένα σώμα όλο παγές, ένα σώμα που δεν είναι τραυματισμένο από τον ευνουχισμό, ένα σώμα που δεν είναι προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες και ορμητικά ανοίγματα, με ορμητικά στόμια. Γιατί, ουσιαστικά, ο έρωτας απευθύνεται στο είναι του άλλου, δεν ερωτεύεται κανείς το στήθος μιας γυναίκας ή τον μηρό της.
Δεν μπορεί να υπάρξει καψούρα για ένα στήθος ή έναν μηρό;

Ο έρωτας μπορεί ναι μεν να καψουρεύεται το στήθος μιας γυναίκας, να καψουρεύεται το μηρό της, να καψουρεύεται το γοβάκι της, αλλά ο έρωτας ως έρωτας απευθύνεται σε ένα είδος ολότητας του άλλου, στο «είναι», για την ακρίβεια, του άλλου. Λέγοντας ότι ο έρωτας απευθύνεται στο «είναι» του άλλου, σημαίνει ότι όντως σε αυτό το επίπεδο το είναι του άλλου δεν προσδιορίζεται από την εγγραφή του στο πεδίο της έμφυλης διαφοράς. Σε αντίθεση ακριβώς με την εμπειρία της σεξουαλικότητας, που απευθύνεται σε ένα έμφυλο σώμα, προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες, με ιδιαιτερότητες, ένα σώμα που λειτουργεί ως αποδέκτης των φαντασιώσεων.

Οι φαντασιώσεις τι είναι;

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να διαφοροποιήσουμε τον έρωτα από τις φαντασιώσεις. Η πρόσβαση στον έρωτα δεν διανοίγεται μέσω των φαντασιώσεων. Οι φαντασιώσεις λειτουργούν ως μια πρόσβαση στην σεξουαλικότητα. Υπάρχει, επομένως, μια αδυναμία ανάμεσα στον έρωτα και στις φαντασιώσεις. Οποιαδήποτε διάφυλη σχέση συνάπτεται υπό την κηδεμονία των φαντασιώσεων είναι σαφές ότι είναι δομημένη με βάση ένα σεξουαλικό σενάριο, με κάποιες σεξουαλικές βλέψεις από την πλευρά των παρτενέρ. Ενώ η αμιγώς ερωτική σχέση δεν έχει σαν καταλύτης της κάποια σεξουαλική φαντασίωση.

Στην αρχαιότητα όταν μιλάμε για έρωτα, εννοούμε μόνο τον ομοφυλοφυλικό έρωτα;
Στον αρχαίο κόσμο ο μοναδικός δυνητικός παραλήπτης του ερωτικού συναισθήματος θα έπρεπε να ήταν όντως πάντα μια ανδρική φιγούρα. Ο έρωτας στην εξιδανικευμένη του μορφή, ο έρωτας που ήταν ικανός να υπερβεί ακριβώς όλες αυτές τις συντεταγμένες της τεκνοποίησης, της αναπαραγωγής και της σεξουαλικής καψούρας κατά κάποιον τρόπο, απευθυνόταν κατ’ ανάγκη σε μια εξιδανικευμένη ανδρική φιγούρα. Για αυτό το λόγο όλα τα ζευγάρια που άφησαν ένα ανεξίτηλο ίχνος στο φαντασιακό του αρχαίου κόσμου ήταν ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Τα ετεροφυλόφιλα ερωτικά ζευγάρια μετρώνται στα δάκτυλα μιας χειρός. Π.χ. Ορφέας και Ευρυδίκη, Άδμητος και Άλκηστις. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ο έρωτας γίνεται αντικείμενο μιας εξύμνησης, μιας αποθέωσης ενώ διαδραματίζεται ανάμεσα σε ετεροφυλόφιλους παρτενέρ. Ο Έρωτας που θεμελιώνεται πάνω στη διάρκεια, πάνω στην εξιδανίκευση είναι αποκλειστικά ομοφυλόφιλος στον αρχαίο κόσμο.
Αυτό είχε σχέση με τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία; Αφορά περισσότερο τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες μιας κοινωνίας;
Γενικότερα οι ιστορικοί -και ο Λακάν συνομολογεί μαζί- τους τείνουν να επισημάνουν ένα ιστορικό όριο, τον δωδέκατο αιώνα ας πούμε περίπου, όπου η κυρίαρχη εξιδανικευμένη μορφή της ερωτικής εμπειρίας είναι εκείνη στην οποία συμπράττουν ομοφυλόφιλοι συστατικοί όροι, ομοφυλόφιλος έρωτας και μάλιστα αποκλειστικά ανδρικός κατά προτίμηση, αν όχι κατά αποκλειστικότητα, ο έρωτας ανάμεσα σε άνδρες. Ο έρωτας στην νεότερη ετεροφυλόφιλη εκδοχή του, όπως τουλάχιστον έφτασε στη νεοτερικότητα, έχει σαν σημείο ιστορικής απαρχής τον δωδέκατο αιώνα και την εμπειρία τροβαδούρων. Ο έρωτας όπως τον γνωρίζουμε εμείς στις νεωτερικές κοινωνίες είναι μια επινόηση ακριβώς των τροβαδούρων και εκεί συναντά κανείς ένα μοτίβο της πίεσης και του έρωτα. Οι τροβαδούροι αφιέρωναν κατά κανόνα τη ζωή τους στην κυρά των λογισμών τους, ένα απρόσιτο κατά κανόνα γυναικείο αντικείμενο – αντικείμενο σχήμα λόγου, στην ψυχαναλυτική ιδιόλεκτο τη χαρακτηρίζουμε έτσι- ήταν ένα είδος θεότητας και εκεί υπάρχει ένα είδος αποθέωσης, θεοποίησης της γυναίκας, η εξύψωσή της σε ρόλο ιδανικού ερωτικού παρτενέρ, απρόσιτου, σχεδόν ανέγγιχτου σε πάρα πολλές περιπτώσεις, αντικείμενο μιας απόλυτης αφοσίωσης από την πλευρά του τροβαδούρου, το οποίο φυσικά στοιχειώνει τους λογισμούς, στοιχειώνει τη γλώσσα και είναι το σημείο αναφοράς της ύπαρξής του. Μιλάμε για 11ο-12ο αιώνα. Ο ετεροφυλόφιλος έρωτας έχει ακριβώς ιστορικά μια εντοπισμένη αφετηρία και οι αναλύσεις και του Γάλλου ιστορικού Ντουμπί και του Φουκώ επανέρχονται σε αυτή τη περίοπτη -κατά κάποιον τρόπο- ιστορική ζώνη, που αναδύεται μια νέα φυσιογνωμία της ερωτικής εμπειρίας.
Η εκκλησία πόσο έχει συμβάλλει στο να αποκτήσει ανήθικη διάσταση;
Είναι ένα μεγάλο θέμα ανεξάντλητων συζητήσεων κατά πόσο η εκκλησία ήταν εχθρική κυρίως απέναντι στους ομοφυλόφιλους.
Στις επιστολές δεν υπήρχε αυτό; Εκεί δεν είχε αρχίσει να στιγματίζεται η ομοφυλοφιλία;
Εκείνους τους χρόνους δεν υπήρχαν διωγμοί κατά των ομοφυλόφιλων, ο πρωτοχριστιανικός εκκλησιαστικός θεσμός, δεν είχε υιοθετήσει στάση εχθρότητας απέναντι στην ομοφυλοφιλία. Και επίσης σε όλα τα κείμενα που συναπαρτίζουν τη Βίβλο, δεν υπάρχει πουθενά μια αυστηρή και ανελαστική καταδίκη της ομοφυλοφιλίας, με εξαίρεση ένα χωρίο στον Ηβητικό. Οι θέσεις που διατυπώνονται παντού συνοδεύονται από αποχρώσεις ακόμα και όταν υπάρχει μια σχετική αποστασιοποίηση από το ομοφυλοφιλικό ερωτικό μοτίβο. Το βέβαιο είναι ότι αυτός ο ονειδισμός της ομοφυλοφιλίας, η περιθωριοποίησή της, ποινικοποίησή της στην Ευρώπη, δεν είχε σαν αφετηρία τον εκκλησιαστικό λόγο ή την προσέγγιση της ομοφυλοφιλίας από τον εκκλησιαστικό θεσμό. Πουθενά δεν ανιχνεύονται ακριβώς επαρκή τεκμήρια για τη θεμελίωση μιας τέτοιας υπόθεσης. Παραμένει ένα αίνιγμα πώς πνευματικά συγκροτήθηκε σε αυτό το μέγα αμάρτημα, μέγα όνειδος όπως λέει και ο Φουκώ στο Δυτικό κόσμο.
Ο Φουκώ διατυπώνει μια υπόθεση ότι τον 15ο-16ο αιώνα, όταν αρχίζει πλέον να εκλείπει στο δυτικό κόσμο η έννοια της φιλίας, τίθεται πλέον το ερώτημα στην αρχαϊκή της μορφή, σε αυτές τις εξευγενισμένες περίοπτες επεξεργασμένες διυποκειμενικές σχέσεις, τίθεται το ερώτημα τι διάολο κάνουν οι άνδρες μεταξύ τους και εκεί επανασημασιοδοτείται λίγο πολύ η ομοφυλοφιλία. Το μόνο πράγμα που μπορεί να συνδέει δύο άνδρες που τη βρίσκουν μαζί είναι η σεξουαλικότητα, πιθανόν να ήταν ένα είδος τροφής στο τρόπο προσέγγισης της σεξουαλικότητας στη Δύση. Το βέβαιο είναι ότι η εχθρότητα αυτή δεν πηγάζει από τον εκκλησιαστικό λόγο, από την εκκλησιαστική δογματική και τον εκκλησιαστικό θεσμό. Τα βιβλικά κείμενα, για παράδειγμα, καταδικάζουν χωρίς αποχρώσεις την υποκρισία. Αλλά σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος, καμία δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία δεν θεσπίστηκαν νόμοι καταδίωξης των υποκριτών. Πουθενά δεν καταγράφηκαν ευνουχισμοί ανδρών επειδή αποδείχθηκαν υποκριτές. Επίσης βιβλικά κείμενα καταδικάζουν αναφανδόν και με πολύ πιο οξύ τρόπο την ομοφυλοφιλία, την πορνεία. Παρ’όλα, αυτά πόρνες σε όλη την Ευρώπη κατάφεραν να εξασφαλίσουν πιστοποιητικά νομιμότητας, να ενταχθούν στην κοινότητα και πουθενά η πορνεία δεν απετέλεσε αιτία μαζικών διωγμών, μαζικού στιγματισμού, όπως συνέβη με την ομοφυλοφιλία. Είναι ένα μυστήριο γιατί ακριβώς πραγματοποιήθηκε αυτή η στροφή.
[ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη περί έρωτα του κ. δημήτρι βεργέτη στο ουγκ! που κυκλοφορεί την πέμπτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: