Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

ντριμς


~στα δύο χρόνια που βγάζουν δίσκους οι chasing voices έχουν κυκλοφορήσει μόλις τέσσερα κομμάτια. για την ακρίβεια, έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα one sided 12ιντσα με ένα μόνο κομμάτι στο καθένα. στην αρχή, όταν βγήκε το acidbathory [που εξακολουθεί να είναι σοκαριστικό, κι όσες φορές κι αν το ακούσεις είναι σαν την πρώτη], δεν υπήρχαν καθόλου πληροφορίες για την ταυτότητά τους. το «μυστήριο» για τον δημιουργό του κομματιού απλά έκανε πιο δυνατό τον «θρύλο» που απλωνόταν γύρω απ’ το όνομα chasing voices. και παρόλο που ήταν ξεκάθαρα ένα dance κομμάτι, δεν γινόταν να το ταξινομήσεις. δεν ήταν ακριβώς techno, δεν ήταν το dubstep που είχες συνηθίσει και ταυτόχρονα ήταν και τα δυο μαζί κι ακόμα περισσότερα: «τρομακτική», «στοιχειωμένη» dance που θα μπορούσε να είχε γραφτεί και τις μέρες του acid house. acidbathory, όπως λέει κι ο τίτλος του, χωρίς όμως κάποιο απ’ τα κλισέ του είδους.
στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι οι chasing voices δεν είναι ένας, αλλά μια ολόκληρη ομάδα νεοϋορκέζων παραγωγών, που χρησιμοποίησαν και θα χρησιμοποιήσουν αυτό το όνομα για τις κυκλοφορίες της preserved instinct [της εταιρίας που έχουν ιδρύσει ο francis englehardt και ο paul nickerson, το δίδυμο πίσω από τo δισκάδικο dope jams records της νέας υόρκης]. για κανένα από τα κομμάτια δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες, δεν αποκαλύπτεται ούτε το όνομα του δημιουργού, ούτε αν πρόκειται για νέα δουλειά ή κάποια παλιά που έμεινε για χρόνια ακυκλοφόρητη [το ίδιο δίδυμο τρέχει και τη σειρά slow to speak, με επανεκδόσεις υλικού απ’ το παρελθόν].
εδώ είναι μαζεμένα και τα τέσσερα κομμάτια που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα [ακούγονται με φουλ την ένταση].
~«οι πρωταρχικές αναμνήσεις είναι περίεργη συνθήκη μιας και δεν μπορούμε να ’μαστε σίγουροι αν είναι όνειρα ή πραγματικότητα. το παρελθόν όπως και η μνήμη είναι παράξενα πράγματα. χρωματίζουμε το παρελθόν και τις εμπειρίες μας ποικιλοτρόπως, ειδικά μεγαλώνοντας. το παρελθόν στη πραγματικότητα είναι μόνο ανάμνηση, αυτό που υπάρχει είναι μόνο το παρόν».
«τώρα τα πράγματα είναι πιο αρχειοθετημένα, οι περισσότεροι άνθρωποι καταγράφουν τα πάντα στα κοινωνικά δίκτυα. εγώ δεν έχω smartphone και σπάνια τραβάω φωτογραφίες. προτιμώ να θυμάμαι με τον δικό μου τρόπο, παρά να βλέπω φωτογραφίες και βίντεο των όσων έχω κάνει. αυτή η καταγραφή, επίσης, παρεμβάλλεται στην εμπειρία. ένα καλό παράδειγμα είναι όταν βγει ένας φακός -οι άνθρωποι αυτόματα συμπεριφέρονται λιγότερο φυσικά και γίνονται επιφυλακτικοί. το νόημα νομίζω είναι να ζεις την αληθινή ζωή και να καταγράφεις λιγότερο τα πεπραγμένα».
ο caretaker σε μία πολύ ωραία συνέντευξη στο ough!
~οι dreams έκαναν μία από τις πιο συναρπαστικές εμφανίσεις που έχω δει τα τελευταία χρόνια, απίθανο live. είναι απ’ τις περιπτώσεις που δεν μπορείς να διανοηθείς πόσο ασύγκριτα καλύτεροι είναι στη σκηνή. αυτό που έχει καταγραφεί στο δίσκο τους αδικεί. και ήταν μια πολύ ωραία βραδιά η χθεσινή. για όλους.

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

παιχνίδια


~κάπου στον κολωνό, εκεί που στη λένορμαν βρίσκεις ένα κομμωτήριο όπου τα πάντα είναι κόκκινα [ακόμα και η πινακίδα στο δρόμο που γράφει την οδό], ακριβώς πριν φτάσεις στο κτίριο του πρώην καπνεργοστάσιου που τώρα είναι βιβλιοθήκη, στρίβεις αριστερά και προχωράς προς τα τζάμπο. αν είσαι προσεκτικός, στο δεξί σου χέρι, βρίσκεις αυτή την βιτρίνα που μοιάζει με τάφο παιχνιδιών. ακόμα και η γραμματοσειρά της πινακίδας θυμίζει φακελλάκι με κόλλυβα. παρόλο που μια ξεκάρφωτη βιτρίνα με λούτρινα παιχνίδια στη γωνία ενός δρόμου δεν είναι και ό,τι πιο συνηθισμένο ως εικόνα, σίγουρα δεν θα σου περνούσε ποτέ απ' το μυαλό το στόρι που κρύβεται πίσω της.
μιλάμε για την πιο πετυχημένη βιοτεχνία λούτρινων παιχνιδιών στην ελλάδα, ιστορική και με τεράστια επιτυχία στο εξωτερικό. για την ακρίβεια, ήταν η δεύτερη πιο μεγάλη επιχείρηση λούτρινων παιχνιδιών στην ευρώπη, η οποία τροφοδοτούσε με παιχνίδια όλα τα παιχνιδάδικα στην ελλάδα, μεγάλα και μικρά. εκατομμύρια λούτρινα παιχνίδια από το τέλος των '60s έχουν μεγαλώσει γενιές παιδιών, όλα χειροποίητα, ραμμένα ένα ένα στο χέρι, και made in greece. η κυρία βούλα που τα σχεδίασε είναι αυτοδίδακτη και ξεκίνησε σχεδιάζοντας και φτιάχνοντας στο χέρι ξύλινα έπιπλα για κουκλόσπιτα. από πολύ μικρή. αν δεν ήταν στην ελλάδα, θα είχε βραβευτεί για την προσφορά της [θα μου πεις, από ποιον; περισσεύουν εδώ βραβεία για την κυρία βούλα;].
σίγουρα δεν υπάρχει ελληνικό σπίτι των '70s, των '80s και των '90s που να μην έχει ένα τουλάχιστον απ' τα ζώα που έχει φτιάξει, έστω και χωρίς να γνωρίζει το δημιουργό τους. στο μινιόν και στους λαμπρόπουλους έδιναν εκατομμύρια κομμάτια κάθε χριστούγεννα και πάσχα, μαγαζιά παιχνιδιών από το εξωτερικό τους έκαναν ειδικές παραγγελίες, το σήμα τους [που μοιάζει με τον fantastic mr. fox] ταξίδεψε σε κάθε χώρα του κόσμου, έφτιαχναν τη μασκότ για τα κλαμπ της νίνα χάγκεν στη γερμανία κι άλλα πολλά που σήμερα ακούγονται αρκετά απίστευτα. η τελευταία της δημιουργία ήταν το τεράστιο αρκουδάκι των γκούντις. μετά ήρθαν τα κινέζικα και γάμησαν την πιάτσα. ήρθαν και τα τζάμπο που γέμισαν με κινέζικα επειδή είναι πιο φτηνά, κι ας είναι άθλιας ποιότητας. [η ειρωνία είναι ότι από εκεί που βρίσκεται η βιτρίνα βλέπεις φάτσα την ταμπέλα ''τζάμπο'' στο τέλος του δρόμου].
τέλος πάντων, η κυρία βούλα μπορεί να πέρασε πολλές περιπέτειες με την υγεία της και να σταμάτησε για λίγο, αλλά δεν άφησε μια αρρώστια να τη νικήσει, συνεχίζει να φτιάχνει παιχνίδια για όποιον τα παραγγείλει, ακόμα κι αν είναι πρατήρια βενζίνης που τα δίνουν για δώρο στους πελάτες τους...
[ολόκληρη η ιστορία στο ough!]
~προσπάθησα να κρατηθώ και να μην το σχολιάσω, αλλά δες εδώ πώς λέγεται αυτό το παιχνιδάκι που κάνει σαπουνόφουσκες και μετά πρόσεξε το σχήμα της σαπουνόφουσκας που σχηματίζεται [οριζοντίως].
~κι ένα τραγουδάκι για την κυρία βούλα.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

φάμιλι



1985. ο prince έχει σαρώσει με το purple rain και έχει χωρίσει οριστικά τα τσανάκια του με τον morris day των time [συνεργάτη του απ’ τα σχολικά χρόνια και μέλος των grand central κι αργότερα των champagne, μαζί με τον andre cymone και τον prince]. μαζεύει έτσι όσους παρέλασαν στην ταινία μαζί με τον jesse johnson των time και φτιάχνουν τους family, ένα από τα πιο ελπιδοφόρα πρότζεκτ του prince που ξεκίνησε με τρομερές προοπτικές. «πάμε να αρπάξουμε κάποια απ’ τα λεφτά των duran duran», είχε πει στον johnson και σε έναν έκπληκτο st. paul peterson, τον κιμπορντίστα του γκρουπ [σύμφωνα με τη διήγηση του alan leeds, του tour manager του prince εκείνη την εποχή και θετού πατέρα του eric leeds, σαξοφωνίστα των family]. ο prince ήταν σίγουρος για την επιτυχία τους και τους είχε υποσχεθεί ότι σύντομα θα ήταν στο νούμερο 1.
φρόντμαν θα ήταν ο paul peterson μαζί με την susannah melnoin, δίδυμη αδερφή της κιθαρίστριας των revolution, της wendy. επίσης συμμετείχαν οι jellybean johnson και jerome benton [άνεργοι μουσικοί τότε και οι δύο, σύμφωνα με τον alan leeds]. ο prince τους έπεισε να μπουν αμέσως στο στούντιο και έγραψε για αυτούς 7 κομμάτια [μουσική και στίχους]. το μόνο κομμάτι που δεν ήταν δικό του ήταν το river run dry [ήταν και είναι το αγαπημένο μου του δίσκου], το οποίο είχε γράψει ο bobby z., o ντράμερ των revolution.
το πρώτο single του δίσκου ήταν το the screams of passion, το οποίο δεν τα πήγε και άσχημα, δεν κατάφερε όμως να φτάσει ψηλά στα τσαρτ. έτσι ήταν και το μοναδικό. μετά την παρθενική εμφάνισή τους στο first avenue της μινεάπολης [ο leeds την αποκαλεί «volcanic»] o prince έφυγε για τη γαλλία για να γυρίσει το under the cherry moon. τη στιγμή δηλαδή που το σχήμα χρειαζόταν δυνατό προμόσιον το εγκατέλειψε στην τύχη του και ο δίσκος αγνοήθηκε εντελώς. στο μεταξύ, ο peterson υπόγραψε ένα πολύ καλό συμβόλαιο με την mca και οι family «εξατμίστηκαν».
το άλμπουμ που θεωρείται ένα από τα πιο σπουδαία «χαμένα» όλων των εποχών απόκτησε στη συνέχεια «καλτ φήμη». η ειρωνεία είναι ότι περιέχει ένα από τα καλύτερα [και πιο πετυχημένα ever] τραγούδια που έχει γράψει ο prince, το οποίο δεν θεωρήθηκε καν διασκευή όταν έγινε τεράστια επιτυχία από την sinead o’connor: το nothing compares 2u. «για να θεωρηθεί ότι ένα τραγούδι είναι φόρος τιμής σε κάποιο συγκρότημα πρέπει το έχεις διασκευάσει και αναβιώσει πετυχημένα, τι να πεις όμως όταν η δικιά σου, αυθεντική εκτέλεση, δεν είχε ποτέ μια ευκαιρία;» ρωτάει η susanne melvoin. «ήταν κάτι αλλόκοτο, πολύ αλλόκοτο, σκεφτόμουν. ‘τουλάχιστον αφήστε μας να το δοκιμάσουμε πρώτοι’».
ολόκληρο το στόρι των family που ξαναφτιάχτηκαν το 2009 και φέτος περιοδεύουν κάνοντας ζωντανές εμφανίσεις στην ευρώπη, υπάρχει στο τελευταίο τεύχος του wax poetics που είναι αφιερωμένο στον prince και την «αυλή» του.
αυτή τη φορά τους λένε fDeluxe.
κι αυτό είναι το άλμπουμ των φάμιλι. οι φωτο από εδώ.

παλιές κακές μέρες




η νέα υόρκη στα '80s. από εδώ. και κάτι από '60s.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

25η μαρτίου 1967


σε παρέλαση είχα να πάω πάρα πολλά χρόνια. για την ακρίβεια, δεν είχα ξαναδεί παρέλαση από τότε που πήγαινα σχολείο. φέτος που ήταν απαγορευμένη, με το μπατσικό να υπερβαίνει τον αριθμό των θεατών και ακροβολισμένους ελεύθερους σκοπευτές [τελικά τους μόνους ελεύθερους σ' αυτή την πόλη], ήταν μια καλή ευκαιρία να δω κι από κοντά γιατί τόση φασαρία. πρέπει να πω εδώ ότι στις δέκα το πρωί η αθήνα θύμιζε 15αύγουστο ή κυριακή του πάσχα, με τη διαφορά ότι ούτε τον 15αύγουστο ούτε την κυριακή του πάσχα δεν είναι το κέντρο αποκλεισμένο και οριοθετημένο με κόκκινες ταινίες. ούτε έχει χιλιάδες μπάτσους.
επίσης, πρέπει να πω ότι τους μπάτσους που στέκονταν παραταγμένοι κατά μήκος των οδοφραγμάτων σε συμμετρικά σχήματα -τρεις άντρες, μία γυναίκα, όλες οι γυναίκες με μαύρο γυαλί- μου είναι αδύνατο να τους δω με αντιπάθεια, παρόλο που με τα ''απαγορεύεται'' με έστελναν όλο και πιο χαμηλά σε κάθε προσπάθεια να φτάσω στο σύνταγμα. κάποια στιγμή, περνώντας δίπλα από ένα ''οδόφραγμα'' άκουσα τον έναν μπάτσο -εκεί γύρω στα 20- να ρωτάει τον άλλο μπάτσο, συνομήλικό του, αν έχει μαγειρέψει για σήμερα κι ο άλλος να απαντάει ''ναι, τώρα κάνω τις πρώτες απόπειρες να μαγειρέψω μόνος μου''. ήθελα να τον ρωτήσω τι μαγείρεψε, αλλά κρατήθηκα, όχι επειδή δεν ξέρεις ποτέ πώς θα αντιδράσει ένας μπάτσος που κρυφάκουσες χωρίς να θέλεις [χμ, και για αυτό], αλλά βιαζόμουν -είχα αργήσει δεκαπέντε λεπτά στο ραντεβού και θα χάναμε την παρέλαση.
τελικά πιο κάτω και πιο κάτω με τα ''απαγορεύεται'' έφτασα στην αιόλου. ο κόσμος ελάχιστος. στη γωνία με τη μητροπόλεως ένας ηλικιωμένος έλεγε φωναχτά -δίπλα σε μια διμοιρία- ότι η κατάσταση την πρώτη χρονιά του μνημονίου είναι χειρότερη απ' της χούντας, τουλάχιστον τότε μπορούσες να δεις την παρέλαση με την ησυχία σου και μπορούσες να χορέψεις κι έναν τσάμικο. τώρα η παρέλαση κατάντησε μόνο για δημοσιογράφους.
μέχρι να ανέβω στο σύνταγμα, η μητροπόλεως δεν είχε ψυχή. στην πλατεία συντάγματος είχε καμιά εκατοστή άτομα άκουμπισμένα στα οδοφράγματα, που έβγαζαν φωτογραφίες τους μπάτσους. η πλατεία δηλαδή ήταν κλειστή, το ίδιο και όλοι οι δρόμοι προς κι από τη βουλή, έτσι χάσαμε την αρχή της παρέλασης. στη βουκουρεστίου κάποιοι είχαν πάθει εθνικιστικό παραλήρημα και έβριζαν τους μελαχρινούς αλλοδαπούς που πουλούσαν ελληνικές σημαίες, ενώ στην πανεπιστημίου είχαν πάρει θέση πάνω στο πεζοδρόμιο τουρίστες και ξένοι που ζουν στην αθήνα που είχαν έρθει να δουν τα ελληνικά στρατά. μάλλον επειδή ήταν κάτι απαγορευμένο [ως γνωστόν ό,τι απαγορεύεται είναι πιο γοητευτικό, ειδικά όταν σε σημαδεύουν ελεύθεροι σκοπευτές]. ανάμεσα στο πλήθος είχε και καναδυό έλληνες, τους οποίους δεν τους πολυξεχώριζες, επειδή όλοι έβγαζαν αβέρτα φωτογραφίες.
η παρέλαση ήταν βαρετή. πιο βαρετή απ' όσο θυμόμουν, δηλαδή πολύ κακό για το τίποτα, ούτε τανκς ούτε αεροπλάνα σε σχηματισμούς και χρωματιστούς καπνούς, ούτε κανονιοβολισμοί και πυροτεχνήματα. φύγαμε και πήγαμε για καφέ με μια απ' τους εχθρούς [μια γερμανίδα δημοσιογράφο].
οι φωτο από εδώ.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

dark days



~o david mccallum εκτός από τον ρόλο του ως ρώσος πράκτορας illya kuryakin στην τηλεοπτική σειρά [και τις ταινίες] των '60s ''the man of u.n.k.l.e.'', ως ''αόρατος άνθρωπος'' στα '70s και στα γεροντάματα ως donald "ducky" mallard στο ''ncis'' [που θα παίζεται μέχρι το τέλος του κόσμου] έχει παίξει και στο ''the great escape''. εκεί έκανε το λάθος και σύστησε τον τσαρλς μπρόνσον στην τότε σύζυγό του, κι αυτός δεν έχασε ευκαιρία, του την άρπαξε και την παντρεύτηκε. φυσικά, μέχρι να γίνει ο γάμος τους, ο ντέιβιντ είχε προλάβει και παντρεύτηκε άλλη κι είχε κάνει κι ένα παιδί. ωραία χρόνια, ήταν όλα εύκολα για τους ανθρώπους.
ο ντέιβιντ λοιπόν, εκτός από ηθοποιός και κερατάς ήταν και μουσικός, καλός μουσικός, μέχρι να γίνει ο γάμος της πρώην γυναίκας του με τον τσαρλς το '68 είχε φτιάξει τέσσερα άλμπουμ με παραγωγό τον david axelrod. μετά το γάμο σταμάτησε τη μουσική. στα δύο πρώτα άλμπουμ του -με τους εμπνευσμένους τίτλους ''music... a part of me'' και ''music... a bit more of me''- παίζει αποκλειστικά ινστρουμένταλ διασκευές γνωστών τραγουδιών της εποχής, έτσι δεν είχα ποτέ προσέξει ότι είναι και συνθέτης. εκτός από το ''the edge'' που είχε σαμπλάρει ο dr. dre στην εισαγωγή του ''
the next episode'' έχει γράψει κι αυτή εδώ την απίθανη μελωδία που του έκλεψε ο dj shadow στο dark days. πάντα θεωρούσα το dark days από τις καλύτερες στιγμές του dj shadow. κι εξακολουθεί να είναι.
~ο τίτλος της ταινίας του bertnar blier στα γαλλικά [''les valseuses''=τα αρχίδια] είναι η καλύτερη περιγραφή για τους δυο πρωταγωνιστές της [τον gerard depardieu στον ρόλο που τον καθιέρωσε και τον patrick dewaere]. στα αγγλικά η ταινία βγήκε με τον παραπλανητικό τίτλο ''going places'' που δεν έχει καμία σχέση με αυτό που πραγματικά είναι: μια προκλητική -για το '74- ταινία, με δυο ''αρχίδια'' που το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι οι κλεψιές και το σεξ. τριγυρνάνε στη γαλλική επαρχία και την πέφτουν αδιακρίτως σε όλες, μυρίζουν γυναικεία εσώρουχα, κλέβουν αυτοκίνητα, λεφτά, γυναίκες. αρπάζουν την miu miu απ' το κομμωτήριο που δουλεύει -αφού το αφεντικό της, που του είχαν κλέψει το αυτοκίνητο, προλάβει να πυροβολήσει τον dewaere ξυστά στο αρχίδι- την αφήνουν ενέχυρο σε κάποιον γνωστό τους μέχρι να βρουν γιατρό [τον οποίον, αφού φροντίσει την πληγή, τον ληστεύουν!] και μετά την παίρνουν πίσω και... γίνονται τρίο. λίγο αργότερα, στο τρένο, την πέφτουν σε μία μάνα που θηλάζει το παιδί της και την αναγκάζουν να θηλάσει και τον dewaere. μετά πετυχαίνουν στο δρόμο την ζαν μορό, μόλις έχει βγει απ' τη φυλακή και κάνουν ακόμα ένα τρίο, μόνο που αυτή μετά το σεξ αυτοκτονεί και τους φρικάρει. έτσι επιστρέφουν στην miu miu που προσπαθεί απεγνωσμένα να φτάσει σε οργασμό [στο τέλος τα καταφέρνει, αλλά όχι με τα ''αρχίδια'']. λίγο πριν τελειώσει [η ταινία] αποπλανούν και την ιζαμπέλ υπέρ, η οποία από τότε φαινόταν σε τι ανώμαλες ταινίες θα πρωταγωνιστούσε στο μέλλον. εδώ παίζει το ρόλο μιας 16χρονης που το σκάει απ' τους γονείς της και φεύγει μαζί με τους τρεις. με την ευκαιρία, ξεπαρθενεύεται.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

harold and maude



η maude είναι 79 χρονών, τρελοκομείο [κλέβει αυτοκίνητα, τρέχει του σκοτωμού και συχνάζει σε κηδείες αγνώστων], παθιασμένη με τη ζωή. είναι τόσο πλήρης η ζωή της, που λίγες ώρες πριν γίνει 80 αποφασίζει να την αποχαιρετήσει, επειδή έζησε αρκετά [τα 80 είναι μια καλή ηλικία για να πεθάνει κανείς]. έχει ζήσει τα νιάτα της στη βιέννη, έχει επιβιώσει απ' το ολοκαύτωμα και είχε παντρευτεί με τον dreyfus -τον οποίο θυμάται και κλαίει. ''dreyfus once wrote from devil's island that he would see the most glorious birds. many years later in brittany he realized they had only been seagulls... for me they will always be glorious birds'', λέει σε μια από τις πιο ωραίες σκηνές της ταινίας.
η maude είναι τέρας αισιοδοξίας. κάθε μέρα πραγματοποιεί το μότο της: "να δοκιμάζεις κάτι νέο", ενώ τραγουδάει παράφωνα ''you can do what you want / the opportunity's on / and if you can find a new way / you can do it today / you can make it all true / and you can make it undo / you see ah ah ah / it's easy ah ah ah / you only need to know...'' [στο ''if you want to sing out, sing out''].
ο harold είναι 20άρης, πλουσιόπαιδο, παθιασμένος με τον θάνατο. έχει κάνει 15 απόπειρες αυτοκτονίας, οδηγεί νεκροφόρα και το μόνο που του αρέσει είναι να παρακολουθεί κηδείες αγνώστων. σε κάποια κηδεία γνωρίζει την maude και η ζωή του αποκτάει νόημα. την ερωτεύεται και θέλει να την παντρευτεί. στο μεταξύ, η μάνα του, ο θείος του, ο ψυχίατρος και ο παπάς φρικάρουν [ο τελευταίος θέλει να ξεράσει, όταν σκέφτεται τον πλαδαρό κώλο και τα μαραμένα βυζιά της 80άχρονης δίπλα στην νεανική του σάρκα].
το harold and maude είναι μία μαύρη κωμωδία που θεωρήθηκε πολύ γλυκερή στην εποχή της και άργησε να εκτιμηθεί [κυρίως η αισθητική της], πλημμυρισμένη από τα τραγούδια του κατ στίβενς -ο οποίος τότε δεν ήταν γιουσούφ, μετά πήρε τα βουνά. κι έχει ένα πολύ ωραίο σάουντρακ. αν σου αρέσουν οι ταινίες του γουές άντερσον και δεν την έχεις δει, ψάξε να τη βρεις. τον ιούνιο βγαίνει απ' την criterion, αλλά ο ιούνιος σίγουρα θα είναι πολύ καυτός μήνας για να βλέπεις ταινίες. μια χαρά είναι κι η κόπια που υπάρχει ήδη. η ρουθ γκόρντον που παίζει την maude στην ταινία είναι η σατανική minnie του ''rosemary's baby''. ο bud cort που παίζει τον χάρολντ ήταν ο bill ubell στο ''the life aquatic with steve zissou'' και η φωνή του κομπιούτερ στο ''electric dreams''.

banana wine



κάποτε είχα δοκιμάσει σκοτσέζικη μπίρα από τσουκνίδες [βιολογική], δηλαδή ένα ζουμί που είχε εμφάνιση και γεύση υγρού για τα πιάτα. αυτοί που το είχαν φτιάξει δεν το έπιναν απλώς με ευχαρίστηση, το πούλαγαν κιόλας. το αξιοπερίεργο δεν είναι ότι κάποιοι το πούλαγαν, αλλά ότι υπήρχαν άνθρωποι που το αγόραζαν -κυρίως για να το κάνουν δώρο [όποιος το λάβαινε, μιλάμε για μεγάλη τύχη].
σήμερα το πρωί, μπήκα μετά από πολύ καιρό στο fecal face, κι έπεσα πάνω σ' αυτή τη συνταγή για τζιτζιμπίρα. είναι πιο μπελαλίδικη από την ελληνική εκδοχή, αλλά έχει κι ανθρακικό και φαίνεται πιο ''κανονικό'' αναψυκτικό. αχρείαστη να 'ναι. [1 γαλόνι=3,79 λίτρα].
και ένα πολύ καλό banana wine.
[μικροί στο μάτι, get got, ντρόπεξ λάιφ, evan christ, τρέλα, inverz, αμπάρες, σπίτια, πατάτες, προφητεία, για τον λούθερ, σμυρναίικο μινόρε, μαξ άλπερ]

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

moon watching




~''black is beautiful'' λέγεται το νέο άλμπουμ των hype williams στην hyperdub που κυκλοφορεί στις 17 απριλίου. οι πολύ ωραίες φωτο τους είναι από το pig mag.
~πριν αρχίσεις να διαβάζεις παρακάτω, σε συμβουλεύω να κατεβάσεις το άλμπουμ και να βάλεις να παίζει το πρώτο κομμάτι, το moon watching και μετά το sunset για να φτιαχτεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα. και μετά το spring rain [ο πασχάλης τραγουδάει κορεάτικα]. με αυτή τη σειρά…
η ζωή του shin joong hyun [ή shin jung-hyeon] ξεκίνησε μέσα στις κακουχίες -από τότε που γεννήθηκε [στην κορέα, το 1938] τον κυνήγαγαν τα θανατικά. η μάνα του πέθανε όταν ήταν πολύ μικρός, ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε μια γιαπωνέζα και τον πηγαινοέφερναν από την ιαπωνία στην manchuria, μέχρι το 1952 που πέθανε κι αυτός κι έμεινε εντελώς ορφανός. ένα χρόνο αργότερα πέθανε κι η μητριά του, έτσι στα 15 του βρέθηκε σαν την καλαμιά στη σεούλ να δουλεύει σε ένα φαρμακείο, πηγαίνοντας ταυτόχρονα σε νυχτερινό σχολείο [δούλευε τη μέρα και τη νύχτα κοιμόταν στο θρανίο]. τότε, ανάμεσα στα φάρμακα και το διάβασμα με λάμπα λαδιού, έμαθε να παίζει και κιθάρα [εδώ βάλε να παίζει το λυπητερό ριφ απ’ το sunset]. αυτοδίδακτος.
αυτά που έμαθε προσπάθησε να τα διδάξει κιόλας το επόμενο χρόνο σε ένα ωδείο στο jongo, με καταστροφικά αποτελέσματα, επειδή η μουσική του διέφθειρε τους πιτσιρικάδες. όταν τον έδιωξαν κακήν κακώς, άρχισε να κάνει οντισιόν στις αμερικάνικες βάσεις για να βρει δουλειά ως κιθαρίστας στα σόου που διοργάνωναν οι στρατιώτες. ο κοντοστούπης νοστιμούλης [δες ασπρόμαυρη φωτο] τους άρεσε, τον προσέλαβαν, κι από τότε και στο εξής ξεκινάει η καριέρα του ως κιθαρίστας, συνθέτης και διασκεδαστής, με το όνομα jacky shin and his electric guitar. ήταν σχεδόν 19.
τα υπόλοιπα είναι ιστορία. ήρθαν τα σίξτις, η «βρετανική εισβολή», τα ναρκωτικά, η ψυχεδέλεια, ένα ροκ γκρουπ [το πρώτο της κορέας, οι add4] που πήγε άπατο και μετά οι pearl sisters [έγραψε κι έκανε παραγωγή στο nimah και ανέβηκαν στο νούμερο ένα]. τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε και ηχογράφησε με σχεδόν όλους τους μουσικούς της νότιας κορέας. έγραφε χιτ με τη σέσουλα και γνώρισε τρελή επιτυχία. ήταν κάτι σαν τον κορεάτη μπράιαν γουίλσον ή τον τζίμι χέντριξ της ασίας και μάλιστα εκτός απ’ τους κορεάτες που τον έκαναν σταρ, είχε και τρελούς φαν στις αμερικάνικες διμοιρίες. να σημειώσω εδώ ότι το 1970, ως shin joong hyun & the questions, είχε κυκλοφορήσει ένα πολύ καλό άλμπουμ με τίτλο «in-a-kadda-da-vida» [με τη διασκευή στο ιναγκάντα νταβίντα, που είναι και από τις πολύ μεγάλες επιτυχίες του].
η δημοτικότητά του ήταν στο πικ της το 1972, όταν ο νοτιοκορεάτης πρόεδρος park chung hee του ζήτησε να γράψει τον προεδρικό ύμνο, ένα τραγούδι που θα υμνούσε τα προτερήματά του. ο shin αρνήθηκε και στη θέση του έγραψε ένα τραγούδι για τις ομορφιές της κορέας. από τότε έγινε στόχος της αστυνομίας και τα τραγούδια του ξαφνικά χαρακτηρίστηκαν «πρόστυχα» και «φασαριόζικα». για να τον εκδικηθούν, τον αύγουστο του 1975 τον συνέλαβαν επειδή κάπνιζε μαριχουάνα. μέχρι να πεθάνει ο τρισκατάρατος [chung hee], ήταν απαγορευμένες και οι εμφανίσεις του και οι μεταδόσεις των κομματιών του. όταν με το καλό πέθανε, τα χρόνια είχαν περάσει, η μουσική είχε αλλάξει κι ο ήχος του shin είχε ξεπεραστεί. την δεκαετία του 80 προσπάθησε να ανακάμψει, άνοιξε ένα κλαμπ στη σεούλ σε μια περιοχή που σύχναζαν αμερικάνοι και άλλοι ξένοι και συνέχισε για σχεδόν δέκα χρόνια να παίζει σε τουρίστες τον ήχο που τον είχε κάνει αστέρα. επίσης, συνέχισε να ηχογραφεί και να κυκλοφορεί δίσκους μέχρι το 2006 που αποσύρθηκε για να δώσει τη θέση του στους τρεις γιους του.
η τελευταία φορά που εμφανίστηκε ήταν το 2008 μαζί τους στο hollywood bowl σε ένα κορεάτικο φεστιβάλ. το 2004 είχε γράψει το σάουντρακ για το low life του im kwon-taek.
η συγκεκριμένη συλλογή που κυκλοφόρησε πέρσι περιέχει πολύ χαρακτηριστικές στιγμές του από το ’58 μέχρι το ’74, πριν ξεκινήσει η κατρακύλα…

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

τσιζ



Το burger είναι από αυτές τις μικρές λιχουδιές της ζωής τις οποίες θες να τις απολαμβάνεις στο έπακρο. Στο έπακρο σημαίνει να τις απολαμβάνεις στην original μορφή τους -το νοούμενoν που έλεγε και ο Καντ. Όσο πιο κοντά στο Αμερικανικό, τόσο καλύτερα. Όπως και να το κάνουμε, αν τρώγαμε σουβλάκι στο Αμέρικα, θα το συγκρίναμε με την Ελληνική βερζιόν του. Γκουρμεδισμοί δεν χωράνε στα burgers. Ξέρεις κανέναν που να γουστάρει τη σουβλακάρα του με γιαουρτο-δυόσμο, καραμελωμένο κρεμμύδι σωτέ, και charbroiled κρέας, με πίτα ολικής; Too bad, αν ξέρεις κάποιον που τη βρίσκει να τρώει σουβλάκι και να νομίζει οτι είναι t-bone steak in a roll. Και στην τελική, ας φτάσουμε να φτιάχνουμε decent τσίζμπεργκερς, και ας περάσουμε στο επόμενο στάδιο του πειραματισμού και να χωρέσουμε και ολίγον γκουρμεδισμό. Και οι Κινέζοι λένε ότι για το δυσκολότερο ταξίδι χρειάζεσαι ένα βήμα τη φορά, αλλά πρέπει να συνεχίζεις το βήμα σου. Αφού το λένε και οι Κινέζοι, πρέπει να πάμε πάσο. Ένα burger που σέβεται τον θείο του απο την Αμερική πρέπει να έχει μαρουλάκι, πικλάκι, κρεμμύδι, λιγη κέτσαπ-μουστάρδα πάνω στο μαρούλι για να μην παπαριάζει το ψωμί και να θες και ένα ρολό κουζίνας για να το φας, τυράκι όχι τσένταρ, διότι το τσένταρ έχει πολύ έντονη γεύση που συνήθως καλύπτει ένα ίσως όχι τόσο καλό κρέας (αυτό δεν είναι πάντα απαραίτητο, αλλά αν συμβαίνει απο άγνοια, πιστεύοντας ότι το τσένταρ είναι καλύτερη επιλογή από ένα ενταμάκι, jack, έστω ένα έμενταλ, τότε λάθος επιλογή σενιόρ). Και το πιο σημαντικό: το burger να είναι ψημένο medium-well. Ναι, πρέπει να ρωτάνε πώς το θέλει ψημένο ο πεινάλας. Σαν Έλληνες, κατά γενική ομολογία, δεν είμαστε αρκετά συμφιλιωμένοι με την ιδέα του αίματος στο κρέας (όχι όλοι, ούτε εγώ), αλλά να τρώω burger και να είναι κιμάς για μπολονέζ καμουφλαρισμένος σε σχήμα burger, that ain’t good. Τι άνγκους, τι βοδινό Ξανθιώτικο, τί κρέας απο αρκούδα -αν είναι πίσσα κάρβουνο, όλα θα είναι το ίδιο και το αυτό. Α, και θες και ενα ψωμάκι με σουσάμι, φρέσκο, και σε θερμοκρασία δωματίου, όχι ψημένο (δεν τρώμε τοστ, και επίσης παραπέμπει σε ψωμί που δεν είναι φρέσκο για να καλύψει την μπαγιατίλα του). Και κάτι τελευταίο, επειδή το burger δεν είναι σούσι, η παρουσίαση για μένα είναι αυτό που μετράει λιγότερο από όλα. Δεν θέλω να φάω τον κατάλογο, το burger θέλω. Τα φαινόμενα, απατούν. Αυτά. Και ακόμα ένα: ό,τι λάμπει, δεν είναι χρυσός.
μια φιλοσοφική προσέγγιση στο burger. από εδώ.

μαξ άλπερ



ο μαξ άλπερ μεγάλωσε σε μια οικογένεια μουσικών στη βοστόνη. η μητέρα του, που παράτησε το berkeley γα να φύγει περιοδεία με το συγκρότημά της, τον παρακίνησε να ασχοληθεί με τη μουσική από τότε που ήταν μωρό. «άρχισα να τραγουδάω πριν καν αρχίσω να μιλάω», λέει. ο άλπερ άρχισε να κάνει μαθήματα πιάνου από την τρίτη δημοτικού, την ίδια χρονιά που του αγόρασαν και την κιθάρα. «δεν ήξερα πώς να παίξω», λέει, «ήθελα απλά να φτιάξω κουλ ήχους με αυτή, κάτι που ακόμα προσπαθώ να καταφέρω όταν παίζω κιθάρα».
ο μαξ έπαιξε με πολλά πανκ συγκροτήματα όσο ήταν στο λύκειο, κυρίως σαν τραγουδιστής. «η σύνθεση δεν με εντυπωσίαζε καθόλου», εξηγεί, «κυρίως ήταν τα μεθύσια και οι καφρίλες στα λάιβ, όταν πετάγαμε σκατά και βγάζαμε τα ρούχα μας πάνω στην σκηνή. ξέρεις, τέτοιες χαζομάρες». κι ενώ πολλοί νέοι μουσικοί έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση σε παρακμιακά μπαρ ή σε δημοτικές αίθουσες, το πρώτο λάιβ του άλπερ έγινε στο δικό του μπαρ, το mitzvah. «σκέφτηκα ‘δε γαμιέται, δεν θα πάρουμε ντιτζέι, θα παίξει το συγκρότημά μου’», λέει, «και παρόλο που αυτό που παίζαμε ήταν πραγματικά ένα ηλίθιο πανκ ροκ, όλοι γούσταραν, ακόμα κι ο παππούς κι η γιαγιά μου».
όταν τα πανκ λάιβ και οι περιστασιακές ακουστικές εμφανίσεις των σχολικών χρόνων έγιναν παρελθόν, ο μαξ αποφάσισε να επικεντρωθεί στη δημιουργία ενός κατά δικού του χαρακτηριστικού ήχου. έτσι άρχισε να δανείζεται στοιχεία από την ινδική κλασική μουσική, την ψυχεδέλεια και την free jazz [μεταξύ άλλων] για να δημιουργήσει αυτό το χαρμάνι που άλλες στιγμές θυμίζει άνιμαλ κολέκτιβ, άλλες κατεστραμμένους μπλουζίστες κι άλλες κινηματογραφική μουσική γραμμένη από κλασικό πιανίστα. με ηχώ, παραμορφώσεις, λουπαρισμένες φωνές και πολύ ωραία φωνητικά.
«η λέξη που ίσως μπορεί να χαρακτηρίσει τον ήχο μου είναι ‘πρωτόγονος’», λέει. και είναι αρκετά πειραματικός, όχι όμως τέτοιος πειραματικός που να χρειάζεται πολύ προσπάθεια να τον αντέξεις. ας πούμε ότι είναι κάτι σαν «πειραγμένη ποπ», ή «πιο εύκολη drone».
όταν ήταν μόλις 19 είχε ολοκληρώσει την παραγωγή 7 άλμπουμ, είχε γράψει τη μουσική για μία μικρού μήκους ταινία [για έναν χωρισμό], ένα ολόκληρο σάουντρακ για το «m» του fritz lang που έπαιξε ζωντανά με πλήρη ορχήστρα σε σχολική προβολή, έκανε μία περιοδεία που οργάνωσε μέσω facebook και σήμερα, στα 21 του, κυκλοφορεί το νέο δίσκο του που ετοίμαζε από το 2009.
το «american history sex» είναι ένας δίσκος σε τρία μέρη, με τρία κομμάτια μεγάλης διάρκειας δηλαδή, που θα μπορούσε το καθένα να είναι κυκλοφορία από μόνο του. ξεκινάει με ρυθμούς άνιμαλ κολέκτιβ και φωνές πάντα μπέαρ και σιγά-σιγά πετάει το ρυθμό κι απογυμνώνεται, με την [πολύ καλή] φωνή του να κυριαρχεί και μέχρι να τελειώσει το πρώτο κομμάτι έχει αλλάξει εντελώς και το ύφος και το είδος της μουσικής που παίζει. το δεύτερο μέρος είναι drone με λίγη ινδική μάντρα, ενώ στο τρίτο, με τη συνοδεία του πιάνου, γράφει το σάουντρακ για μια ερωτική ταινία με κακό τέλος.
ο μαξ που χαρακτηρίζει τον εαυτό του «συνθέτη» και όχι μουσικό, τονίζει ότι προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από «τους noise drone τύπους που βλέπεις στο pitchfork», και ταυτόχρονα να είναι προσιτός στο τυχαίο κοινό. «θα ήθελα να έχω τη δικιά μου φωνή και να μην χρειαστεί ν’ αλλάξω τίποτα σε μένα». τελειώνοντας τις σπουδές του, με το μόνο που θέλει ν’ ασχοληθεί είναι η μουσική. «αν δεν μπορώ να φτιάχνω και να παρουσιάζω ζωντανά τη μουσική μου, θα ήθελα να τη διδάσκω», λέει, «επειδή δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο».
εδώ υπάρχει ο δίσκος του.

σμυρναίικο μινόρε



έχουν περάσει πάνω από 100 χρόνια από τότε που ακούστηκε για πρώτη φορά και 93 χρόνια από τότε που ηχογραφήθηκε στη νέα υόρκη η πιο γνωστή αμερικάνικη παραλλαγή του:
αυτή με τη φωνή της μαρίκας παπαγκίκα, του 1919 –«αν μ αγαπά κι ειν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω, μες τη γλυκιά τη χαραυγή, θεέ μου ας ξεψυχήσω»- [που ήταν η αφορμή να την ανακαλύψουν ξανά οι αμερικάνοι πριν από καναδυό χρόνια και να αναζητούν μανιωδώς τις ηχογραφήσεις και την ιστορία της]. δεν ξέρω ποια ήταν η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού και πόσες διαφορετικές υπάρχουν [ο ian nagoski που είχε βγάλει τη συλλογή ''the further the flame, the worse it burns me: marika papagika 1918-1929'' πριν από μερικά χρόνια κι έχει ψάξει την ιστορία της μαρίκας όσο λίγοι, γράφει στο βιβλιαράκι που τη συνοδεύει ότι την βαλς μελωδία την έχει γράψει ένας ρώσικης καταγωγής εβραίος στα μέσα του 19ου αιώνα], σημασία έχει ότι το «σμυρνέικο μινόρε» ή «μινόρε μανές» ή «μινόρε της αυγής», ή όπως αλλιώς το έλεγαν, είναι ένα από τα πιο ωραία τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. κι η μαρίκα παπαγκίκα δεν ήταν μια τραγουδίστρια του περιθωρίου [δεν τραγούδησε παρά ελάχιστα ρεμπέτικα, καμιά εικοσαριά, το ρεπερτόριό της είχε κυρίως δημοτικά, λαϊκά, σμυρνέικα, ελαφρά, οπερέτες, και τούρκικα], ήταν τρομερά πετυχημένη, με ένα σωρό ηχογραφήσεις στην victor και την columbia [225 τραγούδια συνολικά, απ’ τα οποία τα 150 δεν ξανακυκλοφόρησαν ποτέ από τότε που πρωτοβγήκαν σε 78 στροφές], πολύ δημοφιλής στους αμερικάνικους κύκλους της διασποράς, παρόλο που δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου δημοσιεύματα της εποχής -ή πληροφορίες για τη ζωή της, όπως για άλλους σταρ των αρχών του αιώνα. στην ελλάδα οι αναφορές στον τύπο της εποχής είναι ανύπαρκτες.
«για τη σιωπή του τύπου τώρα ξέρουμε, πως επειδή εργαζόταν σε καφέ αμάν της νέας υόρκης, δεν έπρεπε να περιμένει καμιά αναφορά», είχε γράψει ο γιώργος ε. παπαδάκης στην ελευθεροτυπία. «αντίθετα, μάλιστα, ο ελληνικός τύπος δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την απέχθειά του σε κάθε τι που δεν διευκόλυνε την αμερικανοποίηση των μεταναστών, είτε αυτό ήταν ένας αμφιλεγόμενος τρόπος διασκέδασης είτε ολόκληρη η ελληνική λαϊκή παράδοση. ιδού δείγμα από τη μηνιαία εικονογραφημένη ατλαντίδα στις 4 φεβρουαρίου 1904 (ανταπόκριση από το σαν φρανσίσκο): ‘έχομεν και άλλην πληγήν ανίατον’ (η πρώτη πληγή υποτίθεται πως είναι οι 40 γυναίκες σερβιτόρες στα καφενεία της πόλης) ‘ήτοι τα καφέ αμάν με τας αγρίας ωρυγάς των τραγουδιστριών και τα απαίσια κλαρίνα. επίσης και τον καραγκιόζην, τουρκικήν κληρονομίαν τον οποίον παρουσιάζουν εις τους διαπορούντας αμερικανούς ως ελληνικόν θέατρον. με τα βάρβαρα αυτά έθιμα, δια της βίας εισαγόμενα εις την χώραν ταύτην την πεπολιτισμένην ήτις μας φιλοξενεί, η ελληνική συνοικία παρείχε την εντύπωσιν ομάδος οργιαζόντων κανιβάλων».
στους συγκεκριμένους κύκλους της αμερικής η μαρίκα ήταν όντως σταρ, με δίσκους που πουλούσαν εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, δικιά της εταιρία [την victor record company που ίδρυσε με τον σύζυγό της, τον σαντουρίστα κώστα ‘gus’ παπαγκίκα] και δικό της καφέ αμάν στην νέα υόρκη, το πρώτο που άνοιξε εκεί, ένα υπερυψωμένο μονώροφο που βρισκόταν στην 34η οδό ανάμεσα στην 7η και 8η λεωφόρο και λεγόταν «της μαρίκας». για να το ανοίξουν, είχαν ξοδέψει όλα τα λεφτά που είχαν μαζέψει για περισσότερα από δέκα χρόνια από περιοδείες και πωλήσεις δίσκων. το μαγαζί άνοιξε το 1925 και έκλεισε το1929 με το μεγάλο κραχ, καταστρέφοντάς τους οικονομικά.
για να γυρίσω στο τραγούδι, ο παν. κουνάδης αναφέρει ως δημιουργό και πρώτο εκτελεστή του τον γιάννη αλεξίου ή γιοβανίκα, κι εδώ είναι σε μια σμυρναίικη ηχογράφηση του 1909, με ερμηνευτή τον γιώργο τσανάκα [τον συνοδεύει η ορχήστρα της σμυρναίικης εστουδιαντίνας]: «ενώ σκληρά δεν μ’ αγαπάς, γιατί πλέον δεν παύεις, μόνο μου δίνεις βάσανα και το κορμί μου καύεις»…
αν εξαιρέσεις τα μοιρολόγια, δεν υπάρχουν τραγούδια με μεγαλύτερο πόνο.