Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

53 χαμένες μέρες φθινοπώρου

~δεν μπορώ να θυμηθώ πού το διάβασα, αλλά ο έλβις δεν πέθανε -λέει- από overdose βαρβιτουρικών, πέθανε επειδή είχε σε τόσο μεγάλο βαθμό δυσκοιλιότητα, που το παχύ έντερό του διπλασιάστηκε σε μέγεθος και... [έχει και συνέχεια, αλλά καλύτερα να σταματήσω εδώ, μπορείς ελεύθερα να τη φανταστείς]. ο έλβις ήταν σαβουροφάγος και πέθανε απ’ το πολύ φαΐ.
στο τελευταίο πανηγυρικό σαβέρ [που συμπλήρωσε 150 τεύχη και τα γιορτάζει με ένα best of από συνταγές], αναδημοσιεύεται ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «elvis world» των jane και michael stern για τον «γκουρμέ» έλβις, όπου μεταξύ άλλων μιλάνε για τα γούστα του στο φαγητό -το οποίο τον έστειλε μία ώρα αρχύτερα στον τάφο. «ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι τον αισθάνονταν τόσο κοντά τους», γράφουν, «είναι επειδή δεν έχασε ποτέ την όρεξη για σπιτικό φαΐ. ο έλβις ήταν ένα φτωχό παιδί από το μισισιπή που έγινε πάμπλουτος και μπορείς να δεις από τη διακόσμηση της έπαυλής του στην γκρέισλαντ πώς πίστευε ότι θα έπρεπε να μοιάζει το σπίτι ενός πλούσιου. είναι επίσης προφανές το τι έτρωγε. μπορούσε να έχει κάθε μέρα φιλέ μινιόν, αλλά προτιμούσε τα καλοψημένα μπέργκερ. αντί για σαμπάνια έπινε πέψι και για επιδόρπιο προτιμούσε βαριές λιχουδιές του νότου. ένα από τα αγαπημένα του γλυκά ήταν το κέικ που έφτιαχνε η παιδική του φίλη, η janelle mccomb. κάθε χρόνο τα χριστούγεννα έψηνε δύο, τα πήγαινε στην γκρέισλαντ και ο έλβις έτρωγε το ένα μόνος του». το καλοκαίρι του ’87, στην δέκατη επέτειο από το θάνατο του βασιλιά, η janelle μοιράστηκε τη συνταγή με το ζεύγος των συγγραφέων, χωρίς καμία ντροπή [το κέικ ήταν ένα από τα φαγώσιμα που τον ξέκαναν] κι έγινε κάτι σαν ευεργέτης για τους οπαδούς του, επειδή βοήθησε να διατηρηθεί ζωντανός ο θρύλος του. κι η συνταγή, παρόλο που είναι τίγκα στα λίπη και τις χοληστερίνες [και μπορεί άνετα να σε στείλει να συναντήσεις τον θρύλο], φαίνεται αρκετά νόστιμη:
16 κουταλιές σούπας ανάλατο βούτυρο
3 φλιτζάνια αλεύρι
3 φλιτζάνια ζάχαρη
2 κουταλιές της σούπας υγρό άρωμα βανίλιας ή τρεις βανίλιες σκόνη
¾ από ένα κουταλάκι του γλυκού αλάτι
7 αυγά
1 φλιτζάνι κρέμα γάλακτος με όλα τα λιπαρά
βούτυρο και αλεύρι για το βουτύρωμα της κάθε φόρμας
ανάβουμε το φούρνο στους 180 βαθμούς και βουτυρώνουμε και αλευρώνουμε τις δύο ορθογώνιες φόρμες. χτυπάμε σε ένα μπολ στη μεγάλη ταχύτητα το βούτυρο, το αλάτι, τη βανίλια και τη ζάχαρη μέχρι να αφρατέψει το μίγμα [10 περίπου λεπτά]. ρίχνουμε τα αυγά ένα-ένα, ανακατεύοντας συνεχώς να ενσωματωθούν. προσθέτουμε λίγο-λίγο και εναλλάξ το αλεύρι και την κρέμα, δυναμώνοντας την ταχύτητα και χτυπάμε για 5-6 λεπτά. μοιράζουμε το μίγμα στις δύο φόρμες, φτιάχνουμε με σπάτουλα λεία την επιφάνεια και ψήνουμε για μία ώρα και 15 λεπτά. βγάζουμε από το φούρνο, αφήνουμε μισή ώρα, ξεφορμάρουμε και αφήνουμε να κρυώσει καλά το κέικ πριν το κόψουμε.
~στα πολωνικά παντοπωλεία [σε ένα δηλαδή που ξέρω στην αλεξάνδρας] εκτός από καραμελωμένο συμπυκνωμένο γάλα, κρέμες γάλακτος σε μεγάλη συσκευασία με ένα ευρώ [και sour cream στο 1/3 της τιμής του βασιλόπουλου] και κόκκινη σούπα με παντζάρι-ντομάτα που είναι ok, βρίσκεις και κατεψυγμένα κόκκινα φρούτα του δάσους σε πολύ λογικές τιμές. δεν ξέρω πώς τα τρώνε οι πολωνοί, αλλά με ξινόγαλο ή κεφίρ γίνονται μια χαρά smoothie.
~μπορεί η μετάφραση του στυλιανού αλεξίου στα σονέτα του σαίξπιρ να θεωρείται η καλύτερη [αν μπεις σε ένα βιβλιοπωλείο που εμπιστεύεσαι και ζητήσεις μια έκδοση της προκοπής στα ελληνικά, αυτή συνήθως προτείνουν], αλλά νομίζω ότι προτιμάω του διονύση καψάλη. εδώ είναι το ίδιο σονέτο μεταφρασμένο κι απ' τους δύο:

~πόσες φορές, ω μουσική μου, μουσική όταν παίζεις / στ’ όργανο αυτό το τυχερό, που ηχεί μόλις τ’ αγγίσουν / τα ευγενικά τα δάχτυλά σου κυβερνώντας / την αρμονία που μεθά την ακοή μου, /
ζηλεύω τα μικρά τα πλήκτρα που πηδώντας / τη ρόδινη άκρη των δαχτύλων σου φιλούν, / ενώ τα χείλη μου που θα ’θελαν να κάνουν το ίδιο, / άφωνα μένουν για την τόλμη αυτού του ξύλου! /
για να σ’ αγγίξουν, αχ, τη θέση τους θ’ αλλάζαν / μ’ αυτά τα πλήκτρα που χορεύουν καθώς τρέχει, / πάνω τους γρήγορα τα’ ανάλαφρό σου χέρι / το ξύλο πιο πολύ απ’ τα χείλη μου ευλογώντας. /
μα αφού τα πονηρά τα πλήκτρα είν’ έτσι ευτυχισμένα, / τα χέρια σου άφησε σ’ αυτά, τα χείλη εμένα.
[ουίλλιαμ σαίξπιρ, σονέτα, σονέτο cxxviiii, μετάφραση στυλιανού αλεξίου, εκδόσεις στιγμή].
~τη μουσική σου όταν παίζεις μουσική μου, / πάνω στο ξύλο που γλυκά αναφωνεί / με την αφή σου, κι απαλά στην ακοή μου / της αρμονίας κυβερνάς την ηδονή, /
φθονώ τα πλήκτρα που σκιρτώντας από ρίγος / φιλούν τις ρώγες των δαχτύλων σου, ενώ /
τα δυο μου χείλη που τούς πρέπει αυτός ο τρύγος / με τέτοιο θράσος κοκκινίζουν στο κενό. /
μ’ αυτούς τους ξύλινους πιστούς ν’ άλλαζαν θέση, / που τους χεριών σου τρέχουν πάνω τους χοροί, /
κι είναι άψυχοι αυτοί που τους αρέσει, / κι από τα χείλη μου που ζουν πιο τυχεροί. /
δώσ’ τους, λοιπόν, αφού ’ναι τόσο ερωτύλοι, / τα δάχτυλά σου να φιλούν, κι εγώ τα χείλη.
[ουίλλιαμ σαίξπιρ, 25 σονέτα, σονέτο cxxviiii, μετάφραση διονύση καψάλη, εκδόσεις άγρα].





Δεν υπάρχουν σχόλια: