Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

σπλέντιτ

~in you i put all my faith and trust / right before my eyes my world has turned to dust
ήταν τέτοια εποχή πριν από 45 χρόνια όταν οι
supremes είπαν ένα από τα πιο ωραία τραγούδια τους και μία από τις τελευταίες επιτυχίες τους. ο πόλεμος του βιετνάμ, ο απόηχος του καλοκαιριού της αγάπης και ο ψυχεδελικός ήχος της εποχής ήταν υπεύθυνα για την αλλαγή στις συνθέσεις των holland-dozier-holland που ήθελαν κομμάτια σαν των beatles και των beach boys.

all the love that i've wasted / all the tears that i've tasted / all in vain…
για την ιστορία: στα «ψυχεδελικά» φωνητικά στο background ακούγονται η florence ballard [σε ένα από τα τελευταία κομμάτια που συμμετείχε πριν την διώξουν απ’ το συγκρότημα] και η mary wilson. το κομμάτι έφτασε μέχρι το νούμερο δύο στην αμερική και ήταν ένα από τα πρώτα κομμάτια στα τσαρτ με συνθεσάιζερ. το instrumentation είναι των funk brothers που εκείνη την εποχή ήταν στα ντουζένια τους. λίγο πριν τελειώσουν τα ’80s και όταν ακόμα «ήχος του μπρίστολ» δεν σήμαινε massive attack και portishead, οι smith and mighty το διασκεύασαν με την dorothy στα φωνητικά, χωρίς καμία απολύτως επιτυχία [το δισκάκι το έχω αγοράσει δέκα πένες σε μία στοίβα με μεταχειρισμένα, μαζί με το walk on και το anyone. και τα τρία σε άριστη κατάσταση] παρόλο που εκείνη την εποχή η ορίτζιναλ εκτέλεση ακουγόταν στους τίτλους μιας πολύ δημοφιλούς σειράς, του china beach [αν θυμάμαι καλά, ήταν μία σειρά με γιατρούς στον πόλεμο του βιετνάμ].   
oh, i'm all alone now, no love to shield me / trapped in a world that's a distorted reality…   
~στο ξεκίνημα του umberto d. του βιτόριο ντε σίκα μια ομάδα ηλικιωμένων συνταξιούχων διαδηλώνει με πλακάτ στους δρόμους της ρώμης, ζητώντας να αυξηθούν οι συντάξεις-πείνας που τους δίνει το κράτος. ξαφνικά εμφανίζεται ένα τζιπ της αστυνομίας και τους κυνηγάει μέχρι να σκορπίσουν στα στενά και να διαλυθεί η διαδήλωση. δεκαετία του ’50, λίγο μετά τον πόλεμο, σε μία κατάσταση που θυμίζει την ελλάδα του 2012 [η σύνταξη είναι σχεδόν όσο ένα ενοίκιο και οι άνθρωποι που δούλευαν μια ζωή βλέπουν τις ελπίδες τους να εξανεμίζονται και την αξιοπρέπειά τους να ραγίζει από την έλλειψη χρημάτων]. ο umberto είναι μορφωμένος, πρώην δημόσιος υπάλληλος και στην 7η δεκαετία της ζωής του έχει απομείνει μόνος, χωρίς οικογένεια, με μόνη συντροφιά έναν σκύλο. ζουν σε ένα δωμάτιο που νοικιάζουν στο σπίτι μιας στρίγγλας που θέλει να τον ξεφορτωθεί. η σύνταξή του δεν φτάνει να πληρώσει το ενοίκιο που τον χρεώνει [πρέπει να επιλέξει, να ξοδέψει τα λεφτά για να φάει ή να πληρώσει το νοίκι] έτσι το χρέος μεγαλώνει και μια μέρα τον αναγκάζει να φύγει απ’ το σπίτι.
ο umberto σκέφτεται να αυτοκτονήσει. πρώτα προσπαθεί να βρει νέο σπίτι στον σκύλο για να μην καταλήξει στον μπόγια και όταν αποτυγχάνει, επιχειρεί να πέσει στις γραμμές του τρένου μαζί με το σκυλί. θα μπορούσε να διαδραματίζεται στην ελλάδα του σήμερα και να είναι το στόρι κάποιου συνταξιούχου αυτόχειρα. ο umberto στο τέλος μπορεί να μην αυτοκτονεί [το σκυλί γίνεται ο σωτήρας του] αλλά το μέλλον του είναι αβέβαιο και δεν μαθαίνουμε ποτέ τι θα απογίνει [στο τέλος της ταινίας είναι στο δρόμο, άστεγος, με τη ζωή του σε μία βαλίτσα, και παίζει με το σκυλί].
σε μία από τις πιο ωραίες σκηνές της ταινίας ο umberto βλέποντας ανθρώπους να ζητάνε ελεημοσύνη δοκιμάζει να κάνει το ίδιο, αλλά η αξιοπρέπειά του δεν του το επιτρέπει. απλώνει το χέρι και όταν κάποιος ανταποκρίνεται και βγάζει να του δώσει ένα κέρμα, αυτός το μαζεύει και υποκρίνεται ότι κάνει γυμναστική. [κι οι επαίτες δίπλα του δεν έχουν την εμφάνιση του ρακένδυτου ζητιάνου, είναι ηλικιωμένοι που ζητάνε λίγα ψιλά επειδή δεν περιμένουν από πουθενά αλλού βοήθεια].
~κάποτε οι επαίτες ήταν κυρίως τσιγγάνοι και επαγγελματίες ζητιάνοι που τους ξεχώριζες από χιλιόμετρα.  στράβωναν τα πόδια τους για να φαίνονται παράλυτοι και νάρκωναν τα παιδιά τους για να κοιμούνται όλη μέρα και να γίνεται η εικόνα πιο δραματική. η νέα φουρνιά επαιτών είναι συνταξιούχοι, καθαροί κι περιποιημένοι, που πουλάνε χαρτομάντιλα επειδή δεν τους φτάνουν τα λεφτά της σύνταξης. αν πας απόγευμα στην πλατεία εξαρχείων και καθίσεις για ’κανα δίωρο θα σε πιάσει απελπισία.   
η κυρία που ζει σε χαρτόκουτα δυο στενά από το σπίτι μου δεν είναι περισσότερο από 60 χρονών και δεν έχει σκύλο. είναι όμως επίσης χωρίς οικογένεια, χωρίς δουλειά και χωρίς σπίτι. πήρε όσα πράγματα μπορούσε να μεταφέρει όταν την πέταξαν απ’ το διαμέρισμα και ζει στο αυτοσχέδιο καταφύγιο από χαρτόκουτα μέσα στο δρόμο. μέχρι πριν από δύο χρόνια δούλευε ως καθαρίστρια σε κάποιο εργοστάσιο σοκολάτας και της λείπουν ένσημα και χρόνια για τη σύνταξη. ο γιος της χάθηκε πριν από 7 χρόνια. δεν ελπίζει σε τίποτα. εύχεται μόνο ένα πράγμα: να έχει πεθάνει πριν έρθει ο χειμώνας.






























Δεν υπάρχουν σχόλια: