Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

σκουπιδοφάγος

θα μπορούσε να έχει τίτλο «φοβάσαι τις φυσικές καταστροφές; προετοιμάσου γι’ αυτές». θα μπορούσε να είναι απλά η ιστορία ενός σαλεμένου που μια μέρα άρχισε να τρώει τοίχους, κεριά και βίδες [τα καταπίνει αλήθεια] και να πίνει τα ούρα του. άλλη μία απίθανη ιστορία από το νέο «κόλορς-αποκάλυψη» με οδηγίες επιβίωσης μετά το τέλος του κόσμου -που πλησιάζει. τουλάχιστον του κόσμου που ξέραμε.
στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι πεινασμένοι ευρωπαίοι έτρωγαν γάτες [στην βόρεια ιταλία] και βολβούς από τουλίπες [στην ολλανδία], ενώ στην ουγγαρία ο παππούς του ιστβάν μπάρτος έφαγε ένα σάπιο άλογο. χρόνια αργότερα δίδαξε τον εγγονό του πώς να επιβιώσει σε συνθήκες μεγάλης πείνας, παίρνοντας μια γεύση σχεδόν από οτιδήποτε.
«ο παππούς μου μού είπε κάποτε να φανταστώ ότι δεν υπήρχε καθόλου φαγητό: ούτε πρωινό, ούτε μεσημεριανό, ούτε βραδινό. τι θα έκανες; με ρώτησε. πώς θα τα έβγαζες πέρα; ήμουν τριών χρονών. βγήκα έξω και άρχισα να τρώω βύσσινα και στελλαρία. την επόμενη μέρα με ρώτησε πώς αισθανόμουν και άρχισα να κλαίω. πέρασα ολόκληρο εκείνο το καλοκαίρι με τον παππού μου. τότε τον μισούσα, αλλά τώρα νομίζω ότι ήταν το καλύτερο πράγμα που μπορούσε να μου συμβεί. όταν ήμουν οχτώ άρχισα να το κάνω μόνος μου. έτρωγα ασυνήθιστα πράγματα κάθε μέρα, όπως τοίχο και τέτοια. ήταν ενστικτώδες. γιατί να μην φάω μία πλαστική τσάντα αν μου αρέσει; τα άλλα παιδιά με κορόιδευαν στο σχολείο, αλλά κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων τα διασκέδαζα τρώγοντας μυρμήγκια.
στη αρχή της προηγούμενης δεκαετίας η τηλεόραση έδειχνε τσουνάμι και σεισμούς και πόλεις που τυλίγονταν στις φλόγες παντού στον κόσμο. εκατοντάδες χιλιάδες έμειναν άστεγοι. μια μέρα, την ώρα που έβλεπα τις ειδήσεις, σκέφτηκα ότι αυτά τα πράγματα θα μπορούσαν να συμβούν κι εδώ. θυμήθηκα τον παππού μου και κάτι μου έκανε κλικ. έσπασα την τηλεόραση και έφαγα όλα τα καλώδια. φοβάμαι τις φυσικές καταστροφές. ποιος δεν τις φοβάται; αλλά είναι άσκοπο να τις φοβάσαι και να κάθεσαι απλά μπροστά στην τηλεόραση. προετοιμάζομαι για αυτές.
είπα όλα αυτά που σκεφτόμουν στον πατέρα μου. μού έδειξε το τσιμεντένιο χοιροστάσιο που ζω τώρα. το χειμώνα φοράω εννιά πουλόβερ, δύο παλτό, πέντε ζευγάρια κάλτσες και τρία σώβρακα. φοράω έξι φούτερ το καλοκαίρι, επίσης. ο πατέρας μου μού έλεγε να μην φεύγω ποτέ από το σπίτι χωρίς ρούχα και κρασί. ποτέ δεν ξέρεις αν θα επιστρέψεις.
κάθε πρωί βγαίνω έξω για να φάω τσουκνίδες και να μασήσω γρασίδι. ξεθάβω σκουληκαντέρες. αν πεινάω πολύ τρώω σαλιγκάρια και αρουραίους. παίρνω βιταμίνες από φύλλα μολόχας και λάπαθου. η διατροφή μου μού δίνει πολύ λίγες θερμίδες, πρέπει να μαζεύω συνεχώς φαγώσιμα στην διάρκεια της ημέρας. για το χειμώνα αποθηκεύω πολλές τσάντες με ξηραμένες τσουκνίδες, στελλαρία, ξερόχορτα και φύλλα και κυνηγάω αρουραίους. όταν με πονάει ο λαιμός, βράζω σε νερό από χιόνι καρπούς αφροξυλιάς και κάνω γαργάρες και ο πόνος περνάει. για να καπνίσω, μαζεύω φύλλα, τα αναμιγνύω με κομμάτια από χρησιμοποιημένα φίλτρα για νικοτίνη και τα τυλίγω σε εφημερίδα.
μόνο μία φορά δηλητηριάστηκα, όταν έφαγα μια σάπια γάτα. τρώω συχνά όμως ψοφίμια από τις άκρες των δρόμων. τα ραντίζω με αλάτι και μασάω σκόρδο για απολυμαντικό. προτιμάω να τρώω τα ζώα ωμά. τι θα γίνει αν δεν έχουμε χρόνο για μαγείρεμα; αυτή είναι η διατροφή μου τα τελευταία 30 χρόνια. έχω δοκιμάσει τα πάντα, εκτός από ανθρώπινη σάρκα. αυτό είναι το επόμενο βήμα. αν θα έτρωγα κάποιον; όχι. αν θα ήθελα να επιβιώσω; αυτή είναι μία καλή ερώτηση.
παρατηρώ τα περιττώματά μου. δεν μπορώ ακόμα να χωνέψω βίδες και γυαλί, αλλά μετά από 30 χρόνια μπορώ να χωνέψω μικρά κομμάτια πλαστικού. καταπίνω ένα κομμάτι σελοφάν και λιώνει».


Δεν υπάρχουν σχόλια: