Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

μουσική και ποντίκια

όταν τους ακούς να παίζουν για πρώτη φορά είσαι σίγουρος ότι το στόρι των malawi mice boys [που πριν από ’κανα δίμηνο είχαν γίνει θέμα στην sunday times] είναι πιο ενδιαφέρον απ’ τη μουσική τους. και είναι πραγματικά. η μουσική τους είναι αφρικάνικη γκόσπελ με πολλά παραδοσιακά στοιχεία, λίγη ρέγγε και ωραίες φωνές που μετά το τρίτο τραγούδι αρχίζεις να τη βαριέσαι [προσωπικά τόσο την αντέχω]. το στόρι τους όμως είναι καταπληκτικό.
οι malawi mice boys είναι οχτώ νεαροί από ένα χωριό του μαλάουι που δεν έχει ούτε ηλεκτρικό ούτε σύστημα ύδρευσης -με ό,τι αυτό το τελευταίο συνεπάγεται. δεν έχουν ούτε καν τα απαραίτητα για να φάνε, έτσι κυνηγάνε ποντίκια στην εξοχή, τα σκοτώνουν και μετά τα κάνουν κεμπάπ και τα πουλάνε στην «εθνική», στα διερχόμενα αυτοκίνητα. έτσι απόκτησαν και το όνομά τους, κάτι σαν «ποντικόπαιδα». την ώρα που ψήνουν τα ποντίκια, τραγουδούν ομαδικά ύμνους στον κύριο που τους έδωσε και σήμερα φαΐ και όρεξη για τραγούδια. κυρίως, όμως, επειδή είναι άλλη μια μέρα ζωντανοί. η περιοχή τους έχει από τα πιο μεγάλα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας στην αφρική λόγω του aids, το οποίο θερίζει μικρούς μεγάλους. τα όργανα που τους συνοδεύουν είναι αυτοσχέδιες κατασκευές και τα έχουν φτιάξει μόνοι τους [μία κιθάρα από παλιοσίδερα, με τεράστια τρύπα και τέσσερις χορδές, τύμπανα από ζάντες ποδηλάτου και δέρμα ζώου].
ο ian brennan που τους ανακάλυψε, τούς έπεισε να τους ηχογραφήσει και έκανε και την παραγωγή στο δίσκο λέει: «πενία τέχνας κατεργάζεται. είναι απίστευτος ο ήχος που βγάζουν απ’ τα όργανά τους. αποδεικνύει ότι αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι η ψυχή και η φαντασία που βάζεις στη μουσική σου. μπορείς να έχεις ντραμς των δέκα χιλιάδων δολαρίων και ωστόσο να ακούγεσαι φρικτός».


















όταν έφτασε στη χώρα ο ian βρήκε πολλούς δημοφιλείς τραγουδιστές που οι κασέτες τους πωλούνταν στις αγορές. κανένας όμως δεν ήταν αυτό που έψαχνε, ένα είδος μουσικής που να είναι ντόπιο και αυθεντικό. το r&b, το rap, η reggae και η country είναι πολύ δημοφιλή είδη σε ολόκληρη την αφρική και έχουν ενσωματωθεί στην τοπική μουσική, κάνοντάς τη πιο «σύγχρονη». από όσα άκουγε δεν του έκανε τίποτα.
«ένα βράδυ οδηγούσαμε στην επαρχία», θυμάται, «και είδα έναν νεαρό με μια κιθάρα στην άκρη του δρόμου. έπαιζε και τραγουδούσε. σταμάτησα και τον άκουσα και αμέσως με συγκίνησε η φωνή του. τον έλεγαν άλφρεντ. στεκόταν εκεί μπροστά μου και τραγουδούσε ντροπαλά. ο ήλιος έδυε, τα αυτοκίνητα περνούσαν βουίζοντας ασταμάτητα και μέχρι να φτάσει στο ρεφρέν είχαν μαζευτεί γύρω του ένα σωρό ντόπια πιτσιρίκια. άρχισαν όλα μαζί να τραγουδούν τη μελωδία –ήταν προφανώς ένα ντόπιο χιτ- και έζησα μία από τις πιο συγκλονιστικές μουσικές στιγμές της ζωής μου. ήταν απλά υπέροχα».
ο ian ρώτησε τον άλφρεντ αν μπορούσε επιστρέψει να τον ηχογραφήσει, αυτός συμφώνησε και όταν ο παραγωγός έφτασε την επόμενη μέρα τον βρήκε μαζί με το γκρουπ του. «με εξέπληξαν στην αρχή», λέει ο ian, «δεν περίμενα να ηχογραφήσω ένα συγκρότημα, αλλά μόλις άρχισαν αν παίζουν και να τραγουδούν κατάλαβα ότι είχα σκοντάψει πάνω σε χρυσό».     
κανένας τους δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός, όλοι δούλευαν στα χωράφια ή μάζευαν ποντίκια για να ψήσουν και ο ian αποφάσισε να τους ηχογραφήσει έτσι, ξυπόλυτους στην ύπαιθρο. «αυτό αποδείχτηκε ένας εφιάλτης», λέει, «αράχνες τρύπωναν στο φορητό οχτακάναλο και κράσαραν τον σκληρό, σκυλιά γάβγιζαν ασταμάτητα και είναι ηχογραφημένα σχεδόν σε κάθε κομμάτι, κοτόπουλα και παιδιά φώναζαν πάντα στη λάθος στιγμή». το αποτέλεσμα όμως είναι τόσο αυθεντικό όσο δεν παίρνει και τα «ποντικόπαιδα» απόκτησαν τον πρώτο δίσκο τους, με παγκόσμια διανομή, ηχογραφημένο δίπλα στις φωτιές που έψηναν τα ποντίκια.
«τα ψητά ποντίκια είναι τοπική λιχουδιά», εξηγεί ο ian, «τα πουλάνε σε ξυλάκια στα minibus και στα αυτοκίνητα. σταματούν και οι επιβάτες αγοράζουν ένα ξυλάκι. στην περιοχή τούς ξέρουν όλοι περισσότερο σαν πωλητές ποντικιών, παρά σαν μουσικούς. τα ποντίκια κάνουν κατάληψη στις αχυρένιες σκεπές των καλυβών, τα παιδιά γεμίζουν μεγάλα καζάνια με καυτό νερό και μετά χτυπάνε την σκεπή, έτσι τα ποντίκια πέφτουν μέσα και ζεματίζονται. τα καθαρίζουν, τα μαγειρεύουν και μετά τα πουλάνε. αυτό γίνεται καθημερινά».
«πώς είναι τα ποντίκια, τα δοκίμασες:»
«όχι, είμαι χορτοφάγος. αυτοί που τα δοκίμασαν λένε ότι μοιάζουν με κοτόπουλο. ίδια γεύση».









για το άλμπουμ, εδώ. [δες στα σχόλια]

Δεν υπάρχουν σχόλια: