Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

jailhouse rock

Η κυρία Τούλα: Λονδίνο, αρχές των ’00s. Είναι παραμονή Χριστουγέννων, τον πιο κρύο χειμώνα που έχω ζήσει ποτέ. Στα πεζοδρόμια κάνεις πατινάζ και το γρασίδι στα πάρκα είναι σαν βελόνες, πατάς στην πρασινάδα και σπάει σε κομμάτια.
Φτάνουμε χαράματα στο Μπρίξτον, στο σπίτι που είχαμε κανονίσει να μείνουμε [Ελλήνων φοιτητών που μας το παραχωρούσαν επειδή είχαν φύγει για διακοπές στην Ελλάδα], δεν λειτουργεί τίποτα. Το ρεύμα είναι κομμένο, η κουζίνα είναι χαλασμένη, το μπάνιο έχει σπασμένο τζάμι, ο ένας τοίχος του διαμερίσματος είναι τζαμαρία που μπάζει από παντού παγωμένο αέρα. Έξω έχει μείον δώδεκα και το καλοριφέρ δεν λειτουργεί. Περιμένουμε κουκουλωμένοι με παλτό και κασκόλ να ανοίξουν τα μαγαζιά και πάμε στο βενζινάδικο της περιοχής να φορτίσουμε το κλειδί του ρεύματος, ανάβουμε τα φώτα και μας πιάνει απελπισία. Την ώρα που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε και να ψάξουμε για ξενοδοχείο, χτυπάει η πόρτα και εμφανίζεται η κυρία Τούλα. Δεν την είχαμε ξαναδεί την κυρία Τούλα, δεν μας ήξερε και δεν την ξέραμε, μας είδε από απέναντι που βγήκαμε και επιστρέψαμε και ήρθε να μας φέρει μια σόμπα ηλεκτρική [που μας έσωσε] και μια καραβάνα κοτόσουπα, για να ζεσταθούμε. Κύπρια, είχε έρθει στο Λονδίνο από μικρή και είχε ζήσει όλη της τη ζωή στο Μπρίξτον, δουλεύοντας εργάτρια από έφηβη. Χήρα, με δυο παιδιά τακτοποιημένα με καλές δουλειές και δικές τους οικογένειες [τα οποία δεν μίλαγαν γρι ελληνικά], έμενε μόνη της σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα σε εργατικές κατοικίες. Στο ισόγειο. Αφού μας συστήθηκε, μας κάλεσε στο σπίτι της για το δείπνο της Παραμονής και την επόμενη μέρα στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Στο δείπνο δεν πήγαμε, επειδή ντραπήκαμε, αλλά ήρθε πρωί πρωί, μετά την εκκλησία, να μας πει ότι μαγείρευε για εμάς κολοκάσι και χοιρινό και να μην αργούσαμε, επειδή τα παιδιά της έπρεπε να φύγουν νωρίς. Η κυρία Τούλα ήταν ένας άγγελος. Δεν ήταν μόνο η προετοιμασία που είχε κάνει για τόσα άτομα [αργότερα μάθαμε ότι είχε χαλάσει όλα της τα λεφτά για εκείνο το γεύμα] -χίλια δυο φαγώσιμα που δεν τα θυμάμαι καν [εκτός από το κολοκάσι]- ήταν και η αδιανόητη φιλοξενία που θύμιζε άλλες εποχές, μας είχε ακόμα και δώρο αγοράσει [σοκολάτες και καραμέλες]. Η κυρία Τούλα είχε μία πολύ πονεμένη ιστορία, είχε ζήσει μία πολύ σκληρή ζωή, δύσκολη, και ο μόνος της καημός ήταν ότι είχε επαληθευτεί ο πιο μεγάλος της φόβος: να μείνει μόνη. Από εκείνες τις μέρες, εκτός από το αφόρητο κρύο, το μόνο που θυμάμαι είναι η κυρία Τούλα. Την επόμενη χρονιά, περνώντας να την δω λίγο πριν τη συναυλία των Beastie Boys στη γειτονιά της, επέμενε να με ταΐσει, αλλά δεν είχα χρόνο να περιμένω να μαγειρέψει. Της υποσχέθηκα όμως να πήγαινα να φάω μια άλλη φορά, με την πρώτη ευκαιρία. Πριν φύγω μου είπε ότι είχε καρκίνο στο στήθος αλλά δεν είχε σκοπό να εγχειριστεί, προτιμούσε να πεθάνει «όπως την είχε φτιάξει ο Θεός». «Ψάξε μια ευκαιρία σύντομα», μου είχε πει, «μην αργείς γιατί δεν θα με προλάβεις». Και δεν την πρόλαβα. Δεν χειρουργήθηκε ποτέ και πέθανε μετά από έξι μήνες.

Η κυρία Λίτσα: Η κυρία Λίτσα ζει στον Ταύρο σε εργατικές κατοικίες και είναι άνεργη. Το Δεκέμβριο έκλεισε η εταιρία που δούλευε ως καθαρίστρια και περιμένει να συμπληρώσει τα ένσημα από τον ΟΑΕΔ για να πάρει σύνταξη. Η κυρία Λίτσα μου θύμισε την κυρία Τούλα, όχι μόνο φυσιογνωμικά, αλλά επειδή έχει ζήσει κι αυτή μια πολύ δύσκολη ζωή, γεμάτη πόνο [ο τέως σύζυγός της τής έσπασε το τύμπανο απ’ το ξύλο και σήμερα φοράει ακουστικό] και κακουχίες. Η μόνη της παρηγοριά και η χαρά της ζωής της είναι ο Έλβις. Η κυρία Λίτσα ανακάλυψε τον Έλβις στο σινεμά που είχε πάει με τη μαμά της, στα 17, και από τότε είναι φανατική του θαυμάστρια. Όταν πέθανε, πλάνταξε στο κλάμα. Ήταν μέσα στο πλοίο για να πάει στο νησί [δεν θυμάμαι ποιο] και είδε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που διάβαζε κάποιος απέναντι ότι «πέθανε ο βασιλιάς» και έριξε το κλάμα της ζωής της. Δεν έκλαιγε μόνο αυτή, έκλαιγαν και άλλες κοπέλες στο πλοίο. Έστω και νεκρός, ο Έλβις την έχει βοηθήσει να ξεπεράσει ένα σωρό δεινά και τη βοηθάει ακόμα. Τουλάχιστον μία ώρα την ημέρα -κάθε μέρα- βλέπει αποσπάσματα από συναυλίες του και ταινίες του σε DVD, ακούει τους δίσκους του και τραγουδάει τους στίχους από τα κομμάτια του, χωρίς να έχει ιδέα για τι μιλάνε. Τους ξέρει όμως όλους απέξω. Το αγαπημένο της τραγούδι είναι το Hurt και αγαπημένη της στιγμή από τη συναυλία του '70 [νομίζω στο Λας Βέγκας] είναι η διασκευή του στο You ve lost that loving feeling [που το λέει χάλια, αλλά δεν της το είπα. Επίσης, δεν της μεταφράσαμε τι λέει το Hurt γιατί δεν θα το άντεχε]. Το κινητό της χτυπάει με τραγούδι του Έλβις και κάθε πρωί στη δουλειά της επί χρόνια έβαζε στους συναδέλφους της να ακούνε «τα κομμάτια του βασιλιά» για να πάει καλά η μέρα. Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα απ’ τη ζωή της χωρίς τραγούδι του Έλβις. Έχει όλες του τις ταινίες σε DVD και όλα του τα CD και στο μαγαζί που τα αγόραζε την φώναζαν «Κυρία Έλβις». Η κυρία Λίτσα μπορεί να μην έχει λεφτά, αλλά δεν είναι καθόλου φτωχή. Είναι ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου [στην ψυχή] και σήμερα το μεσημέρι χόρεψε με την καρδιά της το Hurt και μας κέρασε χαλβά κατσαρόλας και παξιμαδάκια με γλυκάνισο που είχε φτιάξει μόνη της. Τον χαλβά τον είχε στολίσει σαν τούρτα, με λεμόνι-τριαντάφυλλο και φύλλα βασιλικού. Το όνειρό της είναι να πάει μια μέρα στο Μέμφις να επισκεφτεί την Γκρέισλαντ. Και μπορεί να μιλάει για τον Έλβις μέχρι το τέλος του κόσμου.     



















































Δεν υπάρχουν σχόλια: