Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

χορεύοντας στα κάρβουνα

Ιστορίες έκστασης και μυστικισμού ενός Έλληνα πυροβάτη.
Ο Γιώργος Βραΐλας [ή Επίκουρος] πυροβατεί εδώ και 17 χρόνια. Στη συνάντησή μας σε ένα υπόγειο καφέ στα Σεπόλια –στην οδό Αντιγόνης, με την ταμπέλα να βρίσκεται μέσα στο χώρο του μαγαζιού- μοιράστηκε μαζί μας τις εμπειρίες του με τη φωτιά, τον μυστικισμό της πράξης της πυροβασίας -που είναι αναζωογονητική και πράξη εξαγνισμού-, για τα αναστενάρια της Μαυρολεύκης που του άλλαξαν τη ζωή κι άλλα πολλά που έχουν τεράστιο ενδιαφέρον αλλά είναι άσχετα με το θέμα. Η συναρπαστική ιστορία του ξεκινάει από τα Εξάρχεια του ’88 και πάει κάπως έτσι:
Μεταξύ του 1988 και του 2000 λειτουργούσα το μεζεδοπωλείο «Επιστροφή στην Ιθάκη», Ζωοδόχου Πηγής και Κωλέττη στα Εξάρχεια. Ήταν ένα από τα πρώτα μεζεδοπωλεία της Αθήνας, τότε υπήρχαν μόνο εστιατόρια και ταβέρνες, ερχόταν ο κόσμος και δεν καταλάβαινε γιατί σερβίρω μόνο μεζέ. Αφουγκράστηκα τον κόσμο που ερχόταν και την αγάπη του για την αρχαία Ελλάδα. Από στόμα σε στόμα, διοργανώσαμε εκεί τα πρώτα σύγχρονα συμπόσια. Και ήταν κανονικά συμπόσια –σε αντιστοιχία με αυτά της αρχαιότητας- με φαγητό και ποτό, φιλοσοφικές συζητήσεις, αυλητρίδες κλπ. Οι συμμετέχοντες ήταν άνθρωποι που είχαν μελετήσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και έτρεφαν θαυμασμό για τις αντίστοιχες συναθροίσεις των αρχαίων. Μέσα από εκεί πέρασαν διάφοροι άνθρωποι, που τότε ήταν ακόμη άγνωστοι στο πλατύ κοινό όπως ο Γκιόλβας, ο Φουράκης, ο Κεραμιδάς, ο Μπεξής, ο Τσαγκρινός, ο Ροδάμανθυς και ο Άδωνις Γεωργιάδης, όταν ήταν μικρός.
Πώς ασχολήθηκες με την πυροβασία; Είχες καμιά αφορμή;
Μελετώντας τον Θεοφάνη Μανιά, τον Νικόλαο Μαριωρή και διάφορους άλλους που έχουν γράψει για τα Ελευσίνια Μυστήρια, διαπίστωσα ότι η πυροβασία υπήρχε ως τελετουργικό στην αρχαία Ελλάδα. Βρήκα αναφορές για έναν ξύλινο ναό του Διονύσου -σαν παγόδα- τον οποίο έχτιζαν στους Δελφούς τον χειμώνα, στο σημείο που είναι μέχρι και σήμερα η Κασταλία πηγή. Μέσα εκεί έμπαιναν τρία παιδιά (που είχαν και τους δύο γονείς εν ζωή) με κεριά, του έβαζαν φωτιά κάτω από την αγία τράπεζα, έβγαιναν έξω και, όταν όλος ο ναός καιγόταν, πάνω στα απομεινάρια του πυροβατούσαν οι ιερείς και οι ιέρειες του μαντείου. Μόνο αυτοί όμως, δεν πυροβατούσε άλλος κόσμος. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα μια δική μου μελέτη και διαπίστωσα ότι είναι ένα αρχέγονο έθιμο. Στη συνέχεια προσπάθησα να εντοπίσω την συνέχεια αυτής της παράδοσης στους σύγχρονους πυροβάτες, στα αναστενάρια. Έκανα εκδρομές στο Λαγκαδά, στις Σέρρες, στην Μελίκη της Βεροίας, στην Κερκίνη κλπ με εξοπλισμό (βίντεο, κασετόφωνα, φωτογραφικές μηχανές), προκειμένου να μαζέψω το υλικό μου. Πέρασαν επτά χρόνια, μέχρι που κάποια στιγμή, πηγαίνοντας προς τις Σέρρες και κάνοντας μια στάση στον Λαγκαδά, με σταμάτησε ένας λυράρης που ήταν στους αναστενάρηδες και μου είπε ότι μετά από πολλά χρόνια θα ξαναγίνει το έθιμο της πυροβασίας στην Μαυρολεύκη της Δράμας.
Είχε σταματήσει;
Μέχρι τότε είχαν πρόβλημα με τον μητροπολίτη της περιοχής που τους έκλεβε το εικόνισμα από τον ναό, το πήγαινε στο Άγιο Όρος και το φυλάκιζαν εκεί…
Για να μην γίνει το έθιμο;
Ναι, επειδή δεν ενέκρινε την τέλεση του εθίμου. Εκείνη την χρονιά τους είχαν δώσει την άδεια να κάνουν το πανηγύρι, υπό τον όρο να μην βγει το εικόνισμα έξω από τον ναό για να μην γίνουν οι πυροβασίες. Ο κόσμος τηρούσε την παράδοση ως ορθόδοξη τελετουργία και οι περισσότεροι πυροβάτες ήταν συνήθως ψάλτες και πρόσωπα που έχαιραν σεβασμού, όμως ακόμα και έτσι αρκετοί επεδίωκαν να σταματήσει. Υπήρχε κυνηγητό γιατί θεωρούσαν ότι το έθιμο είναι παγανιστικό, δεν είναι ορθόδοξο. Να φανταστείτε ότι παλιά, πριν από το ’50, πήγαινε ιερέας και έκανε τον αγιασμό για να γίνει η θυσία του ταύρου, μετά όμως έπαψε να το κάνει.
Πες μας για την εμπειρία της πρώτης φοράς.
Την πρώτη φορά που πήγα στην Μαυρολεύκη και μπήκα στον ναό, συνάντησα δυο γριούλες στο κονάκι –δηλαδή το ιερό μέσα στο οποίο γίνεται η προετοιμασία για το τελετουργικό. Ήταν η κυρα-Δέσποινα και η κυρα-Μαρία.
Και οι δύο "Παναγίες" (γέλια). 
Μπήκα μέσα, άναψα τρία κεριά, πέρασα από τα μαντίλια και πήγα και κάθισα στην άκρη. Τότε σηκώθηκε η μια από αυτές και άρχισε να με ρωτά πώς με λένε κι από πού έρχομαι. Καθώς της απαντούσα εκείνη χαμογέλασε, μου ζήτησε να περιμένω, πήρε την φίλη της και έφυγε. Κάποια στιγμή ήρθε ο σύζυγος της κυρίας –κυρά Μαρία την έλεγαν- και με προσκάλεσε να πάω σπίτι τους. Στο σπίτι αυτό με φιλοξένησαν, ενώ τους ήμουν παντελώς άγνωστος, ένας ξένος. Δεν έμαθα τον λόγο παρά πολύ αργότερα, όταν η κυρία Μαρία μου εξομολογήθηκε ότι τον διάλογό μας τον είχε δει στον ύπνο της. Όσο έμεινα μου πρόσφεραν φαΐ και ποτό, μου διάβασαν το Ευαγγέλιο και στο τέλος με πήγαν στο εικόνισμα του ναού. Επρόκειτο για ένα εικόνισμα παλιό, Βυζαντινό, με τον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Όταν φτάσαμε και προσκύνησα, της ζήτησα να το σηκώσω στα χέρια μου. «Μην ρωτάς εμένα, ρώτα το εικόνισμα» μου είπε. Ξύλο μασίφ, 50 επί 80, γεμάτο χρυσαφικά και τάματα, το σήκωσα και μου φάνηκε ελαφρύ. Μόλις της το ’πα, η κυρά Μαρία έβαλε τα κλάματα, μετά βάζει τα κλάματα και ο κυρ-Τάσος, κι εγώ παθαίνω πανικό. Το είχαν θεωρήσει σημάδι, άρχισαν να μου λένε «στα χέρια σου είναι ελαφρύ» και «χόρεψέ το, χόρεψέ το!». Το ξαναέβαλα στη θέση του για να σταματήσουν να κλαίνε και έφυγα για τη Δράμα. Εκείνοι επέμεναν να μείνω στο σπίτι τους, το θεωρούσαν προσβολή να φύγω.
Επέστρεψες;
Ναι, πήγα στη Δράμα, είδα το μουσείο και επέστρεψα για να μην χάσω την τελετή. Όταν ήρθε η μέρα της τελετής, με πήρε ο κυρ-Τάσος απ’ το χέρι και με πήγε μέχρι την αρχιαναστενάρισσα, την κυρά-Πανάγιω. Εκείνη ήτν μια γριούλα σκυφτή, κοντούλα, πολύ αδύναμη,  η οποία σχεδόν δεν έβλεπε και ζήτησε τα χέρια μου για χειραψία. Ευθύς τα έπιασε και βάλθηκε να τα τινάζει με τέτοια δύναμη, που δονούταν ολόκληρο το σώμα μου, ενώ έβγαλε μια κραυγή «Έχεις δρόμο…». Ανατρίχιασε όλο μου το σώμα! Ο κόσμος βγήκε από το κονάκι, η γιορτή είχε ξεκινήσει και τα όργανα έπαιζαν δυνατά. Κάθισα και άρχισα να βλέπω τον κόσμο να χορεύει. Χρόνια παρακολουθούσα πυροβασίες και δεν πίστευα ποτέ ότι θα έκανα και εγώ ο ίδιος, αφού δεν ήμουν ούτε κάτοικος χωριού, ούτε συγγενής αναστενάρη. Κι όμως, ήρθε ο κυρ- Τάσος, ο σύζυγος της κυρά Μαρίας, και μου είπε «Κάθισε εδώ και μόλις νοιώσεις τον Άγιο να σε πιάνει απ’ το χέρι, σήκω να χορέψεις». Του εξήγησα ότι εγώ δεν χορεύω και πως μόνο στον γάμο μου το έκανα και έγινα ρεζίλι γιατί πήδαγα σαν κατσίκι, αλλά αυτός δεν χαμπάριαζε. Η αρχιαναστενάρισσα εξήγησε στον κόσμο το τελετουργικό: ότι έπρεπε να κάνει ο καθένας τρεις γύρους απ' την φωτιά πριν μπουν, ότι η ίδια πρώτη θα σταύρωνε το πύρινο αλώνι και πως μετά απ’ αυτή, σειρά θα είχαν οι παλαιότεροι. Τα άκουσα και εγώ αυτά, αλλά είχα πάρει απόφαση να μην χορέψω.
Τελικά χόρεψες;
Χόρεψα. Ήρθαν κάποια στιγμή η αρχιαναστενάρισσα με την κυρά Μαρία, με σήκωσαν απ’ τις μασχάλες και με βάλανε με το ζόρι. Πήγαινα σαν το Κολλητήρι στην αρχή, σαν νευρόσπαστο. Καθώς η ώρα πέρναγε μου έδωσαν μαντίλι, με άφησαν απ’ τα χέρια και άρχισα να χορεύω μόνος. Το ένα μου πόδι είχε μουδιάσει. Κάποια στιγμή, μετά από αρκετή ώρα χορού, ένοιωσα έτοιμος. Συνειδητοποίησα ότι ο χορός σε φτάνει σε αυτό το σημείο, να μην αισθάνεσαι τα πόδια σου. Ρωτάω την κυρά-Πανάγιω: «Να μπω;» και εκείνη με πιάνει και μου λέει «Εσύ είσαι παγωμένος σαν τον Βόρειο Πόλο, να μπεις αμέσως». Και έτσι σταύρωσα και εγώ την φωτιά και το κάψιμο που ένοιωθα έξω από το πύρινο αλώνι, μέσα γινόταν δροσιά, ήταν σαν να πατάς σε μια παγωμένη λίμνη. Τα πόδια μου λύθηκαν, όλο μου το σώμα ενεργοποιήθηκε και άρχισα να μπαίνω στην φωτιά, όλο και πιο συχνά. Με χαρά. Κάποια στιγμή παρατήρησα κάπου σε μια άκρη την κυρά-Πανάγιω να έχει γονατίσει και να πιάνει τα κάρβουνα, να τα βάζει στο στήθος της και σε όλο της το σώμα. Πήγα αμέσως δίπλα της και της ζήτησα να πιάσω και εγώ. «Πιάσε καλέ», μου είπε, γονάτισα και άρχισα να πιάνω, να πατικώνω, να διαλύω τ’ αναμμένα κάρβουνα με τις παλάμες μου… Το κατευχαριστήθηκα. Ήταν μάλιστα παρόντες στην εκδήλωση κάτι λαογράφοι Θεσσαλονικείς και τραβούσαν με κάμερα την εκδήλωση. Με έπιασαν όταν βγήκαν από τον χορό και άρχισαν να τραβούν φωτογραφίες τα πόδια μου και να ρωτούν για την εμπειρία μου. Εγώ τους διηγήθηκα δύο ιστορίες που μου ήρθαν εκείνη την ώρα στο μυαλό. Ότι η γιαγιά μου όταν έβγαζε το τσουκάλι απ’ την φωτιά έλεγε στις νύφες της «θα το πιάνεις εσύ, δεν θα το αφήσεις να σε πιάσει εκείνο». Και ότι όταν ήμουν δεκατριών χρονών και δούλευα σε μηχανουργείο στο Κερατσίνι και έπιανα τις φρεσκοκομμένες λαμαρίνες, μου έλεγε το αφεντικό να προσέχω να μην μου γλιστρήσουν, γιατί θα μου έκοβαν σύρριζα τα δάχτυλα. Θα έπρεπε εγώ να τις κρατώ και να τις «καρφώνω». Και έτσι ένοιωσα όταν μπήκα στην φωτιά, ότι δεν μπήκα για να την σβήσω αλλά για να την ανάψω περισσότερο, γιατί ήμουν περισσότερο φλογισμένος από την ίδια την φωτιά. Υπάρχουν αναστενάρηδες που περπατούν αργά, άλλοι που διασχίζουν την φωτιά χορεύοντας. Ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό. Εγώ για παράδειγμα έχω κάνει και πυροστασία. Στέκομαι δηλαδή ακίνητος πάνω στην φωτιά με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό.
Τι είχες αισθανθεί όταν ανέβηκες στη φωτιά;
Αυτό που είχα βιώσει εκείνη την φορά ήταν μια ώθηση από χαμηλά, σαν ανεμοστρόβιλος, να με σηκώνει, μια ανάταση. Αν δεις το βίντεο που τραβήχτηκε τότε, θα παρατηρήσεις ότι κάτω απ’ τις πατούσες μου ξαφνικά γίνεται μια έκρηξη από σπίθες.
Τι προετοιμασία κάνεις πριν ανέβεις;
Υπάρχει μόνο ψυχολογική προετοιμασία. Προσωπικά, μια εβδομάδα πριν και μια μετά την πυροβασία είμαι αλλού. Τα πάντα μέσα μου περιστρέφονται γύρω από αυτή. Είναι σαν την προετοιμασία πριν τον πόλεμο και το διάστημα που ακολουθεί, στο οποίο προσπαθείς να προσαρμοστείς και πάλι στην καθημερινότητα. Η πυροβασία είναι ένας πόλεμος μεταξύ σκότους και φωτός. Το «πύρινο αλώνι» είναι ο ήλιος. Κι οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται είναι 700 βαθμοί Κελσίου!
Τελικά τι είναι, η έξαψη που προκαλεί ο ρυθμός των τυμπάνων, η πίστη στον άγιο ή η δύναμη του ανθρώπινου μυαλού που σε κάνει να μην καίγεσαι;
Όλα μαζί.  
Είπες ότι για να συμμετέχεις πρέπει να σε καλέσει ο αρχιαναστενάρης. Αν θέλεις να συμμετέχεις, δηλαδή, χωρίς κάλεσμα δεν μπορείς;
Όχι, δεν στο επιτρέπουν. Έχω δει άτομα να χτυπιούνται με κλάματα κάτω στο πάτωμα και δεν τους βάζουν. Δεν παίρνουν την ευθύνη να μπεις. Κι άμα καείς;
Εσύ έχεις καεί ποτέ;
Όχι. Δεν θα μιλούσα ποτέ για τραυματισμούς. Υπάρχει, βέβαια, αυτό που λέμε «η δοκιμασία». Κάποιος που έχει μπει στην φωτιά και έχει αμφισβητήσει την διαδικασία, θα βγάλει φυσαλίδες με υγρό, που την επόμενη μέρα έχουν φύγει. Συνηθίζεται να βάζουν λίγο αγιασμό εκεί για να το επουλώσει.
Έχουν ποτέ αμφισβητήσει αυτό που κάνεις;
Μια φορά είχε κάνει μια εκπομπή για τους αναστενάρηδες ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος. Είχε ένα πάνελ από διαφόρους, παπάδες μέχρι δερματολόγους, και είχε καλέσει επίσης εμένα και τον κυρ-Τάσο. Είχε καλέσει μάλιστα και έναν Βούλγαρο που πατούσε κάρβουνα στα πλαίσια ταχυδακτυλουργικού, και είχαν ετοιμάσει ζωντανή επίδειξη. Εγώ το θεώρησα απαράδεκτο, γιατί έτσι εξευτέλιζαν μια παράδοση αιώνων και διέπρατταν ύβρη, το είπα στην εκπομπή και τελικά δεν τον έβαλαν στο πρόγραμμα. Στην ίδια εκπομπή υπήρχε και ένας δερματολόγος που επέμενε ότι οι αναστενάρηδες βάζουν κάτι στα πόδια τους, γιατί δεν το θεωρούσε λογικό να μην καίγονται στην θερμοκρασία που διατηρούν τα αναμμένα κάρβουνα. Προσπαθούσε να εξηγήσει με την λογική και αδυνατούσε. Δεν μπορείς να το περιγράψεις με λόγια. Είναι σαν να προσπαθεί ένας μεγάλος άνθρωπος που έχει κάνει έρωτα να εξηγήσει σε ένα παιδάκι τι είναι ο έρωτας, περιγράφοντάς τον με λόγια. Είναι άσκοπο.
[η υπόλοιπη συνέντευξη υπάρχει εδώ]

κι εδώ μια ιστορική ηχογράφηση που δεν έχω ιδέα ποιος την έκανε

Δεν υπάρχουν σχόλια: