Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

πιροσκί


~fake nun: εκεί που περπατάς αμέριμνος και βιαστικός [για σαράντα λεπτά ανεβαίνουμε ανηφόρες ψάχνοντας «το καλύτερο πιροσκί της επικράτειας»], εμφανίζεται μπροστά σου μια καλόγρια και σου χώνει ένα κομποσκοίνι στο χέρι. «με την ευχή του θεού», σου λέει. «υγεία, ευτυχία να έχεις και πάντα πατάτα φτηνή. γύψο να πιάνεις-χρυσός να γίνεται, να μην σου έρθει λογαριασμός πάνω από δέκα ευρώ».
με τέτοιες ευχές σκέφτεσαι κι εσύ δε γαμιέται, σου έχει ξαναδώσει ευχές καλόγρια; το παίρνεις το κομποσκοίνι και λες κι ευχαριστώ. και πας να φύγεις. και τότε αρχίζει η καλόγρια τις φωνές: «εεεεεε, καλιέ πού πας; ασήμωσε για να πιάσουν οι ευχές» -παράλληλα σου χώνει μια εικόνα «διαβασμένη» κάτω απ’ τη μασχάλη [πάει δώρο με το κομποσκοίνι].
«πόσα;», ρωτάς.
«όσα έχεις», απαντάει.
«έντεκα λεπτά έχω ψιλά», λες εσύ.
«δώσε χοντρά, έχω να σου χαλάσω», σού λέει αυτή.
και τότε καταλαβαίνεις ότι είναι τσιγγάνα μεταμφιεσμένη σε καλόγρια.
την ώρα που έτρωγα το πιροσκί [ζαμπόν-τυρί, πολύ μέτριο, κρίμα τόσος ποδαρόδρομος] θυμήθηκα μια τσιγγάνα-καλόγρια που είχε βάλει μέσα στο σπίτι του ένας γείτονας στο χωριό και του έκλεψε ολόκληρο το μισθό, μόλις είχε πληρωθεί, και μετά ποιος είδε τη γυναίκα του και δεν τη φοβήθηκε. αφού τους άκουσε όλη η γειτονιά, άρπαξε ένα χοντρό ξύλο από ελιά και έτρεξε να την προλάβει. και την πρόλαβε. και την χτύπαγε με το ξύλο μέχρι που της επέστρεψε και την τελευταία δραχμή –όλη η γειτονιά απολάμβανε το θέαμα, τότε δεν είχε τόσα κανάλια.
~δυστυχώς, ο έλληνας δεν ξέρει να διαχειριστεί ούτε την ήττα [πάει κι αυτοκτονεί] ούτε την νίκη [γίνεται μεγάλος μαλάκας]. εντάξει, δεν είναι κι ο κανόνας, αλλά τις τελευταίες μέρες στον κύκλο των γνωστών μου έχουν αυτοκτονήσει δύο άνθρωποι για χρέη [ο ένας σαράντα χρονών].
δεν θα γίνουν αντικείμενο ανάλυσης από ειδικούς, ούτε θα τους δείξουν ποτέ στις ειδήσεις.