Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

τσιζ



Το burger είναι από αυτές τις μικρές λιχουδιές της ζωής τις οποίες θες να τις απολαμβάνεις στο έπακρο. Στο έπακρο σημαίνει να τις απολαμβάνεις στην original μορφή τους -το νοούμενoν που έλεγε και ο Καντ. Όσο πιο κοντά στο Αμερικανικό, τόσο καλύτερα. Όπως και να το κάνουμε, αν τρώγαμε σουβλάκι στο Αμέρικα, θα το συγκρίναμε με την Ελληνική βερζιόν του. Γκουρμεδισμοί δεν χωράνε στα burgers. Ξέρεις κανέναν που να γουστάρει τη σουβλακάρα του με γιαουρτο-δυόσμο, καραμελωμένο κρεμμύδι σωτέ, και charbroiled κρέας, με πίτα ολικής; Too bad, αν ξέρεις κάποιον που τη βρίσκει να τρώει σουβλάκι και να νομίζει οτι είναι t-bone steak in a roll. Και στην τελική, ας φτάσουμε να φτιάχνουμε decent τσίζμπεργκερς, και ας περάσουμε στο επόμενο στάδιο του πειραματισμού και να χωρέσουμε και ολίγον γκουρμεδισμό. Και οι Κινέζοι λένε ότι για το δυσκολότερο ταξίδι χρειάζεσαι ένα βήμα τη φορά, αλλά πρέπει να συνεχίζεις το βήμα σου. Αφού το λένε και οι Κινέζοι, πρέπει να πάμε πάσο. Ένα burger που σέβεται τον θείο του απο την Αμερική πρέπει να έχει μαρουλάκι, πικλάκι, κρεμμύδι, λιγη κέτσαπ-μουστάρδα πάνω στο μαρούλι για να μην παπαριάζει το ψωμί και να θες και ένα ρολό κουζίνας για να το φας, τυράκι όχι τσένταρ, διότι το τσένταρ έχει πολύ έντονη γεύση που συνήθως καλύπτει ένα ίσως όχι τόσο καλό κρέας (αυτό δεν είναι πάντα απαραίτητο, αλλά αν συμβαίνει απο άγνοια, πιστεύοντας ότι το τσένταρ είναι καλύτερη επιλογή από ένα ενταμάκι, jack, έστω ένα έμενταλ, τότε λάθος επιλογή σενιόρ). Και το πιο σημαντικό: το burger να είναι ψημένο medium-well. Ναι, πρέπει να ρωτάνε πώς το θέλει ψημένο ο πεινάλας. Σαν Έλληνες, κατά γενική ομολογία, δεν είμαστε αρκετά συμφιλιωμένοι με την ιδέα του αίματος στο κρέας (όχι όλοι, ούτε εγώ), αλλά να τρώω burger και να είναι κιμάς για μπολονέζ καμουφλαρισμένος σε σχήμα burger, that ain’t good. Τι άνγκους, τι βοδινό Ξανθιώτικο, τί κρέας απο αρκούδα -αν είναι πίσσα κάρβουνο, όλα θα είναι το ίδιο και το αυτό. Α, και θες και ενα ψωμάκι με σουσάμι, φρέσκο, και σε θερμοκρασία δωματίου, όχι ψημένο (δεν τρώμε τοστ, και επίσης παραπέμπει σε ψωμί που δεν είναι φρέσκο για να καλύψει την μπαγιατίλα του). Και κάτι τελευταίο, επειδή το burger δεν είναι σούσι, η παρουσίαση για μένα είναι αυτό που μετράει λιγότερο από όλα. Δεν θέλω να φάω τον κατάλογο, το burger θέλω. Τα φαινόμενα, απατούν. Αυτά. Και ακόμα ένα: ό,τι λάμπει, δεν είναι χρυσός.
μια φιλοσοφική προσέγγιση στο burger. από εδώ.