Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

σμυρναίικο μινόρε



έχουν περάσει πάνω από 100 χρόνια από τότε που ακούστηκε για πρώτη φορά και 93 χρόνια από τότε που ηχογραφήθηκε στη νέα υόρκη η πιο γνωστή αμερικάνικη παραλλαγή του:
αυτή με τη φωνή της μαρίκας παπαγκίκα, του 1919 –«αν μ αγαπά κι ειν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω, μες τη γλυκιά τη χαραυγή, θεέ μου ας ξεψυχήσω»- [που ήταν η αφορμή να την ανακαλύψουν ξανά οι αμερικάνοι πριν από καναδυό χρόνια και να αναζητούν μανιωδώς τις ηχογραφήσεις και την ιστορία της]. δεν ξέρω ποια ήταν η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού και πόσες διαφορετικές υπάρχουν [ο ian nagoski που είχε βγάλει τη συλλογή ''the further the flame, the worse it burns me: marika papagika 1918-1929'' πριν από μερικά χρόνια κι έχει ψάξει την ιστορία της μαρίκας όσο λίγοι, γράφει στο βιβλιαράκι που τη συνοδεύει ότι την βαλς μελωδία την έχει γράψει ένας ρώσικης καταγωγής εβραίος στα μέσα του 19ου αιώνα], σημασία έχει ότι το «σμυρνέικο μινόρε» ή «μινόρε μανές» ή «μινόρε της αυγής», ή όπως αλλιώς το έλεγαν, είναι ένα από τα πιο ωραία τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. κι η μαρίκα παπαγκίκα δεν ήταν μια τραγουδίστρια του περιθωρίου [δεν τραγούδησε παρά ελάχιστα ρεμπέτικα, καμιά εικοσαριά, το ρεπερτόριό της είχε κυρίως δημοτικά, λαϊκά, σμυρνέικα, ελαφρά, οπερέτες, και τούρκικα], ήταν τρομερά πετυχημένη, με ένα σωρό ηχογραφήσεις στην victor και την columbia [225 τραγούδια συνολικά, απ’ τα οποία τα 150 δεν ξανακυκλοφόρησαν ποτέ από τότε που πρωτοβγήκαν σε 78 στροφές], πολύ δημοφιλής στους αμερικάνικους κύκλους της διασποράς, παρόλο που δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου δημοσιεύματα της εποχής -ή πληροφορίες για τη ζωή της, όπως για άλλους σταρ των αρχών του αιώνα. στην ελλάδα οι αναφορές στον τύπο της εποχής είναι ανύπαρκτες.
«για τη σιωπή του τύπου τώρα ξέρουμε, πως επειδή εργαζόταν σε καφέ αμάν της νέας υόρκης, δεν έπρεπε να περιμένει καμιά αναφορά», είχε γράψει ο γιώργος ε. παπαδάκης στην ελευθεροτυπία. «αντίθετα, μάλιστα, ο ελληνικός τύπος δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την απέχθειά του σε κάθε τι που δεν διευκόλυνε την αμερικανοποίηση των μεταναστών, είτε αυτό ήταν ένας αμφιλεγόμενος τρόπος διασκέδασης είτε ολόκληρη η ελληνική λαϊκή παράδοση. ιδού δείγμα από τη μηνιαία εικονογραφημένη ατλαντίδα στις 4 φεβρουαρίου 1904 (ανταπόκριση από το σαν φρανσίσκο): ‘έχομεν και άλλην πληγήν ανίατον’ (η πρώτη πληγή υποτίθεται πως είναι οι 40 γυναίκες σερβιτόρες στα καφενεία της πόλης) ‘ήτοι τα καφέ αμάν με τας αγρίας ωρυγάς των τραγουδιστριών και τα απαίσια κλαρίνα. επίσης και τον καραγκιόζην, τουρκικήν κληρονομίαν τον οποίον παρουσιάζουν εις τους διαπορούντας αμερικανούς ως ελληνικόν θέατρον. με τα βάρβαρα αυτά έθιμα, δια της βίας εισαγόμενα εις την χώραν ταύτην την πεπολιτισμένην ήτις μας φιλοξενεί, η ελληνική συνοικία παρείχε την εντύπωσιν ομάδος οργιαζόντων κανιβάλων».
στους συγκεκριμένους κύκλους της αμερικής η μαρίκα ήταν όντως σταρ, με δίσκους που πουλούσαν εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, δικιά της εταιρία [την victor record company που ίδρυσε με τον σύζυγό της, τον σαντουρίστα κώστα ‘gus’ παπαγκίκα] και δικό της καφέ αμάν στην νέα υόρκη, το πρώτο που άνοιξε εκεί, ένα υπερυψωμένο μονώροφο που βρισκόταν στην 34η οδό ανάμεσα στην 7η και 8η λεωφόρο και λεγόταν «της μαρίκας». για να το ανοίξουν, είχαν ξοδέψει όλα τα λεφτά που είχαν μαζέψει για περισσότερα από δέκα χρόνια από περιοδείες και πωλήσεις δίσκων. το μαγαζί άνοιξε το 1925 και έκλεισε το1929 με το μεγάλο κραχ, καταστρέφοντάς τους οικονομικά.
για να γυρίσω στο τραγούδι, ο παν. κουνάδης αναφέρει ως δημιουργό και πρώτο εκτελεστή του τον γιάννη αλεξίου ή γιοβανίκα, κι εδώ είναι σε μια σμυρναίικη ηχογράφηση του 1909, με ερμηνευτή τον γιώργο τσανάκα [τον συνοδεύει η ορχήστρα της σμυρναίικης εστουδιαντίνας]: «ενώ σκληρά δεν μ’ αγαπάς, γιατί πλέον δεν παύεις, μόνο μου δίνεις βάσανα και το κορμί μου καύεις»…
αν εξαιρέσεις τα μοιρολόγια, δεν υπάρχουν τραγούδια με μεγαλύτερο πόνο.