Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

πλέι μπουζούκι


~δεν ξέρω πόσα ταξί κυκλοφορούν στην αθήνα για να υπολογίσω τι πιθανότητες είχα να ξαναπετύχω τον ίδιο ταξιτζή [που να τον θυμάμαι και να με θυμάται], αλλά χθες το μεσημέρι πέτυχα έναν που με είχε πάει στο πειραιά, και μάλιστα θυμόταν ακόμα κι ότι είχαμε σχολιάσει τον μπλάκμαν [εγώ δεν το θυμόμουν]. μετά θυμήθηκα ότι μου είχε εμπιστευτεί πολύ προσωπικά πράγματα που τα είχα κάνει ποστ, αλλά τότε δεν είχαμε καν συστηθεί και έγραφα για έναν άγνωστο. τώρα που συστηθήκαμε, δεν μπορώ να γράψω τη συνέχεια του πολύ συναρπαστικού στόρι του, μπορώ να γράψω όμως ότι είναι σχεδόν σταρ, επειδή εμφανίστηκε αστραπιαία σε διαφημιστικό κινητής τηλεφωνίας [χοροπηδάει μέσα στο πλήθος], κι ότι παντρεύτηκε, χώρισε και ετοιμάζεται να φύγει για την ξενιτιά. αποφάσισε να παρατήσει το ταξί, κυρίως επειδή φοβάται πια να κυκλοφορεί στους δρόμους της αθήνας. [ξαφνικά όλοι ετοιμάζονται να φύγουν για την ξενιτιά, πού να δεις τι έχει να γίνει μέχρι το καλοκαίρι!].
χθες το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, επιστρέφοντας με τα πόδια στο σπίτι από τα πετράλωνα και διασχίζοντας το κέντρο μαζί τον k. [σαλονικιό που είχε καιρό να κατέβει στην αθήνα], προσέξαμε πόσο τρομακτική έχει γίνει η νυχτερινή εικόνα του κέντρου [όχι εγώ, ο k.]. όταν το διασχίζεις καθημερινά, όλες οι εικόνες λίγο-πολύ σου γίνονται συνήθεια, ακόμα και οι πιο σκληρές. εξοικειώνεσαι, όπως εξοικειώθηκες και με το αδιέξοδο που σε έχουν οδηγήσει χωρίς να σου πέφτει λόγος, και σιγά σιγά οδηγείσαι στην πλήρη αδιαφορία. χθες το βράδυ, βλέποντας τον τρόμο στα μάτια του k. την ώρα που περνάγαμε ανάμεσα από τα τζάνκι που διαπληκτίζονταν ζαβλακωμένα στην ομόνοια και την παντελή απουσία άλλων ανθρώπων, σε μια περιοχή που μέχρι πέρσι, κάθε σάββατο βράδυ είχε ένα σωρό κόσμο -να ψωνίζει εφημερίδες και να τρώει στα φαγάδικα-, συνειδητοποίησα πόσο μεγάλη είναι η αλλαγή. ακόμα και στους δύο πάγκους στην αρχή της πανεπιστημίου, που κάποτε υπήρχαν ουρές για να αγοράσουν κυριακάτικες εφημερίδες [ειδικά στη γωνία με τη θεμιστοκλέους], δεν υπήρχε ψυχή [ο πάγκος στη γωνία με την μπενάκη έχει κλείσει εδώ και καιρό]. κι ο σταθμός της ομόνοιας μετά τις 10 το βράδυ χρησιμοποιείται μόνο υπογείως.
ανθρώπινα ερείπια: άστεγοι, πρεζόνια, πεινασμένοι, μαφιόζοι, έμποροι, αλλοδαπά rent boys είναι οι μόνοι θαμώνες της πλατείας ομονοίας μέρα και νύχτα. μετά το πρώτο σοκ και το φόβο που μπορεί να σου προκαλέσουν αρχικά, όταν κινείσαι καθημερινά δίπλα τους, τούς συνηθίζεις και στο τέλος δεν τους προσέχεις καν. κι αυτή η αποκτήνωση που παθαίνεις σταδιακά είναι μάλλον πολύ πιο τρομακτική απ’ την κατάστασή τους.
λίγο αργότερα, στην πλατεία εξαρχείων, –όπως και κάθε παρασκευοσάββατο βράδυ- υπήρχαν μαζεμένα τουλάχιστον 500 άτομα νεαρής ηλικίας που έπιναν και διασκέδαζαν έξω, μακριά απ’ τα μαγαζιά.
~η περίπτωση του daniel vangarde αξίζει να αναλυθεί κάποια στιγμή επειδή έχει μεγάλο ενδιαφέρον, παρόλο που πάντα ήταν καλλιτέχνης βήτα διαλογής στη χώρα του [τη γαλλία]. εδώ παραλίγο να γίνει άλφα δύο-τρεις φορές. όποιος πρόλαβε να ζήσει τα ’80s ως παιδί αποκλείεται να μην έχει ακούσει τραγούδια του, κυρίως ένα εκτρωματικό χιτ της εποχής που έλεγε «play bouzouki για μένα» [είχε βγει το 1977 σε σίνγκλ και υπήρχε και στο ομώνυμο άλμπουμ των great disco bouzouki, ένα από τα σχήματα που έφτιαξε κατά καιρούς με τον συνεργάτη του jean kluger]. το «disco bouzouki» δεν ήταν το μοναδικό χιτ του, είχε και ακόμα μεγαλύτερα τα επόμενα χρόνια με τους ottawan, τα «d.i.s.c.o.» και «hands up» έκαναν τις επαρχιακές καλοκαιρινές ντίσκο να αναστενάζουν, ενώ χιλιάδες καμάκια κάρφωναν κανονικά με συνοδεία τα ντίσκο μπιτ. το ίδιο και με το «cuba» των gibson brothers και τα κομμάτια των la compagnie créole, που χάλασαν κόσμο στη γαλλία και στο καρναβάλι της πάτρας. εκτός από τα συγκεκριμένα ντίσκο χιτ, ο daniel vangarde, που ήταν πάντα τρελοκομείο και με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ, έφτιαξε το 1971 έναν «γιαπωνέζικο» δίσκο που από μόνος του φτάνει για να τον τοποθετήσει λίγο πιο κάτω απ’ τον gainsbourg στο πάνθεον των γάλλων τραγουδοποιών [πλην, ο vangarde ήταν πιο ομορφάντρας]. πάλι σε συνεργασία με τον kluger έφτιαξαν το le monde fabuleux des yamasuki ως yamasuki singers, ένα ψευτο-γιαπωνέζικο concept άλμπουμ με ποπ τραγουδάκια που με τα χρόνια απόκτησε καλτ φήμη. στην πρόσφατη επανακυκλοφορία του ο vangarde το χαρακτηρίζει ως «a fuzzed-out-educational-multi-cultural psych-rock-opera.... proto-psychedelic hip-hop with overweight drum beats and basslines», και πραγματικά, είναι από τους δίσκους που την τελευταία τριακονταετία έχουν σαμπλάρει μέχρι αηδίας τα 12 κομμάτια του. περιέχει και μια από τις διαχρονικές επιτυχίες του λάκη τζορντανέλι στην πρώτη εκτέλεση: το «αγοράζω παλιά» στο δίσκο των yamasuki singers λεγόταν «aieaoa» και αργότερα έγινε «aie a mwana», πρώτα για τους black blood και μετά για τις bananarama.
εκτός από όλα τα παραπάνω, ο daniel vangarde είναι ο πατέρας του thomas bangalter των daft punk –το πραγματικό του όνομα είναι daniel bangalter.
οι γιαμασούκι εδώ.