Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

snapshots


~ανταπόκριση από τον παράδεισο του άχρηστου: [κάτι σαν πιπίλα, μπουκώνεσαι και σου σβήνουν οι ρυτίδες γύρω απ' το στόμα, ανορθωτικό μύτης που σε κάνει ψηλομύτη και -προσοχή!- σκαμνάκι για να κατουράς χωρίς ήχο], όλα γιαπωνέζικα.
~λογοτεχνία: «-και η πληγή σου; πού; με πετριτρέχει απορία, πού κατοικεί, πού κρύβεται η μυστική πληγή, όπου προσφεύγει καθένας μας, όταν επιβουλεύονται την έπαρσή του, όταν τον πληγώνουν; αυτή η πληγή –που έτσι γίνεται ο ένδον κριτής- θα γίνει όγκος κακός και θα κυριέψει τον χώρο. καθένας γνωρίζει πώς να την ενσαρκωθεί μέχρι να γίνει ο ίδιος αυτή η πληγή, κάτι σαν καρδιά λαθραία και βασανιζόμενη. εάν κοιτάξουμε με ματιά σβέλτη και λαίμαργη έναν περαστικό άντρα ή γυναίκα* αλλά και σκυλί ή πουλί ή μια χύτρα, η ίδια η γρηγοράδα της ματιάς μας θα μας αποκαλύψει ποια είναι αυτή η πληγή όπου θα τρέξουν να χωθούν με τον πρώτο κίνδυνο. μα τι λέω; έχουν κιόλας χωθεί μέσα της, έχουν πάρει τη μορφή της πλέον και εξασφαλίζουν, απ’ αυτή, αλλά γι’ αυτήν, τη μοναξιά. να τους, παρόντες: με λυμένους τους ώμους, χαυνωμένοι. και γίνεται χαύνωση ο εαυτός τους ο ίδιος, ο βίος τους ολόκληρος νερό που σπάει τον υδατοφράκτη και απολήγει σε μοχθηρό μορφασμό –στο στόμα τους κυρίως φαίνεται αυτό- και αυτόν τον μορφασμό δεν έχουν κανένα όπλο να τον χαλάσουν, ούτε και θέλουν να έχουν όπλο, είναι η οδός τους για να γνωρίσουν αυτή την απόλυτη ηρεμία, που είναι άβατη και απρόσιτη σε όποια επικοινωνία –είναι το κάστρο της ψυχής- με στόχο τους να γίνουν ερημία αυτοί οι ίδιοι.
*οι πιο συγκινητικοί είναι όσοι συσπειρώνονται ολότελα πίσω από ένα θλιβερό γελοίο προκάλυμμα: χτενισιά, μουστάκι, δαχτυλίδια, παπούτσια… στιγμιαία, η ζωή σου ολόκληρη καταφεύγει εκεί και η λεπτομέρεια λάμπει. και το άτομο ξαφνικά σβήνει. αυτό, επειδή όλη η δόξα που κουβαλούσε έχει συρρικνωθεί μέσα σ’ εκείνη τη μυστική περιοχή και εισάγει τελικά τη μοναξιά».
[από τον σχοινοβάτη του ζενέ, σε μετάφραση μάτεσι].
~μουσική: freqwelle-khora.