Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

οι κασέτες [με ένα σ]


Μέιλ 2
Οκτώβρης - Νοέμβρης 1988: Κυριακή απόγευμα στο σαλόνι του σπιτιού και ο πατέρας έχει βάλει στο πικ-άπ ένα δίσκο με ''ξένα ακαταλαβίστικα'' -όπως τα έλεγε η μάνα- και εγώ και τα αδέρφια μου απλωμένοι στους καναπέδες περιμένουμε την μητέρα μας να μας σερβίρει ζεστές αυγοφέτες, κοκα-κόλα με παγάκια και μετά γλυκό ''παρταλόπιτα'' που ήταν και το αγαπημένο μας τότε. Τελειώνοντας το σερβίρισμα κάθεται και εκείνη μαζί μας και μετά το φαγητό, όλοι μαζί συζητούσαμε αλλά και ''υπομέναμε τις μουσικές ορέξεις'' του πατέρα μου που συνήθως δεν μας ήταν καθόλου αρεστές. Μουσικές από έναν τύπο, που όπως χάζευα τα εξώφυλλα των δίσκων του παρατηρούσα πως είχε τεράστιο κεφάλι (αργότερα έμαθα πως ήτανε ο Μίκης) και κάτι χοντρές που εμένα μου φαινότανε σαν μάγισσες ή κάτι μαύρους με τρομπέτες. Που και που για να μην χαλάσει το χατίρι της μάνας μας, ακούγαμε και ''Αθηναϊκή Κομπανία'' ή ''Τα παιδιά Της Πάτρας'', που τα είχε αγοράσει εκείνη. Αλλά για στάσου, εκείνο το απόγευμα ήταν διαφορετικό. Πέρα απο το όλο σκηνικό που δεν ήταν και συχνό παρά μονάχα όταν γιορτάζαμε κάτι, το θυμάμαι γιατί ήτανε η πρώτη φορά που μου άρεσε αυτό που άκούγα. Δεν καταλάβαινα γιατί και με την εύγλωτη απορία ενός παιδιού, τον ρώτησα τι είναι. Πήρε το εξώφυλλο,σηκώθηκε και μου το έφερε να το διαβάσω θέλοντας να τεστάρει και τα αγγλικά μου (μην τυχόν και πήγαιναν χαμένα τοοοοσα λεφτά- όπως έλεγε)...
Λίγες μέρες μετά με αφορμή οτι είχαν περάσει μαζεμένα τα γενέθλια και του αδερφού μου αλλά και της αδερφής μου σε συνδυασμό με το γεγονός πως οι δουλειές τους πήγαιναν εξαιρετικά (για τελευταία φορά τόσο καλά όπως λένε και οι ίδιοι), μας πήρανε δώρο ένα διπλό κασσετόφωνο.
Ένα philips κίτρινο (sic), με rec στο δεύτερο tape και για αντιγραφή, και με ενσωματωμένο ραδιόφωνο πάνω του ώστε να ακούμε εκεί ό,τι θέλουμε και να μην πειράζουμε και χαλάσουμε το πικάπ. Η πρώτη δική μου κασσέτα που άκουσα εκεί ήταν μια TDK 60άρα με επιλογές από τους δίσκους του πατέρα μου και η δεύτερη μια κασσέτα με επιτυχίες της εποχής που μου έφερε δώρο τα επόμενα Χριστούγεννα κάποιος γνωστός από τον Κλαουδάτο.
Ακολούθησαν πάρα πολλές, συνήθως με επιλογές που γράφαμε οι ίδιοι από δανεικές κασσέτες άλλων ή από το ραδιόφωνο (όπου συνήθως τα τραγούδια ήταν λειψά δίχως την εισαγωγή ή το τέλος πολλές φορές και στην χειρότερη με τον ραδιοφωνικό παραγωγό να ''πετάγεται'' στη μέση του κομματιού). Ακόμη και σήμερα διασώζονται δύο από αυτές με επιλογές απο New Kids On The Block, Jordi, Salt 'n' Pepa, Kriss-Kross, Madonna, Snaps, MC Hammer (που ήταν και η μουσική στο NBA Action τότε), George Michael και άλλους που δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Ακόμη και εκείνη η πρώτη μου κασσέτα ''ζεί''. Μουσικά, την εκτίμησα ουσιαστικά αρκετά χρόνια μετά. Δυστυχώς δεν υπάρχει πλέον εκείνο το philips πια που με (μας) συντρόφευσε σε πολλές στιγμές. Ακόμη και σε μια ημερήσια με το σχολείο το είχα πάρει στα Τρίκαλα (...). Σ'αυτό έγραψα την πρώτη κασσέτα στο πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα (λέμε τώρα!!!) και εκεί άκουγα και έγραφα τραγούδια μέχρι μια ωραία μέρα που κάποιος μας (αδιευκρίνιστο ποιός) το ξέχασε πάνω σε μια σόμπα αναμμένη και έλιωσε!!! Ευτυχώς που δεν ήταν και στην πρίζα δηλαδή...
Υ.Γ.1: O δίσκος που αναφέρω πιο πάνω είναι μυστικό επτασφράγιστο...(γέλια)
Y.Γ.2: Κάθε φορά που γιορτάζαμε σπίτι κάτι (πλην των κλασσικών γιορτών) το μενού περιλάμβανε ζεστές αυγοφέτες, κοκα-κόλα με παγάκια και γλυκό παρταλόπιτα -γι αυτό και το θυμάμαι. Τον υπόλοιπο καιρό το μενού μας ήταν καθαρά αυστηρό!!!!
Υ.Γ.3: Δεν έχω κάποιον ιδιαίτερο λόγο που θα ήθελα την κασσέτα των K.S.I.A πέρα από αυτόν που μου αρέσουν οι μουσικές τους, αλλά και από το οτι θα ήθελα να την κάνω δώρο κάπου που λατρεύονται πολύ. Με όλο αυτό αφορμή θυμήθηκα τα παραπάνω και τα έγραψα. [Igor]
Μέιλ 3
…τώρα, δηλαδή θα πρέπει να εξηγήσω τον λόγο που θέλω την κασέτα των Keep Shelly In Athens και σε ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 100 λέξεις – που θα τις μετρήσουν κιόλας; Άκου τι σκαρφίζεται ο άνθρωπος για να περνάει την ώρα του. Να μετράει λέξεις; Σηκώνω ψηλά τον γιακά του πόλο μου.
Ε! ναι κυρ Ιλό την θέλω την κασέτα για ένα απλούστατο λόγο. ΜΟΛΙΣ την λάβω να πάρω ένα σφυρί και να την σπάσω με μια ανείπωτη μανία, έτσι για να μου βγει το άχτι . Και μάλιστα να τραβήξω και βίντεο το όλο σκηνικό και να το στείλω πεσκέσι-αφιέρωμα στους KeepShelly In Athens. Για να τους δείξω ότι πράγματι πέτυχαν το σκοπό τους. Με έβαλαν στο τριπάκι -παιχνίδι τους και έτρεχα σαν τρελός Πιερό – όχι αυτό είναι από άλλη ταινία, δεν κολλάει εδώ – να ΠΡΟπαραγγείλω την περί ου ο λόγος κασέτα. Που στο τέλος αποδείχθηκε ΕΝΑ από τα ίδια. Καλό το single, αλλά μέχρι εκεί.
Δεν καταλαβαίνω Κυρ Ιλό γιατί με καθησυχάζεις να περιμένω τα live τους σώνει και καλά και ότι από κει θα βγάλω συμπέρασμα. Το ’χω βγάλει το συμπέρασμα μια και καλή. Φτάνει! Νισάφι. Για αυτό θέλω να κάνω αυτό το «καλλιτεχνικό» Happening με το σφυρί. Πως κάθεται η άλλη η τρελή σ’ ένα δωμάτιο στην γκαλερί της Νέας Γιόρκης και περνάνε όλοι οι αργόσχολοι και εκστασιάζονται ενόσω αυτή ρίχνει και καμιά πορδή, έτσι στα κλεφτά; Ε! κάτι τέτοιο.
Και να στείλω και μερικές Polaroid φωτό στον Κυρ Ιλό για τα τις δημοσιεύσει στο Nothing Days για την αλήθεια του γεγονός… Α!!!! όλα κι όλα, κρατάω πάντα τις υποσχέσεις μου. Και δεν θα κάτσω να γράφω για τα πετσετάκια της μάνας μου – ευτυχώς η δικιά μου δεν γνώριζε γρι από βελονάκι και το γλιτώσαμε το άσπρο βαμβακερό τρίγωνο που ξεπηδούσε στα πιο απίθανα αντικείμενα. Φυσικά, όλες οι θειές μου είχαν πετσετάκια, όχι σαν την ανεπρόκοπη την μάνα μου – που της άρεσε και η Μοσχολιού, άσχετο.
Παρεμπιπτόντως, την συλλογή με την άλλη που της φαινόταν το μουνί της, την είχα αγοράσει κι εγώ. Αλλά δεν της φαινόταν το μουνί αλλά το βρακί της – άσπρο κιλοτάκι ήταν, νομίζω… θα κοιτάξω στο σωρό με τα βινύλια, με τις ’80’ς συλλογές που αραχνιάζουν στοιβαγμένες. Άραγε για ποιο κομμάτι την είχα αγοράσει εκείνη την συλλογή; Oύτε που θυμάμαι!
Το ίδιο, μάλλον, θα συμβεί μετά από χρόνια και για την κασετοσυλλογή των Keep Shelly In Athens. Ούτε που θα θυμάμαι γιατί την αγόρασα. Πώς το τραγούδησε η κυρία Χάρις Αλεξίου; «Μας φάγαν ΟΛΑ τα λεφτά, ΑΛΛΑ μας έμεινε η ροκιά» Κυρ Ιλό μου. Μας έμεινε η ροκιά. Υγιαίνετε. [Godomite]
[Όλοι οι συμμετέχοντες θα έχουν δώρο-κασέτα. Μόνο λιγάκι υπομονή].

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

victim of society


μακάρι και η συνέχεια να είναι το ίδιο εντυπωσιακή.

fuck the apocalypse


~το έχω λάβει από προχθές
, αλλά περίμενα να συνέλθω λίγο από το σοκ για να το ανεβάσω. o jazra ηχογραφεί την ποίησή του [με τη φωνή του] και ακούγεται κάπως έτσι.
~γάμα την αποκάλυψη. ρίμες στη μεσολογγίου ψάχνουνε για κάλυψη. μπάτσοι μπουκάρουν στην κατάληψη. το ίδιο έργο κάθε βράδυ σε επανάληψη. ψηλά αγνάντευε μα χαμηλά πολέμα. βάλε μέγκα, η αστυνομία μιλάει με το στόμα του πρετεντέρη. στη φόδρα ράψε ένα μαχαίρι. μπράβοι την πέφτουν μέρα μεσημέρι.
χούντα. ο στρατός στους δρόμους. τα παιδιά παίζουν μπάτσους κι αστυνόμους. στη βουλή τ’ αφεντικά διατάσσουν νόμους. οι εργάτες στο μαντρί, εργασία και τιβί. γκλάμουρ και γκαβλί, οι νεολαίοι μοιάζουνε μέλισσες δίχως κεντρί. οι αντάρτες φυλακή, θηρία στο κλουβί. κι οι ποιητές; οι ποιητές στη σιωπή. λεωφόρος δίχως βοή.
ποιητάδες, μείνετε σπίτι. εύθραυστοι σαν κυκλάμινα, μια ζωή στην ήττα και την άμυνα. ξοφλημένοι αριστεροί, μπουρζουάδες του ποιείν. στο μακελειό σκορπάτε σαν τα ποντίκια απ’ το σάμινα. νεκρά φύση. εγώ εκπαιδεύω λέξεις φενταγίν. δε γράφω ποιήματα, γράφω προκηρύξεις. να δούμε πού θα είστε όταν το αίμα στο δρόμο πήξει.
~φαίνεται ότι πολύς κόσμος έχει κασετόφωνο, γιατί σε ένα τρίωρο έλαβα 47 μέιλ, με αυτό εδώ να ξεχωρίζει μέχρι στιγμής:
Ο πατέρας μου είχε στο σαλόνι ένα ασημί γιαπωνέζικο κασετόφωνο με τεράστια κουμπιά και βελόνα ραδιοφώνου που έπαιρνε επίσης τεράστιες κασσέτες, σαν βιντεοκασσέτες αλλά δεν έβλεπες πουθενά την ταινία, ήταν σαν κόμπακτ ορθογώνια κιτρινισμένα κουτιά με πορτοκαλί αυτοκόλλητα του Πουλόπουλου και της Γλυκερίας. Θυμάμαι να πηγαίνω και να γυρίζω κρυφά το κουμπί μέχρι που η βελόνα του ραδιοφώνου έφτανε στην άκρη και συνέχισα να την περιστρέφω για να την σπάσω. Δεν το είχα δει ποτέ σε λειτουργία, νομίζω τις κασσέτες έπρεπε να τις γυρίζεις σαν μπάρμπεκιου, τις έχωνες στην υποδοχή και τις έσπρωχνες με πίεση αλλά η μάνα μου είχε βάλει επάνω ένα πετσετάκι και γενικά όπου η μάνα μου έβαζε πετσετάκι δεν έπρεπε να το αγγίζεις πολύ γιατί ή θα έσπαγε ή θα ήταν πολύ ακριβό ή θα ήταν χαλασμένο και έπρεπε κάπως να σε ξεγελάσει ότι είναι ακριβό.
Το είχε στο δεύτερο ράφι του επίπλου, από πάνω είχε το πικάπ με πετσετάκι πάνω του που δούλευε αλλά δεν το χρησιμοποιούσαμε γιατί κανείς δεν άκουγε μουσική στο σπίτι από το στερεοφωνικό που ήταν στο σαλόνι, όλη μέρα ήμασταν στην κουζίνα και ακούγαμε μουσική από ένα ραδιάκι. Όσες φορές κάναμε τραπέζια και έπρεπε να βάλουμε μουσική στο σαλόνι, η μάνα μου θυμόταν ότι είχαν χαλάσει τα ηχεία και δανειζόμασταν από έναν γείτονα που είχε και στερεοφωνικό και ηχεία και σιντί και όλα. Όταν τα έφερνε στο σπίτι η μάνα μου τους έβαζε πετσετάκι επάνω.
Μετά πήρα ένα walkman -δεν θυμάμαι τι μάρκα- πιθανόν να έκανε περί τις 2000 δρχ (μπορεί να λέω και πολλά) που άκουγα γραμμένες κασσέτες Basf compilation από Μαντώ, Αλέξια και Ρακιντζή που τις αγόραζα από έναν που πουλούσε στερεοφωνικά και συναγερμούς αυτοκινήτων. Πήγαινα και του έλεγα γράψε μου μια κασσέτα και σε 2 ώρες την είχε έτοιμη, μια φορά μου είχε δώσει μία που είχα πάρει πριν ένα μήνα αλλά δεν την επέστρεψα. Δεν θυμάμαι πόσο τον πλήρωνα. Δεν μου έκοβε και απόδειξη. Μία φορά αγόρασα κασσέτα και αυτή ένα μια διπλή συλλογή Hits που είχε στο εξώφυλλο μια σε μια παραλία που φορούσε ένα λευκό πουκάμισο και είχε το μουνί έξω και πηδούσε στον αέρα και κρατούσε ένα κόκκινο καπέλο μην της φύγει (και έτσι της φάνηκε το μουνί) επειδή είχε μέσα το Sadness in your eyes του Kirka που τότε μου ακουγόταν σαν heavy metal. H κασσέτα αυτή χάλασε και αναγκαστικά άκουγα την άλλη που δεν μου άρεσε γι’ αυτό δεν έχω συγκρατήσει κανένα κομμάτι από αυτήν.
Νομίζω ότι την έχω παίξει ακούγοντας Μαντώ αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μετά χάλασε και το Walkman και κασσέτα δεν ξαναπήρα. Ούτε Walkman ξαναπήρα. Μετά από χρόνια μάζεψα κουπόνια από εφημερίδες και αγόρασα ένα φορητό cd player και άκουγα συνέχεια το Firestarter των Prodigy που το είχα αγοράσει και το Heaven των Golden Palominos από ένα cd που το είχαμε για σουβέρ ως τότε αλλά ένα πρωί σηκώθηκα από το κρεβάτι και το πάτησα και διαλύθηκε.
Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τόση ώρα το word μου βγάζει το κασσέτα λάθος.
~[επειδή γράφεται με ένα σ;]. μόλις κέρδισε την πρώτη κασέτα.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

keep shelly in athens δώρα


οι keep shelly in athens ξεκινούν από την επόμενη εβδομάδα την περιοδεία τους στην αγγλία [πρώτη στάση στο madame jo jo's στο λονδίνο -όσοι είναι εκεί και θέλουν να τους δουν ας βιαστούν, είναι σχεδόν σολντ άουτ]. με αυτή την αφορμή μου έδωσαν 3 κασέτες [την πρόσφατη γιαπωνέζικη κυκλοφορία τους] για να χαρίσω σε αναγνώστες του nothing days.
όποιος ενδιαφέρεται, πρέπει να στείλει μέιλ -τουλάχιστον 100 λέξεων- εξηγώντας τους λόγους που θέλει την κασέτα στο therealmhulot@gmail.com μέχρι τη δευτέρα το βράδυ. οι λέξεις θα μετρηθούν.

looking forward


υπενθύμιση: ο γιος της αφής απόψε σε πρώτη παρουσίαση της δουλειάς του στο bios. με ελεύθερη είσοδο.
looking forward >>> κάθε πέμπτη έως και σάββατο 12-6 μμ στην breeder οι vassilis h, hope, δάφνη μπαρμπαγεωργοπούλου, μαρία καχραμάνογλου, γιώργος σταμκόπουλος και κατερίνα βαφειά εκθέτουν έργα τους μέχρι τις 30 ιουνίου. η ''αλυσσίδα'' με τις ερωταπαντήσεις των καλλιτεχνών εδώ.
η φώτο είναι του freddie f.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

η άνοιξη, ο γέρος και τα ζώα


Μυρουδάτο αγέρι φυσούσε, περνούσε απ’ τον καταφαγωμένο βράχο, τον γυμνό, τον ξερό, που όμως στα πόδια του χλόη ψηλή εφύτρωνε και λουλούδια κουνούσαν την ανθισμένη κορυφή τους. Ησυχία. Μόνον ο κρότος του λοστού που τρυπούσε το βράχο, ακουγόταν να πέφτει μονότονος και σα νυσταγμένος, και κάποτε κρωγμοί ορνέων. Ψηλά, όρνια πετούσαν, γύριζαν. Γεράκια κουνώντας ανήσυχα, νευρικά, κεφάλι, λαιμό, και κοράκια πλήθος. Και ο ήλιος έγερνε στη δύση. Κάτω καμιά κίνηση. Να όμως δυο τετράποδα φαίνονται να τρέχουν με ορμή τo ’να πίσω απ’ τ’ άλλο, τσαλαπατώντας την πράσινη χλόη, τα πολύχρωμα λουλούδια. Αν ο μπάρμπα Κόλιας που χτυπούσε με το λοστό του ένα βραχάκι ξεχωριστό απ’ το μεγάλο βράχο, ήταν στα καλά του, ίσως θα ’λεγε για το κυνηγητό εκείνο:
-Μα γιατί το μυρουδάτο αγέρι, η άνοιξη, που είναι τόσο γλυκιά, αγριεύουν τα ζώα;
Αλλά δεν ήταν στα καλά του και δεν τό 'πε. Από μέρες κι αυτόνα τον είχε πειράξει η άνοιξη. Και τον είχε πειράξει κακά, γιατί τον έκανε και τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του να λησμονήσει. Το μυρουδάτο αγέρι σα να ’χε αρπάξει τη μνήμη της, να την διέλυσε... Χτυπώντας με το λοστό το βράχο, ο μπάρμπα Κόλιας ήταν αυτό το απόγευμα ευτυχισμένος. Λίγα βήματα απ’ αυτόν μια νέα με μαντήλα τυλιγμένο το κεφάλι, για να μην της καίει ο ήλιος το πρόσωπο, και φουστάνι τσίτινο, μάζευε τα χαλίκια και κάποτε γύριζε και τον κοίταζε. Ήταν το μόνο αρσενικό ο μπάρμπα Κόλιας εκεί κοντά... Ο μπάρμπα Κόλιας ήθελε να της πει ένα λόγο κι άλλο λόγο δεν έβρισκε μέσα στο ζαλισμένο από το μαγεμένο αεράκι νου του, παρά για μια νέα ένωση, μια νέα παντρειά. Αλλά πώς να το πει; Όταν είδε όμως τα δυο τετράποδα να περνούν τρέχοντας με ορμή, είδε το πρώτο νέο, νέο με δέρμα καθαρό και το δεύτερο ένα γέρικο μαδημένο, πήρε θάρρος και μίλησε, άνοιξε το στόμα του και είπε:
-Ρήνα, ακούς; Ξέρεις τι αποφάσισα; Το ξέρεις;
-Πού να ξέρω, του έκανε κείνη στρέφοντας το κόκκινο πρόσωπό της σ΄ αυτόν.
-Πού να ξέρεις; Ναι, πού να ξέρεις, έχεις δίκιο: Να στο πω; Ναι, ναι, θα στο πω. Αποφάσισα για καλά τώρα να παντρευτώ!
-Μπα! ώρα καλή τότε.
-Ναι, ναι, ώρα καλή, έχεις δίκιο. Μα δε με ρωτάς ποια λέω να πάρω;
-Ε, σε ρωτώ, ποια λες να πάρεις;
-Ουμ, εδώ σε θέλω· αν μπορείς βρέτηνα!
-Πού ναν τη βρω εγώ! Μη θα πάρεις τη Χουλιάρενα;
-Τι λες, μωρή, τι λες! Για τι με πήρες να πάρω τη Χουλιάρενα; Εγώ να πάρω τη Χουλιάρενα;
-Ε, τότε ποια θα πάρεις; Ο μπάρμπα Κόλιας γέλασε:
-Εδώ σε θέλω...
-Τι εδώ με θέλεις; Ξύλα, κούτσουρα! Άσε με να κάνω τη δουλειά μου...
-Να κάνεις τη δουλειά σου... Εγώ αν σε πάρω δε θα δουλεύεις...
Αυτή έβαλε τα γέλια.
-Γιατί γελάς;
-Σκουπίσου, μπάρμπα Κόλια!
Κείνη τη στιγμή ακούστηκε ο κύριος του νταμαριού να φωνάζει τη Ρηνιώ...
-Ρηνιώ, άντε γεια σου, έλα να πάρεις λίγο φυτίλι!
Αυτή άφησε τη δουλειά κι έφυγε γρήγορα. Ο μπάρμπα Κόλιας άφησε το λοστό, έβαλε τα χέρια του πάνω απ’ τα μάτια του σα να τον εμπόδιζε ο ήλιος και την κοίταζε που έφευγε... Ας στο διάολο και συ, είπε άμα την έχασε απ’ τα μάτια του. Μόνος τώρα δούλευε χωρίς συντροφιά. Και ο ήλιος έδυσε. Πλησίασε η ώρα που θα σχολούσαν. Ο αέρας πιο μυρισμένος ερχόταν τώρα, κι άκουσε κοντά του το βουητό μυριάδων εντόμων. Το φαγωμένο απ’ το λοστό και μπαρούτι βουνό άρχισε να βροντά. Πέτρες κυλούσαν με κρότο... Ο μπάρμπα Κόλιας, αφού έριξε το φουρνέλο του, πήρε το λοστό του και τον έβαλε σε μια παραγκούλα. Ήταν αμίλητος, σκυθρωπός. Απέφυγε τους συναδέλφους του σαν να ’χαν κάποια ασθένεια και τραβήχτηκε γρήγορα κοιτάζοντας εδώ και κει. Και το αγεράκι ερχόταν γεμάτο μυρουδιές, μυρουδιές. Ο μπάρμπα Κόλιας κάτι ζητούσε. Ξαφνικά ταράχτηκε και τα μάτια του στηλωθήκανε σ’ ένα μέρος. Σε μια μεριά του λόγου, όχι πολύ ανηφορική και που ακόμα ο λοστός δεν την είχε πειράξει, διάκρινε δυο γυναίκες να μαζεύουν χόρτα. Γρήγορα ο μπάρμπα Κόλιας μισοτρέχοντας διευθύνθηκε για κει. Είχε κάτι του ζώου του τετράποδου, του γέρικου, που πριν είχε δει να τρέχει πίσω απ’ το νεαρό, κουρδισμένο φαίνεται απ’ το μυρουδάτο αγέρι. Όταν πλησίασε όμως δεν έκανε όπως θα έκανε το τετράποδο, σταμάτησε την ορμή του και βάδισε σιγά, στηριγμένος σ’ ένα ραβδί, πού ’χε πάρει απ’ την παραγκούλα. Και πήγε κοντά τους. Του ερχόταν να ορμήσει αλλά... Αυτές γύρισαν, τον κοίταξαν και ξακολούθησαν τη δουλειά τους. Ο μπάρμπα Κόλιας στάθηκε κάνοντας ότι κοιτάζει το μάζεμα των χόρτων. Πήρε όμως το μάτι του πως άφηναν πολλά.
-Να, να αυτό κόψε, είπε στη μια δείχνοντας ένα χόρτο, είναι καλό...
Αυτή γύρισε, τον κοίταξε και το ’κοψε. Οι γυναίκες προχώρησαν πάρα πέρα. Μαζί κι αυτός να δείχνει χόρτα. Αυτές όμως μίλησαν σιγά, κάτι είπε η μια της άλλης και τραβήχτηκαν απ’ αυτόνα μακριά. Θέλησε ο μπάρμπα Κόλιας πάλι να πάει κοντά τους αλλά τις είδε να παίρνουν δρόμο και να κατεβαίνουν το λόφο τρέχοντας. Στάθηκε τότε και τις είδε που έφευγαν, που απομακρύνονταν βάζοντας το ’να χέρι πάνω από τα μάτια του. Και όταν επήγαν μακριά, μακριά:
-Ας στο διάβολο και σεις, είπε κατεβάζοντας το χέρι του. Πήγε, όταν σκοτείνιασε σε μια ταβερνούλα και κάθισε μόνος. Αισθάνονταν να ’ναι όχι καλά. Ήπιε κρασί. Πάνω που έπινε ήρθε και ένας φίλος του γέρος και κάθισε κοντά του. Αν και θα ήθελε να μείνει μόνος, τον άφησε ή δεν τόλμησε να του πει να πάει αλλού. Δε μιλούσε όμως.
-Μα τι έχεις; τον ρώτησε ο φίλος του.
-Δεν είμαι καλά.
-Βεντούζες...
Δεν του απάντησε. Έμεινε με γυρτό κεφάλι. Να όμως ξαφνικά μια φωνούλα, φωνούλα γυναικεία. Μια νέα μπήκε μες στην ταβέρνα. Ο μπάρμπα Κόλιας είχε ορθώσει το κεφάλι και την κοίταζε με μάτια που λίγο έλειπε να πετάξουν φλόγες.
-Ε, ε, Κόλια, τι κάνεις; άκουσε το φίλο του να του λέει, σε βλέπει το κορίτσι...
-Ε, και τι κάνω; ρώτησε αγριεμένος αυτός, δεν είμαι άντρας; Άντρας δεν είμαι;
-Τι άντρας είσαι, γέρος πες!
-Μπορεί να ’μαι γέρος, μα είμαι πιο γερός απ’ όλους τους νέους!
-Μπορεί, μα τα κορίτσια θέλουνε φρεσκάδα, δεν θέλουνε γέρικα προσώπατα. Έτσι το ’κανε ο Θεός.
-Ο Θεός; έκανε αγριεμένα ο Κόλιας. Ο Θεός δεν ήξερε τι έκανε για μας! Και γιατί δεν το ’κανε και για τα γαϊδούρια και γιατί δεν το ’κανε και για τα σκυλιά;
[Η άνοιξη, ο γέρος και τα ζώα, Δημοσθένη Βουτυρά, από εδώ]
victim of society-fake friends.

πόουκ


~από λεφτά μπορεί να πάμε κατά διαόλου, αλλά η αγανάκτηση φαίνεται ότι αυξάνει τη λίμπιντο. αν εξαιρέσεις τη βροχή, η χθεσινή συγκέντρωση ήταν ό,τι το καλύτερο, γιατί:
α. είχε ωραίο κόσμο που
β. έχει όρεξη για σεξ και
γ. χθες το βράδυ προέκυψαν τα πρώτα ειδύλλια, που σημαίνει ότι η επανάσταση είναι σε σωστό δρόμο.
μαρτυρίες προσεχώς.
~ο αρμαντήλερ στην ομόνοια. το πρώτο μέρος του ραδιόδραματος του boy και του felizol μπορείς να το κατεβάσεις εδώ. με αφορμή αυτό.

ΔΔ


Τη μουσική του ΔΔ [ή Knobs] την άκουσα για πρώτη φορά στο Soundcloud. Για την ακρίβεια, ήταν ο πρώτος μουσικός που άκουσα στο Soundcloud. Τότε έφτιαχνε σπασμένα breaks και ηλεκτρονικά beat που έμοιαζαν μ’ αυτά που πουλούσαν σαν ζεστά ψωμάκια στο Boomkat. Από τότε έχει περάσει καιρός και ο ΔΔ έχει πολύ εξελιχθεί, έχει κάνει σχεδόν 20 live, έχει φτιάξει μπόλικη μουσική και έχει προσθέσει στον ήχο του ένα σωρό καινούργια στοιχεία. Κι άλλα τόσα έχει πετάξει. Ο ΔΔ είναι ένας πολύ ταλαντούχος νέος παραγωγός που ετοιμάζεται να δοκιμάσει την τύχη του σε όλο τον κόσμο, με μια κυκλοφορία που έρχεται σύντομα σε αμερικάνικη εταιρία. Tους τελευταίους μήνες έχει ανοίξει μεταξύ άλλων τις εμφανίσεις των Zomby, Actress, Addison Groove, Loefah και απόψε κλείνει τη σεζόν πανηγυρικά, μαζί με τους Hana και Giganta στο live τους στο six d.o.g.s. [μετά τις 11, με ελεύθερη είσοδο].
Τον ΔΔ οι φίλοι του τον φωνάζουν Μίμη, το ανέφερε όταν στήθηκε να φωτογραφηθεί κάτω από την ταμπέλα του Μίμη (την πηγή των γυαλιών) στην Κάνιγγος και σχολίασε την σύμπτωση. Ο Freddie δεν είχε ιδέα πώς τον λένε. Και για να αποκτήσει η φωτογράφηση σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις, την ώρα που φωτογραφιζόταν, ένα περιστέρι ήρθε και στάθηκε από πάνω του και πόζαρε στη φωτογραφία. Με τον ΔΔ δεν μιλήσαμε μόνο για μουσική. Μιλήσαμε για τα ντοκιμαντέρ του Herzog και το First Person του Errol Morris, για το South Park, τους Simpsons και τις ταινίες που έχει δει τελευταία. Και για άλλα πολλά.
η συνέντευξή του εδώ.
κι αυτό είναι ένα αποκλειστικό mixtape του για το nothing days.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

του γεννάρη το ανάγνωσμα


Σύναξις Μειζόνων Συγγραφέων, Αγαπημένων και Θαυματουργών
Ανδρείοι λογομάστορες, ζώντες και τεθνεώτες, των λέξεων δούλοι, Πατέρες Τρισόλβιοι, αεισέβαστοι αφεντάδες: Τόμας Μαν και Τόμας Μπέρνχαρντ κι Άγιος Θωμάς Κοροβίνης ο Γραικός, Λεύκα απειρόγαμος, με τρεις θηλές η Ζατέλη, Ζυράννα Λύκων αναμάρτητων, Φώτης Κόντογλου, Αληθείας αναστηλωτής και Απόλλων Μακρυγιάννης, κυρ Πέτρος Μπερεκέτης, Γλυκύς, Ρίτσος συγγενής, για πάντα Ποιητής, Μονεμβασιώτης, Διάκονος ιδιοφυής: όσιος Τσαρούχης Ιωάννης, λευκό κοστούμι κολλαριστό, στο πέτο κόκκινη γαρδένια, νύχτα ελληνική, καλοκαιρινή, αίθριο πάλκο φωτίζει η Σελήνη, Καλδάρα απόψε η Χασκίλ και σιγοντάρει βαθύχροα η Γιώτα η Λυδία, ζεμπέκικο αψεγάδιαστο ο Χριστιανόπουλος, κι ο Σολωμός ευθυτενής, θα πιει ρακή και συγχωρεί τα ανευλαβή ληρήματα περί «μπαστάρδων», απών ο Κάλβος, μεσοπέλαγα ο Καββαδίας, καταραμένη ξενιτιά, θάλασσα σκληρή, παρών ο ηδύς Χρονάς, σοφότατος Αδριανός, Ρωμαία Αυτοκρατόρισσα η Δημουλά, τιράντες ο Καβάφης (λιπγκλός διακριτικό), παραδίπλα ο Μητσάκης, ποιηταράς μουσικολογιώτατος, «υπόφερα εγώ για σένα τόσο», υποκλίνεται ο Σεφέρης, Μικρασιάτης αυτός βαρύς, σε άπταιστο οξφορδιανή μαλώνει τα κολασμένα πρεζόνια της Ταγγέρης, αυτόγραφα ο αίγαγρος Εμπειρίκος σε Κέρουακ, Γκίνσμπεργκ και Ιβάν Γκολ, κλεπταποδόχος ποδηλάτων ο σουφιστής Ζενέ, σκυθρωπός Λωτρεαμόν, στοχαστικός Ερμάνος Έσσε, χαμογελά ο μέγας Θεσσαλονικιός αυτόχθονος Δημητριάδης, μαζί με Προυστ και Μωρίς Μπλανσό, σφίγγει το χέρι του Χειμωνά, επικροτεί ο θιασάρχης Βέλτσος, ορθοδοξότατες αναπνοές ο Αντώνης Ζέρβας, μάσκα οξυγόνου ο Ντελέζ, σε κβαντικό δρυμό, ανέκαθεν, ο Ιάσονας Δεπούντης, ρετσίνα ποτίζει ο Λάϊμπνιτς τον Σπινόζα στο κατώι (Ηλίθιο διαβάζουν του Ντοστογιέφσκι και Μαρκήσιο Ντε Σαντ), παρακαλώ, ουίσκι διπλό του Μισισίπι για τον κύριο Φώκνερ, ποταμός Αβυσσαλέος και Μόμπυ Ντικ μέχρι πρωίας, Μέλβιλ Μαθουσάλας Θεός, ανεκδοτολογεί φιλήδονα ο Χοσέ Θέλα, περί Ασυρρίων και εφήβων αυτοκτόνων η φετινή διάλεξη της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, Κασσάνδρα τεθλιμμένη η Μαργαρίτα, εράσμια υπνοβάτιδα, νανουρίζει στοργικά την αδάμαστη Λυμπεράκη, ψάθινα καπέλα η λαμπρή παυσίλυπη Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη, και η Σύλβια πριν φουρνιστεί και η Σαπφώ της Λέσβου καθώς και η ανεξιχνίαστα υπέροχη Νατάσα Χατζιδάκι, νεκρόμηλα, μαστόφυλλα και νυχτολέμονα ποθεί η ένδοξη Βαλεντίνη της Σύρου, εικόνισμα στον τοίχο ο Βαμβακάρης και στο πικ απ Ξενάκης ελληναράς με δωδεκάφθογγο Σκαλκώτα, γατάκια αδέσποτα ταϊζει η Σερβάκη κι ο Χόφμανσταλ πατρώους αρουραίους, Πεντζίκης ζωσμένος κομποσκοίνια, ανατολίτικα χαϊμαλιά, μπόλικες φιάλες φαρμακείου, (μεστές αλγηδόνων τζοϋσιανών), φίλερις μεγαλοφυής Καρούζος, φωτομνήμων, γυμνοδάχτυλος ζωγραφίζει νικητήριες παπαρούνες, τετ α τετ με Μότσαρτ ο κύριος Μάτεσις, σπάνιες αλήθειες η Σταυρακοπούλου, φωτιές η Γιουρσενάρ, Ορθοκωστά ο Βαλτινός, λαμποκοπά ο παππούς Δαμασκηνός, Μανσούρ αυτός σαρακηνόφρων αλλά ηγάπησε των Ελλήνων τες Εικόνες, στες Ινδίες μαθαίνουμε πως ταξιδεύει η Μήτσορα Μαρία, στη Φιλανδία πήγε ο Αντρέγιεφ, Αυστραλία κατέβηκε ο Ταχτσής, με χηνόφτερο υπογράφει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, μέγιστος γραφιάς, συνομιλεί με Ράμφο, Πρόκλο, Πλάτωνα μπαμπά, Πλωτίνο, στην παρέα Πύντσον με Γκομπρόβιτς και Λακάν, ήρθε απ’ τη νήσο Μαδουρή ο Νάνος, ευπατρίδης Βαλαωρίτης, Αισχύλος, Βάγκνερ, Όμηρος, Μπρούκνερ και Ουίλλιαμ Σαιξπήρος (we love Macbeth): Τιτάνες απερίτμητοι, πρώτη φορά ξενυχτούνε σε πειραιώτικη ταβέρνα, ξημέρωσε, βγήκε αυγερινός, αντίο σύντροφε Αϊζενστάιν, goodbye μίστερ Lenin, που είσαι Μαγιακόφσκι; κοιμήσου Θουκυδίδη, στο κασετόφωνο αθάνατος Άγγελος Σικελιανός, Ρεμπώ και Μπάροουζ και Ντύλαν Τόμας απαγγέλει, την ώρα που η Μάρω Δούκα βιαστικά τα μαύρα της λουστρίνια σφιχτοδένει.
Γεννάρης, pour m. hulot, 25/5/2011
για το βιβλίο του μιχάλη γεννάρη έγραψα το σάββατο, στο παραπάνω κείμενο υπάρχουν οι επιρροές του [κατά παραγγελία και γραμμένο σε μηδέν χρόνο -το γράφω επειδή είναι πολύ τελειομανείς αυτοί οι καλοί συγγραφείς]. τον ευχαριστώ πολύ.
η συνέντευξή του εδώ.
[η φωτο είναι του freddie f.]

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

o γιος της αφής



Το πρώτο του σχήμα το έλεγαν «Sunken Butterflies», το προηγούμενο «Whores of Stepa», στο καινούργιο του είναι «Ο Γιός Της Αφής». Εκτός από άριστο κριτήριο για επιλογή ονομάτων για τα σχήματά του, ο Άρης Διαμαντής διαθέτει ταλέντο στην ποίηση και είναι πολύ καλός τραγουδοποιός. Ο αιώνιος φοιτητής κοινωνικής θεολογίας και υπάλληλος σε εταιρία κινητής τηλεφωνίας ασχολείται με πάθος με τη μουσική. Από μικρός. Μετά από ένα χρόνο σκληρής δουλειάς (και πολλών χρόνων προεργασία) ήρθε η ώρα να παρουσιάσει στο κοινό τα κομμάτια του, ποπ με στοιχεία από την μουσική που λατρεύει (την αγγλική των 90s), φάνκι ρυθμούς και ελληνικό στίχο. Το Σάββατο το βράδυ στο Bios θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως Γιος Της Αφής, με συνοδεία των κολλητών του King Elephant και Κωνσταντίνου Αλιφέρη. Και μια προειδοποίηση: Ο ήχος του δεν έχει καμία σχέση με αυτό που πιθανόν σχηματίζεις στο μυαλό όταν ακούς τη φράση «Ο Γιος Της Αφής», ό,τι κι αν είναι αυτό…
εδώ η συνέντευξη. και εδώ "κάτι θαμπό"...

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

σ/κ



~σάββατο βράδυ, μενάνδρου και βερανζέρου γωνία, σε φαρμακείο του κέντρου. το κατάστημα ανοιχτό αλλά κλειδαμπαρωμένο, με τους έξι υπαλλήλους ταμπουρωμένους πίσω από κάγκελα και σιδεριές. για ένα κουτί παυσίπονα χρειάζεται να κάνεις ολόκληρη διαδικασία: να χτυπήσεις, να πλησιάσει ο υπάλληλος με κάθε επιφύλαξη, να σε ρωτήσει τι θέλεις και στη συνέχεια να του δώσεις τα λεφτά χώνοντας το χέρι μέσα από τα κάγκελα. για να πάρεις το φάρμακο και τα ρέστα πρέπει να κάνεις ζογκλερικά. ο φόβος κι ο τρόμος. [όταν ήμουν μικρός οι ταινίες του κάρπεντερ θωρούνταν επιστημονική φαντασία].
~σάββατο πρωί στο σουπερμάρκετ μοιράζουν φραπουτσίνο [ή κάτι τέτοιο] σε πλαστικούς κώνους και ένα νέο γάλα με μέλι και άρωμα περγαμόντου. κάνω το λάθος να πιω μια γουλιά και κουβαλάω την αναγούλα μέχρι το απόγευμα. μου θυμίζει τις σφαλιάρες που έτρωγα απ' τη μάνα μου στο δημοτικό για να πιω κάθε πρωί το γάλα με μέλι, ίσως την πιο αηδιαστική γεύση του κόσμου. το μέλι για πολλά χρόνια μου θύμιζε κερί και η μυρωδιά του κεριού μου θύμιζε πεθαμένο. το έπινα και το έκανα εμετό.
~κυριακή απόγευμα. μου έρχεται με μήνυμα η είδηση για το παγωτό με μητρικό γάλα [ανθρώπινο] που σερβίρουν στο λονδίνο για 15 λίρες. με βανίλια και λεμόνι. τουλάχιστον δεν έχει μέλι.
θα μου πεις με τον ιούλιο να πλησιάζει και τη φτώχια που μας περιμένει τίποτα δεν πρέπει να υποτιμάς, από δω και στο εξής τίποτα δεν θα πάει χαμένο.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

there's a light...


ο γιος της αφής-κάτι θαμπό

good taste


δεν φτάνει που με αυτά και με εκείνα όλοι οι άχρηστοι και οι απατεώνες κατάφεραν να μας γαμήσουν το μέλλον [ποιο μέλλον;], κάποιος τελευταία βάλθηκε να ξεπαστρέψει και όλους τους παιδικούς μας ήρωες. μετά τον βέγγο πάει και ο macho man. τι στο διάλο, γιατί δεν παίρνει και κανέναν απ' όσους που μας έφτασαν σ' αυτή την κατάσταση; ή όλους μαζί;
εδώ είναι λίγα λόγια για τον moon wiring club.

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

λογοτεχνία


~αν εξαιρέσω τα βιβλία του κωστάκη του ανάν που είναι κατηγορία από μόνα τους και παίζουν εκτός συναγωνισμού [κωστάκη, χρόνια πολλά για χθες], είχα πολλά χρόνια να διαβάσω τόσο απολαυστικό χειμαρρώδη λόγο, και τόσο εθιστικά «συμπυκνωμένη» γραφή. ελληνική. δηλαδή, τα τελευταία βιβλία που με είχαν συνεπάρει και ήθελα να τα δώσω να τα διαβάσουν όλοι ήταν η μητέρα του σκύλου του μάτεσι και το σοφό παιδί του χωμενίδη [ασχέτως αν όπου τα έδινα τα είχαν διαβάσει ήδη]. τον μιχάλη γεννάρη [ελπίζω να το τονίζω σωστά] δεν τον είχα ούτε ακουστά, οπότε το βιβλίο του ήταν μεγάλο σοκ, το πρώτο ευχάριστο σοκ εδώ και μήνες, απ’ τις περιπτώσεις που ξεκινάς να διαβάζεις και εύχεσαι να ήταν 6000 σελίδες και να μην τελειώσει ποτέ. λέγεται «πρίγκηπες και δολοφόνοι» και δεν περιγράφεται, γι’ αυτό παραθέτω δυο τυχαία αποσπάσματα και βγάλε συμπέρασμα. κάπως έτσι είναι το «αριστούργημα» για μένα:
~από τη μέρα ξεκινούν όλα και καταλήγουν στη νύχτα. δεν είμαστε άλλος κόσμος εμείς. συγκοινωνούντα δοχεία. όλα τα δηλητήρια της μέρας, τις τοξίνες, εμείς τα ξεπλένουμε, οι άνθρωποι της νύχτας, οι διασκεδασταί και γελωτοποιοί.
το χίλια εννιακόσια ογδονταπέντε που έκανα έκτακτες εμφανίσεις στο πάλκο, μου τα περνούσε στο σύρμα τα χιλιάρικα ο μπισμπιρίκος και τα φορούσα φαρέτρα σα χαβανέζα. όχι που θα άφηνα ασύδοτη την νταλιάνα. οχηματαγωγό. διακόσια κιλά γυναίκα τόφαλος, και μόλις τελείωνε το πρόγραμμα, το ζαβό της τραγούδι, έσκυβε η θεσσαλονικιά με τα μαργαριταρένιο κομπολογάκι και μου σάρωνε το χαρτικό. γιόμιζε σακκούλες η κλέφτρα. ο ελέφας του λευκού πύργου.
τραγουδούσα. δεν έβλεπα χαμηλά. ψηλά στους προβολείς ο αμφιβληστροειδής. ουράνιες δόξες η πελαγίτσα. όλυμπος ανωφερής. γκιώνα! δεν είχα σκέψη στον κερδώο ερμή. μουσουργούσα. έκανα τέχνη κείνη την ώρα και η νταλιάνα πεσμένη χάμω στα μωσαϊκά σαβούριαζε τον κόπο των χορδών μου. την πατούσα με το τακούνι. την ισοπέδωνα. έτρωγε βαριά σόλα η μπουζουξού. πασαλειβόταν, αλλά πού; δεν καταλάβαινε κλωτσιά και σκαμπιλιτό. επιβίωνε η σαμπρέλα. ξαναχτενιζόταν, ίσιωνε σιαγόνα, την επανέφερε στην ορθή γωνία, ξανάβαζε το αποκολλημένο της δοντάκι και περίμενε τον κατσαντώνη στα καμαρίνια. τσιράκι δικό της. αντί να κάτσει φρόνιμα, ταπεινωμένα, έπινε ουίσκι με κοκακόλα ο δικηγορίσκος του διαβόλου και σημείωνε στο μπλοκάκι πόσο μπουνίδι εισπράττει η φιλενάδα του η μακροχέρα. νταλιάνα η χρυσοβαλάντου. με ψίχουλα απ’ τα δικά μου τραπέζια έκανε περιουσία και όνομα. έρχονταν απαρηγόρητοι και τεθλιμμένοι. μπροστάντζα θέλαν. απειλούσαν. άνοιγα η δύσμοιρη τις σακκούλες με το χαρτομάνι, έδινα ένα χαρτζιλίκι να πάρουν σοκολάτες αμυγδάλου, φουντούνια γαριδάκια, κι απέσυραν τη μηνυτήρια αναφορά.
μ’ επέστρεφαν σπίτι με την παλιατζαρία μερσεντές. γλίτσα, σκώρος, τρύπια καθίσματα, χάρτινο κυπαρισσάκι κρεμασμένο αποσμητικό και στο κασετόφωνο ρόζα καραθάνου και κάτι τρέχει στα γύφτικα.
με σάπια κασέτα έβγαλε η δύσμοιρος ρόζα τη δεκαετία του ογδόντα, τρία ουρλιαχτά και μέχρι να φτάσουμε σπίτι μου την είχαν παίξει εις τριπλούν. εμετός. τρία αναμασημένα τραγούδια με τη συνοδεία των γύφτων αδελφών παλαιολόγου. κρόταλα, γιαπωνέζικα αρμόνια, ντέφια, αρκούδες, κιθάρες ξεκούρδιστες, κι έπρεπε να μου γίνουν ρεφρέν στο μυαλό τα στιχάκια του λαοκράτη. έγραφε ομοιοκατάληκτη ποίηση ο πορνόγερος. εθνικός ποιητής.
και τον ντοσιέ με τα ποιήματα του λιβεράλη, ο μπισμπιρίκος τον έκλεψε δίχως να ρωτήσει, μπούκαρε σπίτι ένα απόγευμα που έλειπα εγώ και οικειοποιήθηκε τα έγγραφα, κι έτσι έκανε την επιτυχία η καραθάνου με τις γύφτικες αρκούδες. με κλεμμένες ομοιοκαταληξίες η εχθρός μου.
της το είπα μια μέρα ωμά: -ρε ρόζα, φίλη μου καλή, σεσημασμένη, άσε τα ποιήματα, ξέχνα τα, ουδόλως με νοιάζει, χάρισμά σου, να ζήσεις εκατό χρονών να τη χαρείς, όμως τη ρημάδα την τέχνη του τραγουδιού γιατί τη σοδομίζεις;

μ’ άκουγαν συχνά οι λιβεράληδες που ομιλούσα για τις κραταιές μου επιτυχίες και αναψοκοκκίνιζαν. εξιστορούσα τα μερόνυχτα στην αμέρικα που ήμουν βασίλισσα του λουκάνικου, τις εξόδους μου στη «σπηλιά» με τα εκατονταδόλαρα που έρανα τους τραγουδιστάς. έπαιζαν παραγγελιά την «ιτιά» και με διέλυε ο τσάμικος, δε με κρατούσε απ’ τα χέρια ο διομήδης κουκουζέλης, αλάλαζα, «την παπαλάμπραινα μωρέ!» φώναζα, έπιανα πίσω το κεφάλι και χόρευα τσιφτετελιά τον τσάμικο. γλιστρούσε πάνω στα δολάρια ο κουκουζέλης, έσκαζε στη γωνιά της η μπεάτα με το μικέ, κατέβαζε ουίσκια απανωτά η τριχωτή μανάβισσα, πλερωμένα όλα από μένα, χαλάλι της με καταδιασκέδαζε, αλλά έπρεπε να φέρουν σκούπες και παρκαδόρους για να μαζέψουν από κάτω τη δικιά μου χαρτούρα. όταν αποφάσιζε να μπει η πελαγία στα μπουζούκια, με τις σκάφες κουβαλούσαν οι αραπάδες το χρήμα, τα σκόρπαγα όλα, δεν είχα σταματημό στο γλέντι, καμιά σοφρωσύνη πάνω στην πίστα, ξεπαραδιαζόμουν και το μόνο που λυπόμουν για την πράξη, ότι ήταν απλώς πρασινοδόλαρα αμερικής, και δε μου λέγαν τίποτα οι θλιβερές φάτσες της ουάσινγκτον.
τα δάχτυλα, οι αντίχειρες, ολάκερος η αφή και η όρασις, χιλιάρικο ελληνικό ζητούσε να σκορπίσει, τοπίο αρχαίο με θεούς παγανούς χτυπημένους στο χαρτί, «πέλα! πέλα! πλέι, πέλα!» λέγανε κάτι μαύρα γκαρσόνια με λευκές οδοντοστοιχίες, χόρευα και χτυπούσαν παλαμάκια, ταμ ταμ και πολλές γκρανκάσες. μ’ άρεσε, μ’ ευνοούσε το όνομα που με είχαν βαπτισμένη, γιατί είναι πολις βασιλική, του αλεξάνδρου γενέτειρα, αρχοντοθρέφτρα πέλλα, κι ένιωθα χορεύοντας πως εξουσιάζω ιεροσόλυμα και παρσαγάδες!
~επίσης, αν είχα εκδοτικό, θα έψαχνα αυτόν εδώ τον απίθανο τύπο που γράφει λογοτεχνία αλλά δεν ξέρω αν το ξέρει…
επέλεξα λοιπόν χτες να φάω παστίτσιο. το παστίτσιο, όπως και άλλα φαγητά, μου τα είχε συστήσει από παιδί η μάνα μου, καλή μαγείρισσα, δε λέω, τουλάχιστον παλιά. η κυρα όλγα λοιπόν, μαγείρευε το παστίτσιο με μακαρόνια νο.10!!!!
θυμάμαι μια μέρα που φάγαμε στην αδερφή του μπαμπά μου, τη θεία φωτεινή, και κάτω από την ξεροψημένη μπεσαμέλ (μούτσο, τε κιέρο, μουτσινά) ανακάλυψα χοντρό μακαρόνι, το οποίο δεν μπορώ να ξεκαθαρίσω ακόμα αν ήταν κοφτό ή όχι, ήθελα να λιποθυμήσω από χαρά, σου ανοίγονται άλλοι δρόμοι, γαργαλιούνται τα αρχίδια σου από τέτοια πράγματα. σύντομα όμως γκρεμίστηκε όλη η εικόνα που είχα για την ευτυχισμένη μας οικογένεια, η μητέρα αρνιόταν πεισματικά να μαγειρέψει παστίτσιο με μακαρόνι κάτω από νο.8 (η δήμητρα με πληροφόρησε ότι επάνω στο πακέτο νο.2 αναφέρεται ρητά η φράση: για παστίτσιο). όλα οδηγούνταν στην καταστροφή, ήθελα να φύγω και να γίνω μάστερ σεφ, σε μια άλλη χώρα, με κάποιον άλλο επαναστατημένο (από πλευράς γκουρμέ) λαό. τότε ήταν που ο πατέρας μου, σαν γνήσιος μικρασιάτης (μεγάλη παρερμηνεία και η μικρά ασία, απλά έχει πιο μεγαλόσωμους και συχνά σκούρους ανθρώπους, ενώ η major έχει κάτι τυπάκους που φοράνε περίεργα καπέλα και πουλάνε διάφορα στο δρόμο), πήρε την κατάσταση στα χέρια του. μου υποσχέθηκε πως θα ανοίξει το μεγάλο μπλε βιβλίο και θα μου αποκαλύψει τις δυο σημαντικότερες αλήθειες του κόσμου. φόρεσε τα ξύλινα τσόκαρα του από δέρμα αγελάδας, την βερμούδα princeton university, και το διαφημιστικό μπλουζάκι από το κοσμηματοπωλείο βενέτικο, με το νο.9 στην πλάτη και μου τα είπε....
το μουνί είναι βατζάινα και ο πούτσος πείνας.
φωτίστηκε ο ουρανός και σταμάτησαν να ακούγονται ακόμα και τα τζιτζίκια, οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρε η φύσις όλη, έμεινα αποσβολωμένος, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, επιτέλους είχα αποκτήσει τα εφόδια για να ανοίξω τα φτερά μου.
αντ’ αυτού, έβαλα τα παλιά μου ρούχα και πήγαμε στο στάβλο να ταΐσουμε τα μοσχάρια.
από τότε έχω βάλει το πείνας μου σε μερικές βατζάινες από τις οποίες μια είχε προφίσιενσυ, τουλάχιστον έτσι είπε. το μπλε λεξικό του πατέρα μου το έχω ακόμα στο κομό μου όμως, ήταν και αυτός όπως και πολλοί άλλοι, μεταξύ τους και εγώ, από τους τύπους που το πρώτο πράγμα που αναζητούν στα λεξικά είναι αυτά τα δυο λήμματα.
υ.γ. είναι γλυκό το μουνί, πιο γλυκό απ’ το ρεβανί.

ΔΔ


ΔΔ-skinny dipping

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

#spanishrevolution


«Εμείς οι άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι, οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι, οι πρεκάριοι, οι νέοι… θέλουμε αλλαγή και ένα αξιοπρεπές μέλλον. Κουραστήκαμε από τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις, κουραστήκαμε να είμαστε άνεργοι, να μας ανεβάζουν τις υποθήκες ή να μας παίρνουν τα σπίτια οι τράπεζες που προκάλεσαν την κρίση, να μας επιβάλουν νόμους που περιορίζουν την ελευθερία μας προς όφελος των δυνατών. Κατηγορούμε τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις για την επισφαλή κατάστασή μας και απαιτούμε αλλαγή».
[Κι εμείς τα ίδια, ολόκληρο το κείμενο εδώ]

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

smoothie



από τη μέρα που έβαλε το καταραμένο το πωλητήριο ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματός μου –λίγο πριν το πάσχα- το σπίτι μου έχει γίνει κέντρο διερχομένων. ο μεσίτης μου τηλεφωνεί σχεδόν κάθε βράδυ [με αποκαλεί ''κύριε μιρκολάκη'' και νομίζει ότι είμαι ηθοποιός, αλλά δεν έχω μπει στον κόπο να τον διορθώσω] να με ενημερώσει ότι το επόμενο απόγευμα στις 6.30 θα μου φέρνει άλλον έναν υποψήφιο αγοραστή.
μία μέρα μου έφερε δύο.
κάθε φορά τα ίδια. κατεβαίνω και ανοίγω την πόρτα της πολυκατοικίας, επειδή έχουν χαλάσει και το κουδούνι και το κουμπί που ανοίγει την εξώπορτα, και συνοδεύω τον κύριο νώντα και τους πελάτες του στο σπίτι μου για να τσεκάρουν αν λείπει κανένα ντουβάρι, αν λειτουργούν τα υδραυλικά κι αν έχω θάψει κανέναν στο πατάρι.
έχουν περάσει μέχρι στιγμής έντεκα, οι πιο πολλοί αλβανοί, οι οποίοι είναι και οι πιο διακριτικοί και λιγότερο ενοχλητικοί. δεν ζητάνε να ανοίξω το ρολό τους υπνοδωματίου με τη μανιβέλα, ούτε να δουν τι έχει το πατάρι, δεν ανοίγουν χωρίς να ρωτήσουν όλες τις ντουλάπες και τα ντουλάπια της κουζίνας, όπως μια ηλίθια γριά που μου άνοιξε ακόμα και το ψυγείο! για το διαμέρισμα ενδιαφερόταν ο γιος της, ένας μαλακοκάβλης 45άρης, ακόμα πιο ηλίθιος από τη μάνα του, που χρειαζόταν τη γνώμη της μαμάς και την έγκρισή της για να κάνει την αγορά. ο μεσίτης με είδε που αγρίεψα και τους πήρε άρον-άρον κι έφυγαν. ευτυχώς.
η αποθέωση ήταν μια άλλη γριά με δυο δίδυμους γύρω στα 35 που ήταν ντυμένοι ίδια [ακριβώς] και είχαν απορίες του τύπου «ακούγεται ο μπαλτάς απ’ το χασάπικο;», «δαγκώνει η γάτα;» και «γιατί μυρίζει η κουζίνα σου φράουλα;» [όλες οι ερωτήσεις αληθινές -όλες οι απαντήσεις που έδωσα ψεύτικες] και ζήτησαν να δουν πόσο μεγάλο είναι το πατάρι. εγώ έβριζα από μέσα μου επειδή είχε μείνει από μπαταρία το κινητό και δεν μπορούσα να τους βγάλω φωτογραφία. κάποια στιγμή που μπήκαν στο μπάνιο εντυπωσιάστηκαν που έχω μετατρέψει τη σκάλα σε παπουτσοθήκη [δεν το είχα προσέξει ποτέ] και ξετρελάθηκαν με την πλαστική κουρτίνα που έχει πάρει η μάνα μου στη λαϊκή. μετά άρχισαν να τσιρίζουν με τα ’60s πλακάκια.
την ώρα που ο κύριος νώντας τους έλυνε τις απορίες για τα σοβατεπί, η μαμά κάθισε στον καναπέ και όταν την πλησίασε η γάτα κόντεψε να πάθει συγκοπή. οι βοξ βάγεν παράτησαν τα μπαλκόνια κι έτρεξαν να σώσουν τη μαμά απ’ το θηρίο, ενώ ο κύριος νώντας με ξαναείδε που αγρίεψα και τους άρπαξε και ξεκουμπίστηκαν.
από προχθές αποφάσισα να είμαι όσο πιο αγενής γίνεται –έτσι κι αλλιώς όλοι συμπεριφέρονται λες και δεν είμαι μέσα- οπότε, άνοιξα στον τύπο και στη μάνα του [πάλι μάνα-γιος] με το σώβρακο, κάθισα στον υπολογιστή να δουλέψω και τους είπα ότι έχετε 10 λεπτά συνολικά, γιατί έχω πολλή δουλειά. και στο υπνοδωμάτιο δεν επιτρέπεται να μπείτε, μόνο να το δείτε απ’ την πόρτα. ούτε στην κουζίνα. επίσης, προσέξτε τη γάτα γιατί τρομάζει με τις απότομες κινήσεις κι επιτίθεται εκεί που δεν το περιμένεις. ο κύριος νώντας με κοίταζε αποσβολωμένος και πριν φύγουν μου είπε «ευχαριστώ» και «συγνώμη» 6 φορές.
μόλις βγήκαν χτύπησε πάλι η πόρτα και επειδή νόμισα ότι ξαναγύρισαν, άνοιξα στις πιτσιρίκες της απογραφής με το σώβρακο. στριμώχτηκαν και οι δύο μαζί στη δεξιά γωνία του καναπέ και μου ζήτησαν να μείνει μακριά τους η γάτα. δεν απάντησα σε καμία ερώτηση με αληθινά στοιχεία. όταν με ρώτησαν ημερομηνία γέννησης είπα 1988 και τους φάνηκε εντελώς νορμάλ, οπότε ή χέστηκαν πραγματικά για την απογραφή ή ήταν εντελώς βλαμμένες.
[ο μπαλτάς του χασάπη για έναν ανεξήγητο λόγο ακούγεται ελάχιστα στον πρώτο, ενώ ακούγεται πάρα πολύ στον τέταρτο. η γάτα δεν δαγκώνει ούτε όταν παίζει και δεν έχει ποτέ δείξει τα νύχια της, κι είναι τόσο ήρεμη που είναι σαν σκύλος και το σπίτι μου μύριζε όντως φράουλα επειδή είχα φτιάξει σμούθι, στις εικόνες είναι η συνταγή].

creep-you [feat. nina sky]

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

strangeways, here we come


και μια και προέκυψε το θέμα με τα μόλεσκιν χθες, ορίστε τίνος τα μόλεσκιν έχω ζηλέψει: της χριστίνας χριστοφόρου. η χριστίνα έφτιαξε πρόσφατα το εξώφυλλο του "nicolai gogol" του ναμπόκοφ που κυκλοφόρησε από την penguin, έχει κάνει εικονογραφήσεις σε περιοδικά, έχει φτιάξει κι αυτό το καταπληκτικό σκίτσο με το ελάφι με σώμα ανθρώπου [το οποίο προφανώς έχει επηρεάσει αρκετά την αφίσα του φεστιβάλ αθηνών -κι αναρωτιόμουν τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει...] και μόλις είδα στο site της ότι έχει κυκλοφορήσει κι ένα βιβλίο με σκίτσα της που λέγεται ''whose hair?'' [με αναγνωρίσιμα μαλλιά διασημοτήτων]. η χριστίνα είναι πολύ ταλαντούχο πλάσμα και δεν ζωγραφίζει μόνο ωραία, αλλά μιλάει και ωραία.
εδώ είναι μια απολαυστική αφήγησή της στον ευθύμη φιλίππου...

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

άλλος μισός μήνας [παρά κάτι ώρες]


επειδή ο μάιος είναι επίσημα ''μήνας μαλακίας'', κι επειδή αν εξαιρέσεις την αμερική και την αγγλία που διοργανώνουν και μαραθώνιους για μαλάκες [με βραβεία, όχι αστεία, στην αγγλία έγινε και ντοκιμαντέρ για το channel 4] στις υπόλοιπες πολιτισμένες χώρες το γεγονός περνάει στα ψιλά, ορίστε μια υπενθύμιση για τις αρετές του αυνανισμού και τα ωφέλη του για την υγεία [στα αγγλικά, επειδή το θέμα είναι οικουμενικό]:
Health Benefits for Men
A
2007 article in Sexual and Relationship Therapy notes that masturbation may help men improve immune system function, build resistance to prostate gland infection, promote overall prostate health. Moreover, Australian researchers have shown that frequent masturbation may lower a man’s risk of developing prostate cancer.
A survey of men found the more frequently a man masturbates between the ages of 20 and 50, the less likely they are to get prostate cancer. In fact, those who masturbated more than five times a week were one-third less likely to develop prostate cancer.
These findings were the subject of a 2003
Doonesbury panel by Pulitzer Prize-winning Garry Trudeau. In the panel, one character alludes to masturbation as “self-dating.” Nearly half of the 700 papers which normally syndicate Doonesbury did not to run that strip, proving that public discussion of masturbation is still a thorny issue for some, and perhaps attesting to the need for an observance like National Masturbation Month.
Health Benefits for Women
Women who masturbate regularly increase their resistance to yeast infections. Masturbation helps women release pre-menstrual tension and other physical discomfort associated with menstrual cycles, like cramps. Masturbation increases blood flow to the pelvic region, which helps to reduce pelvic cramping and related backaches. Masturbation can also help to alleviate chronic back pain and increase a woman's overall pain threshold.
Health Benefits for Both Men and Women
For both men and women, masturbation is the safest sex possible, with no possibility of sexually transmitted disease, or of unwanted pregnancy. It's a great way to relieve stress, and release a nice flood of mood boosting endorphins. Masturbation is both a natural energizer, and a good way to help you sleep better, depending on the time of day. Lastly, masturbation helps to build stronger pelvic floor muscles, which can improve sexual performance and enjoyment. The benefits of masturbation for men and women is the subject of an excellent article for
Fox News by Dr. Yvonne Kristín Fulbright.
[ευχαριστώ τη βάσω για την υπενθύμιση].

περί τέχνης και ηθικής




~ας πούμε ότι είναι έντεκα το βράδυ, μπαίνεις στο άδειο βαγόνι του μετρό και κάθεσαι -στα όρια της κατάρρευσης και ανακουφισμένος που έχει θέσεις-, πασχίζοντας να κρατήσεις τα μάτια ανοιχτά μέχρι την επόμενη στάση. ξαφνικά, βλέπεις στο διπλανό κάθισμα παραπεταμένο ένα μόλεσκιν, προφανώς έχει πέσει από κάποιον επίσης εξαντλημένο. το ανοίγεις και μένεις μαλάκας απ' τα σχέδια που περιέχει. γεμάτο έργα τέχνης, απ' την αρχή μέχρι το τέλος. τι κάνεις;
α) το ξεφυλλίζεις, θαμπώνεσαι από τη λεπτοδουλειά και το ταλέντο και το χώνεις βιαστικά μέσα στην τσάντα. δεν έχεις συνηθίσει σε τέτοια τυχερά, ευχαριστείς τον καλλιτέχνη για την αφηρημάδα του και την τύχη που αποφάσισε έστω και μια φορά να σου χαμογελάσει.
β) το ξεφυλλίζεις μερικές φορές για να το χορτάσεις, σκίζεις και καναδυό σελίδες για ενθύμιο και το παραδίνεις στις πληροφορίες. πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στις αποθήκες του μετρό υπάρχουν στοιβαγμένα εκατοντάδες απωλεσθέντα αντικείμενα που δεν πρόκειται ποτέ να γυρίσουν στον ιδιοκτήτη τους και σίγουρα δεν υπάρχει κανένα μόλεσκιν-έργο τέχνης. θα είναι το πρώτο.
γ) το ξεφυλλίζεις, βλέπεις ότι έχει στην πρώτη σελίδα γραμμένα όνομα και διεύθυνση και το επόμενο πρωί το στέλνεις συστημένο και εξπρές στον ιδιοκτήτη του. μέσα του γράφεις κι ένα σημείωμα με τα στοιχεία σου, ελπίζοντας να σου φτιάξει ένα παρόμοιο σχέδιο για να σου στείλει.
δ) το ξεφυλλίζεις και αποφασίζεις να το πας στην αστυνομία [λέμε τώρα]. τη ώρα που πλησιάζεις στο τμήμα της καλλιδρομίου βλέπεις ότι καίγεται το σύμπαν απ' τις μολότοφ και μέσα στον κακό χαμό αποφασίζεις να το κρατήσεις. [άντε, με γεια το μόλεσκιν].
η ιστορία είναι φανταστική και κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα είναι συμπτωματική. τα σκίτσα είναι του james jean, ταϊβανέζου στη νέα υόρκη.
~ο alan bishop έρχεται για live στις 24 στο six d.o.g.s., μαζί με τον αδερφό του τον richard, σε ένα live που αξίζει πραγματικά. ο alan μόλις κυκλοφόρησε ως alvarious b. το νέο του άλμπουμ ''baroque primitiva' που είναι πολύ καλό και ακουστικό [το δίνει ο .flp στο μπλογκ του] και στο τέλος διασκευάζει αυτό εδώ το κομμάτι. σπουδαίο κομμάτι.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

badman is coming


Ο Μπάμπης Μπατμανίδης γεννήθηκε κάπου. Οι γονείς του δεν ήταν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία και στην παιδική του ηλικία δεν προσποιούνταν τον τραγουδιστή στον καθρέφτη του, κρατώντας για μικρόφωνο ένα τηλεκοντρόλ. Αν και η μεγάλη του αγάπη ήταν πάντοτε το τραγούδι, η μοίρα του έπαιξε σκληρά παιχνίδια και η καριέρα του πάντα έσβηνε πριν καλά καλά αρχίσει. Ο Μπάμπης όμως δεν το έβαζε κάτω και ξανά μανά έπαιρνε φόρα για μια νέα αποτυχία. Παρ’ όλα αυτά, η σκληρή δουλειά τον αντάμειψε και με την βοήθεια ενός νονού της νύχτας βαφτίστηκε «τραγουδιστής». Τα χειρότερα έρχονταν. Ο Μπάμπης έκανε το συναυλιακό του ντεμπούτο στο νεανικό κέντρο διασκεδάσεως «Το καφενείο μου», όπου τα τραγούδια του ενθουσίασαν τα απαιτητικό κοινό της Θεσσαλονίκης και διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα. Ποιος δεν έκλαψε στον ώμο του διπλανού του ακούγοντας την "Οικοδομή"...
Έτσι συστηνόταν ο Μπάμπης στο Soul πριν από λίγο καιρό, ως
"κάτι αυθεντικό και ωραίο από την Θεσσαλονίκη, ένας νέος που πίστεψε στο όνειρό του, αλλά ακόμα δεν βρήκε την ανταπόκριση που περίμενε. Ακόμα ένα τοπικό ταλέντο που θα ανοίξει τα φτερά του για να πετάξει προς τα φώτα της post dog σκηνής της Αθήνας. Θα έρθει η ώρα που θα γυρίσει πάνω στο άλογο ο Μπάμπης και η κυρία απ' το Πανόραμα θα εκλιπαρεί για τραπέζι και φιάλη τσίβας".
Ο Μπάμπης είναι αστέρι, ο Μπάμπης είναι σεξ σίμπολ [ο πιο σέξι άντρας του σύμπαντος από τη Λάρισα και πάνω, από τη Λάρισα και κάτω είναι άλλος, αλλά δεν τον αποκαλύπτω για να μη μας κλέβουν θέματα], ο Μπάμπης είναι θεός.
Κι αυτή είναι μια συνέντευξη που σου φτιάχνει τη μέρα.

οι φύλακες στη σίκαλη


Την πρώτη φορά που ο Μάριος συνάντησε τη Λυδία είχαν ανταλλάξει σουρεαλιστικούς διαλόγους του τύπου «ωραία παπούτσια», «είσαι φετιχιστής;» και συμπαθήθηκαν αμοιβαία. Τη δεύτερη συναντήθηκαν μέσα στη φασαρία από εξατμίσεις μηχανών και φωνές περαστικών -που ρωτούσαν πληροφορίες για θέατρα- έξω απ’ το Booze, της έδειξε τα σχέδιά του και διάβασαν τα διηγήματα που γράφει, πίνοντας σοκολάτα με γεύση κανέλας. Στη συνέχεια, μίλησαν κυρίως για αυτά. Ο Μάριος Περράκης είναι ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη. Τα σκίτσα του είναι μοναδικά, μοντέρνα και βιωματικά με έναν σαρκαστικό τρόπο που χάνει στην περιγραφή, θα μπορούσε κανείς να παραθέσει ονόματα όπως ο Robert Crumb, o Chris Ware, o Charles Burns αν έπρεπε σώνει και καλά να τα τοποθετήσει κάπου. Τα διηγήματά του κουβαλούν την ίδια αθωότητα, μαζί με έναν παράλληλο κυνισμό και ένα μαύρο χιούμορ που θυμίζουν το έργο ανθρώπων που εμφανώς τον έχουν επηρεάσει: του J.D. Sallinger και του Wes Anderson. Η έκθεση που ετοιμάζει με τα νέα σκίτσα του, ήταν μια καλή ευκαιρία να ξανασυναντήσει τη Λυδία και να τις λύσει όλες τις απορίες. Ή σχεδόν.
Όσα είπαν είναι εδώ.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

skynets


~Τρόικες, κρίσεις και κολοκύθια τούμπανα. Το πιο εξοργιστικό σε όλη αυτή την προπαγάνδα που έχουν στήσει τα media για να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο και να στρέψουν την προσοχή του μακριά από το πραγματικό πρόβλημα, δεν είναι ούτε ο κατευθυνόμενος πανικός, ούτε τα ψευτοδιλήμματα του τύπου «επιστροφή στη δραχμή ή θάνατος». Έτσι κι αλλιώς, σε ενάμιση χρόνο [18 μήνες και κάτι ψιλά] κανείς δεν θα θυμάται αν το Μάιο του 2011 πληρώναμε σε ευρώ ή σε δραχμές, απλά επειδή δεν θα έχει μείνει κανείς για να το θυμάται. Το έλεγε ο δύστυχος ο Νοστράδαμος και τον πίστευαν μόνο κάτι τρελοί και κάτι σκηνοθέτες ντοκιμαντέρ ενώ οι υπόλοιποι τον αντιμετωπίζουν ως γραφικό και ολίγο απατεώνα, τα είπε και ο προφήτης Κάμερον στον Τερμινέιτορ, αλλά σου λέει Χόλιγουντ, άρα παραμύθι. Έτσι, αντί να ξοδεύουν τα τελευταία ευρώ για υπόγεια καταφύγια, ξηρά τροφή και μπουκάλια με νερό και κοκακόλες τα βγάζουν στην Κύπρο και στα εξωτερικά για να μην είναι απένταροι όταν τους αποτεφρώνουν τα skynet. Σε μια πολύ σοβαρή συζήτηση με τη Μισιρλού λίγο πριν βαφτίσει το καινούργιο βαφτιστήρι της [μέχρι τις 21.12.12 θα έχει προλάβει να βαφτίσει άλλα 24] έμαθα ότι όλοι οι πλούσιοι που οικοδομούν τα τελευταία χρόνια σκάβουν κι ένα βήτα υπόγειο [πιο βαθιά απ’ το άλφα, για να αντέχει σε πυρηνικό όλεθρο] και έτσι όσοι επιβιώσουν θα είναι πραγματικά οι επίλεκτοι της κοινωνίας: μεγαλοδημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, πολιτικοί, έμποροι, τέτοιοι τέλος πάντων, με λεφτά και άσχημο σουλούπι. Τέλος πάντων, αυτό που έχει σημασία είναι ότι εδώ ο κόσμος θα καεί και στις ειδήσεις μας δείχνουν την οικονομική καταστροφή της Ελλάδας απ’ τα χαράματα μέχρι και τα μεσάνυχτα λες και χέστηκε κανείς. Λες και χέστηκε κανείς για οτιδήποτε, γενικά.
Ξαναδιαβάζοντας τη «Μητέρα του σκύλου» πρόσεξα ότι τελειώνει με μια πολύ σοφή κουβέντα της Ραραούς [λίγο πριν την κλείσουν στο τρελοκομείο, αλλά από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Όντως]: «πολύ που χέστηκα εγώ αν πεθαίνει η Ελλάς, μη σώσει και πεθάνει, την είδα εγώ την Ελλάδα ποτέ μου, γιατί να τη νοιαστώ; Η Ελλάδα είναι σαν την Παναγιά: δεν τη βλέπει κανείς μας ποτέ, την βλέπουν μόνο οι μουρλοί και οι απατεώνες...». ΟΚ, λεφτά μπορεί αν μην έχουμε για υπόγεια, ξηρά τροφή και προμήθειες, αλλά έχουμε πλούσιους φίλους. Και τη Μισιρλού που έχει χτίσει ένα σωρό υπόγεια. 18 μήνες και κάτι ψιλά είναι αρκετό διάστημα για προετοιμασίες, περιμένω ταχυδρομικά και το αμερικάνικο μπεστ σέλερ με οδηγίες επιβίωσης -από την πρώτη Ιουνίου θα το μεταφράζω και θα το δημοσιεύω σε συνέχειες, -αν δεν καταφέρω να σωθώ εγώ, τουλάχιστον ας σωθούν οι αναγνώστες μου.
~Κατά τ’ άλλα, Tyler the Creator και μόνο. Το Goblin είναι σίγουρα από τους δίσκους της χρονιάς και αυτός που θα τον κάνει Έμινεμ [εμπορικά], με τη διαφορά ότι ο Tyler είναι ακριβώς το αντίθετο: ένας 20χρονος μαύρος που θα ήθελε να είναι ο Sid Vicious και όχι ο Dre, ο Snoop ή οι Public Enemy. «Οι παραπονιάρικες ατμόσφαιρες και τα πένθιμα βιολιά προέρχονται από παλιά τζαζ γαλλικά σάουντρακ», λέει στην Γκάρντιαν, «από μουσική library, από συγχορδίες που εξελίσσονται και αλλάζουν συνεχώς». Δηλώνει επίσης ότι του αρέσουν οι Joy Division, ο Roy Ayers, o Toro Y Moi, οι Washed Out, Beach House και οι Broadcast. «Απ’ αυτούς έχω επηρεαστεί, γι’ αυτό η μουσική μου είναι αυτό το μίγμα από ευχάριστες συγχορδίες, hardcore ντραμς και δυνατές μπασογραμμές».
«Από πού προέρχεται όλη αυτή η οργή στους στίχους;», τον ρωτάει ο δημοσιογράφος, «δεν ξέρω», του απαντάει αυτός, «από αυτό το σκοτεινό μέρος που πάω όταν είμαι μόνος μου. Όλοι το κάνουμε». Ο Tyler μεγάλωσε με τη μάνα του, ο πατέρας του τους εγκατέλειψε όταν ήταν μικρός, η οργή του στρέφεται σ’ αυτόν -πέρσι του έγραψε ολόκληρο δίσκο με τίτλο «Bastard».
«Σκέφτεσαι τις αντιδράσεις που θα προκαλέσει η μουσική σου;»
«Ποτέ δεν το σκέφτομαι αυτό, κάνω απλά αυτό που θα ήθελα ν’ ακούσω. Δεν χρειάζεται να αρέσει σε όλους».
Ο Tyler ζει ακόμα με τη μάνα του, η οποία –ισχυρίζεται ο ίδιος- δεν ακούει τους στίχους του, παρόλο που πηγαίνει στα live των Odd Future και της αρέσει η μουσική τους. «Υποστηρίζει απλά το γιο της που κάνει αυτό που ήθελε πάντα να κάνει, να είναι στα εξώφυλλα των περιοδικών για να μπορεί να τα δείχνει στις φίλες της», λέει γελώντας. «Ξέρω ότι αν ήμουν γονέας και το παιδί μου ήταν στην γαμημένη την τηλεόραση θα παρέβλεπα όλα τα αρνητικά και απλά θα το στήριζα».
«Είμαι ωραίος τύπος», λέει. «Κάνω πλάκα κι οι άνθρωποι το παρεξηγούν. Ακόμα κι όταν αρχίζω να τους κοροϊδεύω και να κάνω αστεία μαζί τους το κάνω απλά για να γελάσω».
Μπορεί στους στίχους του Goblin να το παρακάνει στις βωμολοχίες και να του βγαίνει περισσότερη οργή απ’ όσο αντέχει το politically correctness των mainstream media, ο δίσκος όμως ξανακάνει πραγματικά το hip hop ενδιαφέρον, ακόμα κι όταν μέσα από τις απίθανες μουσικές ξεπετάγονται ρίμες του τύπου «ο πούτσος μου είναι πρησμένος και με τρώει…». Στην τελική είναι αλήθεια.
~Πόσες αράχνες καταπίνει στον ύπνο του ένας άνθρωπος -ζωντανές- στη διάρκεια της ζωής του; Έξι; Σήμερα ξύπνησα με μια μικροσκοπική αράχνη στη γλώσσα και πρόλαβα και την έφτυσα. Ελπίζω να ήταν η πρώτη.
μπουρκίνα φάσο

λεκτικός επεξεργαστής


Ήταν για ένα ρεπορτάζ στο Barcode Tattoo που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Οι αποκλειστικές φωτογραφίες του Λεκτικού Επεξεργαστή από τον Freddie F. εδώ.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

egg hell



Ο Jef είναι πολύ νεαρός, μόλις 21 χρονών, αλλά πρόσφατα συμπλήρωσε μια πενταετία (!) στη μουσική πραγματικότητα της Αθήνας. Όταν ήταν 17 είχε εμφανιστεί στο μουσικό φεστιβάλ που είχε κάνει το περιοδικό Centro στο Gagarin και είχε κλέψει την παράσταση –ένας πιτσιρικάς που τραγουδούσε αμερικάνικες μελωδίες με την κιθάρα του και η χροιά του θύμιζε Curt Cobain. Από τότε πέρασαν τέσσερα χρόνια και από μαθητής έγινε φοιτητής, μπήκε στη δραματική σχολή, εμφανίστηκε στο θέατρο, έκανε το άγαλμα στον Δον Ζουάν του Εθνικού, έφτιαξε το μουσικό πρότζεκτ Egg Hell, κυκλοφόρησε ένα δίσκο το 2009 και έκανε ένα σωρό ζωντανές εμφανίσεις. Δεν άλλαξαν, δηλαδή, απλά… αρκετά, άλλαξαν τα πάντα. Μέσα του, γύρω του, τα μουσικά του ακούσματα. Το μόνο που έχει μείνει το ίδιο είναι η αγάπη του για τη μουσική και η «αγωνιστική» του διάθεση να τα βγάλει πέρα και να πετύχει. «Ο Jef Marawi γεννήθηκε το 1990 από μπαμπά Σύριο, μαμά Βραζιλιάνα και παππού Έλληνα» αναφέρει ο ίδιος, και το μουσικό του αποτύπωμα «έχει την καταγωγή του στην τραγουδοποιία του Thom York, του Elliott Smith και του Chico Buarque και ανακατευθύνεται σε bossa nova, freak folk και βαλκανικά μονοπάτια». Οι στίχοι του αφηγούνται «μικρές ιστορίες καθημερινού φαντασιακού με σαρκαστικές διαθέσεις» και όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και πιο ώριμοι. Ο νέος του δίσκος [που είναι ένα πολύ προσεγμένο «πακέτο» φτιαγμένο στο χέρι, με κουτί μπουμπουνιέρας, τέσσερα brownie και «λιγδιασμένα» ριζόχαρτα να συνοδεύουν το CD] έχει μια ιδιαιτερότητα: απαιτεί να συνοδέψεις το κάθε ένα από τα τέσσερα κομμάτια με τα ισάριθμα brownie που περιέχει η συσκευασία, γι’ αυτό και ο τίτλος είναι «Brownie Crumbs». «Επιχειρεί να διευρύνει την εμπειρία ακοής, όρασης και αφής που παραδοσιακά προσέφερε η συμβατική συσκευασία ενός δίσκου», εξηγεί. «Με διανομή αποκλειστικά στα live που ξεκινάω αυτήν την εποχή, τα 4 νέα κομμάτια κάθε συσκευασίας αντιστοιχούν σε 4 φρεσκοψημένα brownies που θα συνοδεύουν την πρώτη ακρόαση ως γεύση και τις επόμενες ως ανάμνηση»…
Ποιος είναι ο Jeff; Πώς θα συστηνόσουν σε κάποιον άγνωστο;
Σίγουρα με έναν υπερβολικά awkward τρόπο. Θα ήθελα να ρίξουν μια ματιά στην δουλειά μου, αλλά από εκεί και πέρα το θέμα είναι το τι θα ήθελαν αυτοί να μάθουν για μένα. Και εγώ για αυτούς.
Πώς είναι να μεγαλώνεις σε μια πολυεθνική οικογένεια;
Είχε πολλές θετικές πλευρές, κυρίως τις προφανείς, αλλά όμως και μια περίεργη έλλειψη συνοχής όσο αφορά την σχέση μου με τις χώρες των γονιών μου, τη Βραζιλία και τη Συρία. Πάντα τις αγαπούσα όλες και πάντα δυσκολευόμουν να εξηγήσω από που είμαι.
Ποια ήταν τα πρώτα σου ακούσματα;
Τα πρώτα μου ακούσματα έρχονται κυρίως από το συρτάρι με CD που είχε ο θείος μου στο δωμάτιο του στην Βραζιλία. Nirvana, Radiohead, Propagandhi, Peppers, Rage, τέτοια πράγματα. Εκεί μέσα ήταν και ο πρώτος δίσκος που θυμάμαι να πιάνω στα χέρια μου, το self-titled των Mr. Bungle (έκανα δέκα χρόνια για να το ακούσω). Απίστευτο εξώφυλλο, το φοβόμουν πάρα πολύ. Παλαιότερα άκουγα και Spice Girls, αλλά μάλλον δεν είχα ακόμα συνειδητοποιήσει πως άκουγα μουσική τότε. Μου λείπει αυτό. Επίσης είχα μεγάλο κόλλημα μικρός με παραμύθια σε κασέτες και CD. Ο αγαπημένος μου ήταν ο Σπύρος Μπιμπίλας. Τρομερός παραμυθάς. Ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν το soundtrack του Batman & Robin όταν ήμουν 7 χρονών.
Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ.
Το Napoleon είναι ένα από τα τέσσερα τραγούδια του EP Brownie Crumbs. Τη Δευτέρα το βράδυ, στις 9.30, εμφανίζεται ζωντανά στο Six d.o.g.s. με ελεύθερη είσοδο.

sufi


gonjasufi