Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

easy


~μπορεί να μην υπάρχουν στοιχεία –γιατί ποιος χέστηκε
για το αν έχουν εξαφανιστεί οι χελώνες, εδώ ο κόσμος δεν έχει να φάει- αλλά από τότε που κατέβηκε το πρώτο κύμα τσιγγανοβούλγαρων για να δουλέψει στα χωράφια της ελληνικής επικράτειας, οι χελώνες άρχισαν να γίνονται όλο και πιο σπάνιες. οι βούλγαροι πολύ τις εκτιμούν τις χελώνες, κυρίως μαγειρευτές στην κατσαρόλα ή τηγανητές, έτσι όταν άρχισαν να εγκαθίστανται στην επαρχία, οι χελώνες εξαφανίστηκαν.
τσάμπα κρέας, φρέσκο, καθαρό και υγιεινό, χωρίς αντιβιοτικά και ορμόνες που σου μεγαλώνουν τα βυζιά όπως τα κοτόπουλα (οι κακομοίρες οι χελώνες τρώνε μόνο χορτάρι).
την πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει με τις χελώνες, ο πατέρας μου είχε βάλει δύο στην καρότσα του αγροτικού και τις πήγαινε δώρο στον βούλγαρο που είχαμε για φύλακα, επειδή του είχε πει ότι ο μπατζανάκης του αδερφού του φίλου του είχε λευχαιμία και η θεραπεία απαιτούσε να πίνει φρέσκο αίμα για να βάζει αιμοπετάλια. το αίμα έπρεπε απαραιτήτως να είναι από χελώνα. ο πατέρας μου το είχε πιστέψει και του πήγαινε χελώνες αβέρτα.
μια κυριακή που είχαμε ανάψει φωτιά για να ψήσουμε κρέας, η βουλγάρα ήρθε καμαρωτή με μια χελώνα στην αγκαλιά, την έβαλε ανάσκελα πάνω στην σχάρα και πήγε να συνεχίσει τον καφέ της. την άφησε να ψήνεται ζωντανή! όταν την πήραμε είδηση, η χελώνα είχε τεντώσει και τα τέσσερα πόδια και το καβούκι της είχε γίνει κάρβουνο. η βουλγάρα επέστρεψε -σαν να μην συμβαίνει τίποτα- με ένα μεγάλο μαχαίρι στο χέρι, και με τη λαβή άρχισε να σπάει το καβούκι και να βγάζει κρέας και εντόσθια. μετά πήγε να τα μαγειρέψει.
ο πατέρας μου κόντεψε να πάθει συγκοπή από το σοκ, αλλά ήταν αργά για επανορθώσεις. μπορεί χελώνα να μην τους ξαναπήγε, τον ακριβή αριθμό των δύσμοιρων που κατανάλωσαν, όμως, δεν τον έμαθε ποτέ κανείς. αν εξαιρέσεις ένα γουρούνι που μεγάλωναν για μήνες και έσφαξαν πριν από τα χριστούγεννα, οι βούλγαροι δεν αγόρασαν ποτέ κρέας, ίσως επειδή το έβρισκαν με μια βόλτα στο βουνό.
πρέπει να αναφέρω επίσης, ότι ενώ εκείνη την εποχή είχαμε τον πιο λαίμαργο σκύλο του κόσμου, τα φαγητά τους δεν τα δοκίμασε ποτέ. τα μύριζε και έφευγε μακριά.
κι ενώ προσπαθούσα να θυμηθώ αν είδα ποτέ πώς μαγείρευαν τα μπούτια που έμοιαζαν με μικρού κοτόπουλου [και να είδα, το έχω σβήσει απ’ τη μνήμη μου], πρόσεξα αυτήν εδώ την διαπίστωση:
~digression: ακολουθούσα τα σκατουλάκια των σκύλων της υψηλής κοινωνίας στα πεζοδρόμια και τους δρόμους. είμαι σίγουρος ότι είναι από σκυλάκια ράτσας με πεντιγκρί, πεντικιούρ και πεντέξι επισκέψεις στον κτηνίατρο-ψυχολόγο το χρόνο για να αντιμετωπίσουν τη κατάθλιψη. ένας αλήτης σκύλος δε θα έχεζε όπου να ’ναι, ξέρει πώς λειτουργεί το σύστημα. τη κρύβεις καλά τη κουράδα σου, αλλιώς τη γάμησες. τα σκατουλάκια όμως των καλόσκυλων δεν χρειάζονται κάλυψη-απόκρυψη. είναι στολίδια, εκθέματα ακόμα και στις πιο κεντρικές πλατείες, αμολημένα επάνω στο ευαίσθητο γρασίδι των πάρκων.
all-star game φιλότεχνων γονέων και κηδεμόνων για τα παιδιά τους με την ξεχωριστή κλίση στην τέχνη και τις επιρροές που τους εμφυσήσαν οι ίδιοι. και από την άλλη ο αγέρωχος σκύλος του πεζοδρομίου και του πεζόδρομου, που και ποιος δε θα ζήλευε το στήσιμο του. εμπνέει σεβασμό και είναι άνετος με το κόσμο χωρίς να επιδεικνύεται, εκτός καμιά φορά που απλώνει τη μαλαπέρδα του να λιαστεί ή όταν του κάτσει καμιά μικρή πεταχτούλα της υψηλής κοινωνίας, οπότε μιλάει η φύση.
~ένα πολύ ωραίο κομμάτι από το εξαιρετικό ep του uther moads που ακούω συνέχεια από προχθές [περισσότερα από δευτέρα]…