Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ηρεμία


~κάθε σάββατο στην αρχή της λαϊκής πετυχαίνω μια άσχημη ξερακιανή γριά ξεδοντιάρα, η οποία στέκεται εκεί με το χέρι απλωμένο και περίλυπο ύφος, τραβώντας σου σχεδόν το μανίκι για να της δώσεις ελεημοσύνη. είναι εκεί απ’ τις δέκα το πρωί [μπορεί και από νωρίτερα, δεν έχω ποτέ πάει στη λαϊκή πριν τις δέκα] μέχρι τις 3 [το αργότερο που έχω πάει, τότε που ο μαϊντανός κάνει 50 λεπτά από 70 που τον έχουν το πρωί, και όλα τα απομεινάρια τα δίνουν μισοτιμής]. αυτή λοιπόν την λυπόμουν έτσι λιπόσαρκη και μαυροκαρκανιασμένη που την έβλεπα, μέσα στη βρώμα και σκεφτόμουν τι άδικος που είναι ο κόσμος, όταν κάποιες γριές για να ζήσουν είναι αναγκασμένες να ζητιανέψουν. λίγο πιο πέρα, στέκεται μια νεαρή που νόμιζα ότι είναι τσιγγάνα αλλά μιλάει κάτι σαν βουλγάρικα, η οποία κάθεται στο κράσπεδο, με ένα μωρό που μονίμως κοιμάται ανάσκελα στα πόδια της μάνας του [δεν το έχω πετύχει ποτέ ξύπνιο]. κάποιες φορές είναι στη θέση της ένας μαυριδερός τύπος [αυτή εξαφανίζεται] με το ίδιο μωρό τέζα κοιμισμένο, στην ίδια ακριβώς στάση. μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω ότι είναι σπείρα. και δεν είναι μόνοι τους, έχουν και τρία τέσσερα παιδιά –ο πιο μεγάλος γύρω στα 12, η πιο μικρή 6-7- τα οποία ανοίγονται στις καφετέριες για να ζητήσουν βοήθεια.
μια μέρα, την ώρα που πότιζα τις γλάστρες στο μπαλκόνι, είδα τη γριά να πλησιάζει τον 12χρονο, να ανοίγει την τσάντα, κι αυτός να της ρίχνει μέσα μερικά κινητά. ήξερα ότι είναι κλεμμένα, αλλά ακόμα κι αν μου πέρασε απ’ το μυαλό να φωνάξω την αστυνομία, συνέχισα το πότισμα και είπα δε γαμιέται, σιγά να μην τους καρφώσω στους μπάτσους. μετά σκέφτηκα ότι μας έχουν κάνει έτσι οι καταστάσεις, που αν φωνάξεις μπάτσο και καρφώσεις τον κλέφτη είσαι κατάπτυστος και ξεφτίλας επειδή οι μπάτσοι δέρνουν κόσμο, πετάνε δακρυγόνα, σπάνε κεφάλια και είναι ο οχτρός. ακόμα και κανείς να μην το μάθει, μόνο και μόνο που ακούς τη φωνή μέσα στο κεφάλι σου να σου λέει «είσαι προδότης», φτάνει.
η πιθανή σκασίλα και η αγανάκτηση αυτών των καημένων που έχασαν τα κινητά, δεν κατάφερε να κάνει τη φωνή να το βουλώσει.
σήμερα το μεσημέρι, κι ενώ είχα πάει για καφέ στους χάρτες, εμφανίστηκε ένας καχεκτικός κακόμοιρος που δεν ήταν παραπάνω από 15, με ένα χαρτί στα χέρια που έλεγε είμαστε άποροι, ο πατέρας μας πεθαίνει και βοηθήστε τα ορφανά, ενώ μίλαγε την ίδια γλώσσα με της γριάς, κάτι βουλγαρορώσικα. την ώρα που μας έφερε η σερβιτόρα τον καφέ και πήγα να πιω την πρώτη γουλιά, έρχεται και πέφτει πάνω μου και μου κοτσάρει στα μούτρα το χαρτί απορίας. το άιφον το είχα ακουμπισμένο ακριβώς μπροστά μου, δεξιά απ’ το φλιτζάνι, στην πλευρά του τοίχου. τον διώξαμε με αρκετά ευγενικό τρόπο κι αυτός σηκώθηκε και έφυγε. δεν πήγε σε άλλο τραπέζι, σιγά σιγά πήγε προς τη γωνία και μετά άνοιξε η γη και τον κατάπιε. την ώρα που τον κατάπινε κάτι ψιλιάστηκα και ψάχνω το κινητό, κοιτάζω στο τραπέζι, στην τσέπη, άφαντο. σηκωνόμαστε και τρέχουμε προς την κατεύθυνση που έφυγε, κάναμε κατοστάρια στο τετράγωνο, πήγαμε στην πλατεία, στη λαϊκή, πουθενά ο καχεκτικός μπάσταρδος.
την ώρα που γύρναγα στο σπίτι και είδα τη γριά να ζητιανεύει δήθεν περίλυπη, μου ’ρχόταν να πάω να της δώσω δυο κλωτσιές στα μούτρα και άλλη μία στον καργιόλη με το μωρό, αλλά άντε να εξηγείς μετά γιατί το έκανες.
από σήμερα τους ζητιάνους και τους ζήτουλες άρχισα να τους βλέπω με άλλο μάτι [και πού θα πάει το μπάσταρδο, δεν θα το πετύχω;].
δεν είναι η "κρίση" μόνο που σε κάνει να μην έχεις αντοχές, είναι και όλοι αυτοί μικροί μεγάλοι που δεν δίνουν μία αν σου κάνουν τη ζωή δύσκολη. δεν σε αναγκάζουν μόνο να γίνεις κτήνος, όσο περνάει ο καιρός κάνουν και τη φωνή μέσα στο κεφάλι σου όλο και πιο αδύναμη...
~έχω κι άλλο κομμάτι του μυστηριώδη έλληνα παραγωγού, το ίδιο καλό, αλλά για αύριο. προς το παρόν, αυτό που είναι σαν ηρεμιστικό.