Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

drive





Το "Two Lane Blacktop" του Monte Hellman -μία από τις πιο σημαντικές road movies που έχουν γίνει ποτέ [για πολλούς, η σπουδαιότερη]- βγήκε στις αίθουσες το 1971, με πρωταγωνιστές δυο πολύ γνωστούς μουσικούς στους πρώτους και τελευταίους κινηματογραφικούς ρόλους τους –τον James Taylor και τον ντράμερ των Beach Boys, τον Dennis Wilson- και, παρόλο που δεν βρήκε μεγάλη ανταπόκριση απ’ το κοινό στην εποχή της, κατάφερε να γίνει cult classic. Μπορεί να χρειάστηκαν τρεις δεκαετίες για να αναγνωριστεί η αξία της, αλλά εκτός από cultural icon έγινε και μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες δρόμου και απόκτησε φανατικούς οπαδούς.
Ο οδηγός [Taylor], ο μηχανικός [Wilson], ο GTO [Warren Oates] και το κορίτσι [Laurie Bird] είναι τα τέσσερα βασικά πρόσωπα σε μια ταινία “για τη μοναχικότητα και τις προσπάθειες που κάνουν οι άνθρωποι για να συνδεθούν μεταξύ τους και να διατηρήσουν ταυτόχρονα τη μοναξιά τους –κάτι που είναι μάλλον αδύνατο και όνειρο απατηλό”.
Το ''Two Lane Blacktop'' που γυρίστηκε σε διάστημα δυο μηνών και στοίχησε 950.000 δολάρια είχε την “ατυχία” να παιχτεί στα σινεμά μετά το ''Easy Rider'' [απ’ το οποίο ήταν πολύ ανώτερο σε αρκετά επίπεδα και πολύ πιο ενδιαφέρουσα ταινία]. Έτσι δεν την ακολούθησε ο ίδιος μύθος με των καβαλάρηδων της ασφάλτου που ζούσαν την απόλυτη ελευθερία, οι αφίσες των Taylor και ο Oates δεν στόλισαν τους τοίχους σε εφηβικά δωμάτια, ενώ ένας υπερβολικός τίτλος στο Esquire λίγο πριν βγει, προκάλεσε παρανόηση σε κοινό και κριτικούς που έψαχναν την επόμενη Μεγάλη Νεανική Ταινία. Μετά το θόρυβο που προκάλεσε ο τίτλος “Η ταινία της χρονιάς” στο τεύχος που δημοσιεύτηκε το σενάριο του Rudolph Wurlitzer και την αντίδραση της ίδιας της εταιρίας παραγωγής, η ταινία θάφτηκε και παρέμεινε κρυμμένος θησαυρός για αρκετά χρόνια. Υπήρχαν κάποιες κόπιες που προβάλλονταν περιστασιακά, αλλά πολύ σπάνια μπορούσες να την πετύχεις σε μεγάλη αίθουσα. Το ίδιο το αφεντικό της Universal, ο Lew Wasserman, είχε μια προσωπική απέχθεια για την ταινία, ίσως "επειδή στα 103 λεπτά της συνόψιζε την ταραχώδη κατάσταση μιας γενιάς νεαρών, τους οποίους δεν κατάφερε να πείσει να αδειάσουν τις τσέπες τους [βλέποντας την ταινία]". Στην αμερικάνικη τηλεόραση προβλήθηκε μία και μοναδική φορά τη δεκαετία του 80 -σε μια κόπια άθλια- και έπρεπε να φτάσει το τέλος των ’90s για να κυκλοφορήσει σε αξιοπρεπή μορφή σε DVD. Στα ’00s η φήμη της δεν αποκαταστάθηκε απλώς, αλλά πήρε και τη θέση που της άξιζε στη λίστα με “τις πιο εντυπωσιακές αμερικάνικες ταινίες που ορίζουν μια εποχή” και πιο πρόσφατα αναγνωρίστηκε ως “μία από τις πιο σπουδαίες και συγκινητικές ταινίες δρόμου”.
Ο Οδηγός και ο Μηχανικός ζουν στο δρόμο, περιφερόμενοι από πόλη σε πόλη μέσα σε μια δίπορτη φτιαγμένη Chevy 150 του ’55, έχοντας για μόνο εισόδημα τα λεφτά που κερδίζουν από τα στοιχήματα σε αγώνες με τους ντόπιους. Στη διαδρομή τους προς την Αριζόνα παίρνουν ένα κορίτσι που κάνει ωτοστόπ και λίγο πριν το New Mexico γνωρίζουν τον GTO (έναν οδηγό με μια Pontiac GTO), τον βασικό αντίπαλό τους σε έναν μάταιο αγώνα διαρκείας, σε ολόκληρη τη χώρα, από την Καλιφόρνια μέχρι το Τενεσί. Έπαθλο για το νικητή η νόμιμη κατάσχεση του αυτοκινήτου του χαμένου. Το κορίτσι, αφού κοιμάται και με τον Οδηγό και τον Μηχανικό, στο τέλος τους απογοητεύει και τους δύο γιατί το σκάει με τον GTO.
Παρόλο που οι προηγούμενες ταινίες δρόμου βασίζονταν κατά πολύ στη μουσική, το ''Two Lane Blacktop'' δεν είχε ποτέ σάουντρακ και δεν περιέχει ούτε ένα κομμάτι των μουσικών πρωταγωνιστών του. Στην ταινία ακούγονται το ''Moonlight Drive'' των Doors, το ''Stealing'' του Arlo Guthrie και η αυθεντική εκτέλεση του ''Me and Bobby McGee'' απ’ τον συνθέτη του, τον Kris Kristofferson.
[archive: ανώτερη εκπαίδευση, σούσι, tokyo rising, ημέρα τρίτη, ντατς μι, higher than the sun, γκουρμέ, wes, clouds, peepee και μπλομ, +Ψ+, dear oh dear, wishful sinful].