Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

life story


Οι πιο πολλές από τις παιδικές αναμνήσεις μου έχουν σχέση με φαγητό, τη γιαγιά μου και το σχολείο που πήγα. Θυμάμαι έντονα τη διαδρομή που έπρεπε να κάνω για το σχολείο κάθε πρωί. Ήταν το πρώτο πράγμα που έκανα εντελώς μόνος.
Θυμάμαι τον μπαμπά μου να λέει «αν σε χτυπήσει κάποιος να μην ανταποδώσεις ποτέ το χτύπημα». Μπλέχτηκα σε καυγά από την πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο. Ήμουν σε μια κούνια στην παιδική χαρά, ένα πολύ μεγαλύτερο παιδί με έσπρωξε από πίσω και λίγο-πολύ έφαγα άμμο. Τον είχα ρωτήσει «γιατί το έκανες αυτό;» και νομίζω μου είχε πει «επειδή η κούνια είναι δικιά μου».
Το αστείο είναι ότι μου είχε ρίξει μπουνιά –μου είχε μαυρίσει το μάτι, ξεκάθαρη βία, έτσι απροκάλυπτα- και θυμάμαι ότι τον πίεζα στο χώμα μέχρι που σταμάτησε να κλαίει επειδή δεν ήξερα τι να κάνω.
Ο πατέρας μου ήθελε να ζήσω μια διαφορετική ζωή απ’ τη δική του. Μου έλεγε «πρόσεχε μην σε διώξουν απ’ το σχολείο» κι αυτό το κουβάλαγα μαζί μου κι αργότερα που αντιμετώπισα πραγματικό ρατσισμό στο Τορόντο.
Κυρίως ήταν τα παιδιά που με ενοχλούσαν, αλλά με έκαναν να αναρωτιέμαι τι σκέφτονται οι μεγάλοι για μένα. Θυμάμαι το πρώτο μου Halloween: κάποια απ’ τα παιδιά της γειτονιάς μου έλεγαν «Chin-or-treat!» και δεν καταλάβαινα τι σημαίνει. Πέρασε καιρός για να καταλάβω.
Τους έβλεπα να γελάνε και νόμιζα ότι είναι κάποιο παιχνίδι, έτσι τους έσπρωχνα και γελούσα κι εγώ. Αυτό τους μπέρδευε πραγματικά και δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Ακόμα θυμάμαι τις εκφράσεις τους. Όσο το λεξιλόγιό μου γινόταν πιο πλούσιο άρχισα να μπαίνω στο νόημα και να καταλαβαίνω τι τρέχει. Μια μέρα έσπρωξα ένα παιδί που με κορόιδευε τόσο δυνατά που σωριάστηκε στο έδαφος. Δεν ξανάπαιξαν ποτέ μαζί μου αυτό το «παιχνίδι».
Το πραγματικό όνομά μου είναι Ηungtai, με οικογενειακές ρίζες από πολύ παλιά. Η δασκάλα μου στο δημοτικό δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί το μικρό μου όνομα έμπαινε τελευταίο και μου έλεγε «δεν μπορείς να το κάνεις αυτό εδώ γλυκέ μου, πρέπει να βάλεις το επώνυμό σου στο τέλος».
Οι γονείς μου ποτέ δεν χώρισαν επίσημα. Για το νόμο είναι ακόμα παντρεμένοι. Ο πατέρας μου έμεινε στην Ταϊβάν και τον είδα μόνο μια φορά όσο καιρό ζούσαμε στο Τορόντο. Όταν μετακομίσαμε στη Χαβάη σταμάτησα να τον βλέπω. Υπήρχαν πολλά οικογενειακά ζητήματα για τα οποία δεν θέλω να μιλάω, αλλά από τα 16 μέχρι τα 24 δεν τον είδα καθόλου.
Ο πατέρας μου είναι παλαιών αρχών, πολύ παλιομοδίτης. Έχει έναν περίεργο τρόπο να σου δείξει την αγάπη του: προσπαθώντας να σου λύσει τα προβλήματα. «Χρειάζεσαι χρήματα; Τι σε βασανίζει;» ρωτάει τέτοια πράγματα, όμως δεν σε αγκαλιάζει ποτέ και δεν λέει ποτέ «σ’ αγαπώ».
Όταν ο πατέρας μου ήταν νέος είχε τα μαλλιά «κοκοράκι». Ήταν πολύ ατίθασος και, όπως πολλοί έφηβοι της εποχής του, λάτρευε τον Έλβις. Κάθε 16χρονος της εποχής ήθελε να είναι ο Έλβις. Υπάρχει μια φωτογραφία του που παίζει διασκευές με μια doo-wop μπάντα. Δεν ηχογράφησαν τίποτα, συμμετείχαν απλά σε ένα talent show. Αυτό ήταν όλο.
Ο στρατός τον προσγείωσε. Επέστρεψε από το στρατιωτικό και παντρεύτηκε τη μάνα μου. Σε όλη του τη ζωή δουλεύει ασταμάτητα, έτσι το όνειρο του τραγουδιστή γεννήθηκε και πέθανε το ίδιο καλοκαίρι.
Είναι σπουδαίος τραγουδιστής. Κάθε φορά που κάναμε καραόκε τραγουδούσε Righteous Brothers και, φίλε μου, μπορούσε πραγματικά να «χτυπήσει» αυτές τις νότες!
Δεν του άρεσε πάντα η ιδέα αυτού που κάνω, δεν το στήριξε απ’ την αρχή. Ήθελε να πιάσω μια «αληθινή δουλειά» και να είμαι περισσότερο υπεύθυνος, έτσι ήθελα να του στείλω το 7ιντσο [το «True Blue»] που έχει τη φωτογραφία του με τη μάνα μου σαν μήνυμα και να του πω: «Κληρονόμησα το όνειρό σου. Το πέρασες και σε μένα».
Ήθελα απλά να του δείξω ότι μου αρέσει κι εμένα αυτή η μουσική. Και μπορώ να τη φτιάξω. Μπορώ να το κάνω». Ήταν δύσκολο. Έπρεπε να ακολουθήσω μερικές από τις δικές μου επιρροές –o Alan Vega είναι η πιο προφανής- επειδή αν έφτιαχνα αυστηρά ροκαμπίλι θα ακουγόμουν σαν κάποιες γραφικές μπάντες που αναβιώνουν μουσική του παρελθόντος ντυμένοι σαν μαφιόζοι.
Στη μάνα μου είπε ότι η μουσική μου του θύμισε τότε που ήταν νέος και οδηγούσε μηχανή και ότι ακούγεται πολύ rock’n’roll. Δεν το είπε σε μένα, όταν τον ρώτησα στο τηλέφωνο πώς του φαίνεται μου είπε απλά «καλή ακούγεται».
Αυτή ήταν η αρχική ιδέα του χαρακτήρα του δίσκου μου: μια φανταστική έκδοση του πατέρα μου βασισμένη σε παλιές φωτογραφίες. Τα κομμάτια προέκυψαν πολύ συναισθηματικά παρόλα αυτά, σαν πραγματικά «πλαστό» ροκαμπίλι. Έτσι έφτιαξα πρόχειρα τα περισσότερα απ’ τα κομμάτια και άρχισα να τα ξαναγράφω με διαφορετική προοπτική, από τις εμπειρίες μου στις περιοδείες. Ενσωμάτωσα την πραγματικότητα και τη φαντασία και νομίζω ότι έγιναν πιο αυθεντικά. Τουλάχιστον για μένα.
Είναι ένα γράμμα αγάπης προς τον πατέρα μου, αλλά είναι επίσης το παλιό Αμερικάνικο Όνειρο, η Beat Generation και ο David Lynch –ο,τιδήποτε δεν είναι τα ’50s.
Δεν μπορώ να του πω απλά να πάει να γαμηθεί. Έτσι δεν ξεμπλέκεις με τίποτα.
[από έναν αποκαλυπτικό μονόλογο του dirty beaches στο self-titled. κι εδώ μιλάει για φαγητό]