Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

κ[ο]υράδες





η θηλυκού γένους ελληνάρα [δηλαδή η τρίτης ηλικίας αστή «κυρία» που έχει ξεχάσει ότι μεγάλωσε σε μαντρί και μιλάει με επιτηδευμένη «αθηναϊκή» προφορά] είναι ακόμα χειρότερη από τον αρσενικού γένους ελληνάρα. περίπου δύο χιλιάδες φορές [μπορεί και τρεις]. η αστοιχείωτη πρωτευουσιάνα, δηλαδή, συνταξιούχος δημοσίου υπαλλήλου, που θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω όλων, περπατάει με τουπέ φραγκόκοτας και διαλαλεί την ανωτερότητά της, είναι το χειρότερο είδος ανθρώπου που μπορείς να συναντήσεις στα αθηναϊκά λεωφορεία [επιβάτισσες κατ’ ανάγκη, επειδή αυτόν τον καιρό δεν κυκλοφορούν ταξί].
σήμερα στο α7 [κηφισιά-πειραιάς, λεωφορείο διπλό-φυσαρμόνικα] υπήρχαν τέσσερις πέντε τέτοιες «κυρίες» και όλοι οι υπόλοιποι ήταν αθηναίοι πολίτες ξένης εθνικότητας και ποικίλων χρωμάτων. η χοντρή κουράδα ανέβηκε στην προτελευταία στάση πριν στρίψει στην αλέξάνδρας, είδε τον «παλιόκοσμο» που ταξίδευε μαζί της, πήρε μια έκφραση αηδίας, έβρισε λίγο μόνη της τους ταξιτζήδες και μετά ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και άρχισε να σχολιάζει τους βρομιάρηδες που μολύνουν τα μέσα μεταφοράς. θέσεις δεν υπήρχαν, ήταν όλες πιασμένες από «βρομιάρες» και «βρομιάρηδες».
στην ίδια στάση ανέβηκε και μια ηλικιωμένη τσιγγάνα, ταλαίπωρη και εμφανώς άρρωστη, φορτωμένη με πράγματα σε πλαστικές σακούλες, η οποία με το ζόρι στεκόταν όρθια. ένας πακιστανός που την είδε από το βάθος σήκωσε το χέρι του για να τον προσέξει, σηκώθηκε και προσφέρθηκε να της δώσει τη θέση του. η καημένη η τσιγγάνα χάρηκε, μάζεψε τις σακούλες κι ετοιμάστηκε να πάει να καθίσει, όταν η χοντρή κουράδα που στεκόταν δίπλα μου όρμησε φουριόζα, την έσπρωξε κι έτρεξε κι έκατσε στην άδεια θέση. «εγώ πληρώνω φόρους», της είπε!
το λεωφορείο τίγκα, είδαν το περιστατικό οι περισσότεροι, αλλά δεν έβγαλε άχνα κανείς. μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και σκεφτόμουν ότι αν δεν ήταν γυναίκα και γριά θα της έριχνα ευχαρίστως δυο μπουνιές στα μούτρα, αλλά ήταν και τα δύο. πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου [προσπάθησα να την φανταστώ ξαπλωμένη στην άσφαλτο, να περνάνε τα αυτοκίνητα από πάνω της], οι «βρομιάρηδες» από τα διπλανά καθίσματα άρχισαν να σηκώνονται οι ένας-ένας για να δώσουν τη θέση τους στην τσιγγάνα.
η καημένη η τσιγγάνα συγκινήθηκε, αλλά ήταν τόσο ντροπιασμένη που προτίμησε να καθίσει όρθια. η κουράδα έβραζε στο ζουμί της.
εύχομαι να της δίνει χρόνια ο μανιτού για να πληρώνει φόρους.
[οι φωτο είναι του leroy grannis]