Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

χαλεποί καιροί


είναι η δεύτερη φορά που τον πετυχαίνω ξαπλωμένο φαρδύ πλατύ στη μέση του δρόμου. την πρώτη φορά είχε πέσει στην σπυρίδωνος τρικούπη, μπροστά στις ρόδες του λεωφορείου, κι αρνιόταν να σηκωθεί αν δεν του έδινε κάποιος 20 ευρώ. ο οδηγός ήταν τέρας ψυχραιμίας και συγκρατήθηκε, οι επιβάτες φώναζαν «πάτα τον, πάτα τον τον πούστη», η ουρά των αυτοκινήτων είχε φτάσει μέχρι την αλεξάνδρας.
ήμουν βιαστικός και δεν είδα τι έγινε τελικά, το σίγουρο είναι ότι τη γλίτωσε, γιατί χθες το πρωί τον πέτυχα πάλι ξάπλα στην δεληγιάννη να μαλώνει με μια γριά. αυτή τον ρώταγε τι έχει, αν αισθάνεται καλά κι αν θέλει βοήθεια να τον σηκώσει, κι αυτός της έλεγε «άι παράτα μας κωλόγρια, δώσε μου είκοσι ευρώ ή ξεκουμπίσου». αυτή του έδωσε μια κλωτσιά.
στο μεταξύ, το κλίμα εκτός από βαρύ κι ασήκωτο [με δακρυγόνα και καπνούς] έχει γίνει και τροπικό: ζέστη, υγρασία, κουνούπια, μπόρες που σε πιάνουν και δεν ξέρεις πού να κρυφτείς. χθες το απόγευμα την ώρα που χαζεύαμε τον άγγελο-σκέιτερ στο πρώτο νεκροταφείο, τα έργα του χαλεπά και το μίνιμαλ αριστούργημα «κούλα-γιάννης», άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. η βροχή μας πέτυχε έξω ακριβώς από τον τάφο της οικογένειας μπακάλα που έγινε καταφύγιο αναγκαστικά –δυο πιτσιρίκες που άναβαν το καντήλι μερικούς τάφους πιο πέρα έγιναν μουσκίδι κι έφυγαν τρέχοντας, πατώντας όπου είχε πιο πολλά νερά. εμείς σωθήκαμε.
η ζωή μέσα απ’ τον τάφο φαίνεται ακριβώς όπως κι απ’ έξω, μόνο η βροχή φαίνεται πιο ενοχλητική. κάποτε μου άρεσε πολύ να κάνω βόλτες στα νεκροταφεία των ξένων πόλεων, είναι ήσυχα και δείχνουν την αισθητική των ζωντανών [και σίγουρα η αισθητική των ζωντανών αθηναίων ήταν ασύγκριτα καλύτερη όσο πιο πίσω πάει κανείς, τουλάχιστον από άποψης τάφων]. θυμήθηκα αυτά που μου είχε πει η θάλεια για το γκόθικ και τα κοιμητήρια:
«είναι πολύ ήρεμα και γαλήνια μέρη και μου επιτρέπουν να γνωρίσω τον εσωτερικό μου κόσμο. οι πιο πολλοί το θεωρούν νοσηρό να πηγαίνεις στα νεκροταφεία, αλλά στην πραγματικότητα είναι περισσότερο σιωπηλά συναρπαστικό. υπάρχει ένα μυστήριο γύρω από όλο αυτό, μία αλληλουχία ζωής και θανάτου σε ένα μέρος που δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι. και υπάρχει μια ενέργεια στο κοιμητήριο που δεν είναι τρομακτική ή σκοτεινή. μου δημιουργείται μια θετική αίσθηση, μου θυμίζει πόσο σπουδαίο είναι να είσαι ζωντανός».
η θέα από το παράθυρο του υπνοδωματίου μου σε ένα από τα πιο ωραία σπίτια που έχω μείνει ποτέ, ήταν ένα παλιό βικτοριανό νεκροταφείο. καταπράσινο και εγκαταλειμμένο. κάθε απογεύματα αποκτούσε ζωή, γιατί οι θαμώνες της γειτονικής παμπ άραζαν ανάμεσα στους τάφους. εντυπωσιακά ήσυχοι, μιλούσαν χαμηλόφωνα και συνήθως ακουγόταν μόνο ένα μουρμουρητό και η μουσική [το wonderful life και το wishing well, αιώνια παμπ κλάσικ].
διάβαζα για εξετάσεις, κοίταζα τους τάφους και φανταζόμουν την κηδεία μου. διάφορα σενάρια, τη μουσική που θα ήθελα ν’ ακούγεται, πώς θα αντιδρούσαν συγγενείς και φίλοι κλπ. κλπ. όταν έφτανα στη μάνα μου να κλαίει άλλαζα αυτομάτως σκέψεις –γιατί κανείς δεν αντέχει να βλέπει τη μάνα του να κλαίει.
μου αρέσει ο .cp, πιο πολύ απ’ όλους τους ομοίους του. έχει κάτι που μ’ αρέσει πολύ, παρόλο που δεν κάνει κάτι διαφορετικό απ’ τους άλλους του συρμού, παρόλο που κι αυτός παίζει με σαμπλαρισμένες παραμορφωμένες φωνές σε πιο αργές στροφές. δεν μπορώ ακόμα να προσδιορίσω τι, ίσως επειδή μου ακούγεται σε κάθε νέο κομμάτι του και καλύτερος. το so emotional ήταν κάποτε επιτυχία της whitney houston, δεν ξέρω ποιος το τραγουδάει εδώ, αν έχει πειράξει τη φωνή της ή αν είναι ξανατραγουδισμένο, αλλά είναι πολύ πιο παθιασμένο και το έχω στο repeat από χθες.
can't get you out off my head