Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

smoothie



από τη μέρα που έβαλε το καταραμένο το πωλητήριο ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματός μου –λίγο πριν το πάσχα- το σπίτι μου έχει γίνει κέντρο διερχομένων. ο μεσίτης μου τηλεφωνεί σχεδόν κάθε βράδυ [με αποκαλεί ''κύριε μιρκολάκη'' και νομίζει ότι είμαι ηθοποιός, αλλά δεν έχω μπει στον κόπο να τον διορθώσω] να με ενημερώσει ότι το επόμενο απόγευμα στις 6.30 θα μου φέρνει άλλον έναν υποψήφιο αγοραστή.
μία μέρα μου έφερε δύο.
κάθε φορά τα ίδια. κατεβαίνω και ανοίγω την πόρτα της πολυκατοικίας, επειδή έχουν χαλάσει και το κουδούνι και το κουμπί που ανοίγει την εξώπορτα, και συνοδεύω τον κύριο νώντα και τους πελάτες του στο σπίτι μου για να τσεκάρουν αν λείπει κανένα ντουβάρι, αν λειτουργούν τα υδραυλικά κι αν έχω θάψει κανέναν στο πατάρι.
έχουν περάσει μέχρι στιγμής έντεκα, οι πιο πολλοί αλβανοί, οι οποίοι είναι και οι πιο διακριτικοί και λιγότερο ενοχλητικοί. δεν ζητάνε να ανοίξω το ρολό τους υπνοδωματίου με τη μανιβέλα, ούτε να δουν τι έχει το πατάρι, δεν ανοίγουν χωρίς να ρωτήσουν όλες τις ντουλάπες και τα ντουλάπια της κουζίνας, όπως μια ηλίθια γριά που μου άνοιξε ακόμα και το ψυγείο! για το διαμέρισμα ενδιαφερόταν ο γιος της, ένας μαλακοκάβλης 45άρης, ακόμα πιο ηλίθιος από τη μάνα του, που χρειαζόταν τη γνώμη της μαμάς και την έγκρισή της για να κάνει την αγορά. ο μεσίτης με είδε που αγρίεψα και τους πήρε άρον-άρον κι έφυγαν. ευτυχώς.
η αποθέωση ήταν μια άλλη γριά με δυο δίδυμους γύρω στα 35 που ήταν ντυμένοι ίδια [ακριβώς] και είχαν απορίες του τύπου «ακούγεται ο μπαλτάς απ’ το χασάπικο;», «δαγκώνει η γάτα;» και «γιατί μυρίζει η κουζίνα σου φράουλα;» [όλες οι ερωτήσεις αληθινές -όλες οι απαντήσεις που έδωσα ψεύτικες] και ζήτησαν να δουν πόσο μεγάλο είναι το πατάρι. εγώ έβριζα από μέσα μου επειδή είχε μείνει από μπαταρία το κινητό και δεν μπορούσα να τους βγάλω φωτογραφία. κάποια στιγμή που μπήκαν στο μπάνιο εντυπωσιάστηκαν που έχω μετατρέψει τη σκάλα σε παπουτσοθήκη [δεν το είχα προσέξει ποτέ] και ξετρελάθηκαν με την πλαστική κουρτίνα που έχει πάρει η μάνα μου στη λαϊκή. μετά άρχισαν να τσιρίζουν με τα ’60s πλακάκια.
την ώρα που ο κύριος νώντας τους έλυνε τις απορίες για τα σοβατεπί, η μαμά κάθισε στον καναπέ και όταν την πλησίασε η γάτα κόντεψε να πάθει συγκοπή. οι βοξ βάγεν παράτησαν τα μπαλκόνια κι έτρεξαν να σώσουν τη μαμά απ’ το θηρίο, ενώ ο κύριος νώντας με ξαναείδε που αγρίεψα και τους άρπαξε και ξεκουμπίστηκαν.
από προχθές αποφάσισα να είμαι όσο πιο αγενής γίνεται –έτσι κι αλλιώς όλοι συμπεριφέρονται λες και δεν είμαι μέσα- οπότε, άνοιξα στον τύπο και στη μάνα του [πάλι μάνα-γιος] με το σώβρακο, κάθισα στον υπολογιστή να δουλέψω και τους είπα ότι έχετε 10 λεπτά συνολικά, γιατί έχω πολλή δουλειά. και στο υπνοδωμάτιο δεν επιτρέπεται να μπείτε, μόνο να το δείτε απ’ την πόρτα. ούτε στην κουζίνα. επίσης, προσέξτε τη γάτα γιατί τρομάζει με τις απότομες κινήσεις κι επιτίθεται εκεί που δεν το περιμένεις. ο κύριος νώντας με κοίταζε αποσβολωμένος και πριν φύγουν μου είπε «ευχαριστώ» και «συγνώμη» 6 φορές.
μόλις βγήκαν χτύπησε πάλι η πόρτα και επειδή νόμισα ότι ξαναγύρισαν, άνοιξα στις πιτσιρίκες της απογραφής με το σώβρακο. στριμώχτηκαν και οι δύο μαζί στη δεξιά γωνία του καναπέ και μου ζήτησαν να μείνει μακριά τους η γάτα. δεν απάντησα σε καμία ερώτηση με αληθινά στοιχεία. όταν με ρώτησαν ημερομηνία γέννησης είπα 1988 και τους φάνηκε εντελώς νορμάλ, οπότε ή χέστηκαν πραγματικά για την απογραφή ή ήταν εντελώς βλαμμένες.
[ο μπαλτάς του χασάπη για έναν ανεξήγητο λόγο ακούγεται ελάχιστα στον πρώτο, ενώ ακούγεται πάρα πολύ στον τέταρτο. η γάτα δεν δαγκώνει ούτε όταν παίζει και δεν έχει ποτέ δείξει τα νύχια της, κι είναι τόσο ήρεμη που είναι σαν σκύλος και το σπίτι μου μύριζε όντως φράουλα επειδή είχα φτιάξει σμούθι, στις εικόνες είναι η συνταγή].