Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

λογοτεχνία


~αν εξαιρέσω τα βιβλία του κωστάκη του ανάν που είναι κατηγορία από μόνα τους και παίζουν εκτός συναγωνισμού [κωστάκη, χρόνια πολλά για χθες], είχα πολλά χρόνια να διαβάσω τόσο απολαυστικό χειμαρρώδη λόγο, και τόσο εθιστικά «συμπυκνωμένη» γραφή. ελληνική. δηλαδή, τα τελευταία βιβλία που με είχαν συνεπάρει και ήθελα να τα δώσω να τα διαβάσουν όλοι ήταν η μητέρα του σκύλου του μάτεσι και το σοφό παιδί του χωμενίδη [ασχέτως αν όπου τα έδινα τα είχαν διαβάσει ήδη]. τον μιχάλη γεννάρη [ελπίζω να το τονίζω σωστά] δεν τον είχα ούτε ακουστά, οπότε το βιβλίο του ήταν μεγάλο σοκ, το πρώτο ευχάριστο σοκ εδώ και μήνες, απ’ τις περιπτώσεις που ξεκινάς να διαβάζεις και εύχεσαι να ήταν 6000 σελίδες και να μην τελειώσει ποτέ. λέγεται «πρίγκηπες και δολοφόνοι» και δεν περιγράφεται, γι’ αυτό παραθέτω δυο τυχαία αποσπάσματα και βγάλε συμπέρασμα. κάπως έτσι είναι το «αριστούργημα» για μένα:
~από τη μέρα ξεκινούν όλα και καταλήγουν στη νύχτα. δεν είμαστε άλλος κόσμος εμείς. συγκοινωνούντα δοχεία. όλα τα δηλητήρια της μέρας, τις τοξίνες, εμείς τα ξεπλένουμε, οι άνθρωποι της νύχτας, οι διασκεδασταί και γελωτοποιοί.
το χίλια εννιακόσια ογδονταπέντε που έκανα έκτακτες εμφανίσεις στο πάλκο, μου τα περνούσε στο σύρμα τα χιλιάρικα ο μπισμπιρίκος και τα φορούσα φαρέτρα σα χαβανέζα. όχι που θα άφηνα ασύδοτη την νταλιάνα. οχηματαγωγό. διακόσια κιλά γυναίκα τόφαλος, και μόλις τελείωνε το πρόγραμμα, το ζαβό της τραγούδι, έσκυβε η θεσσαλονικιά με τα μαργαριταρένιο κομπολογάκι και μου σάρωνε το χαρτικό. γιόμιζε σακκούλες η κλέφτρα. ο ελέφας του λευκού πύργου.
τραγουδούσα. δεν έβλεπα χαμηλά. ψηλά στους προβολείς ο αμφιβληστροειδής. ουράνιες δόξες η πελαγίτσα. όλυμπος ανωφερής. γκιώνα! δεν είχα σκέψη στον κερδώο ερμή. μουσουργούσα. έκανα τέχνη κείνη την ώρα και η νταλιάνα πεσμένη χάμω στα μωσαϊκά σαβούριαζε τον κόπο των χορδών μου. την πατούσα με το τακούνι. την ισοπέδωνα. έτρωγε βαριά σόλα η μπουζουξού. πασαλειβόταν, αλλά πού; δεν καταλάβαινε κλωτσιά και σκαμπιλιτό. επιβίωνε η σαμπρέλα. ξαναχτενιζόταν, ίσιωνε σιαγόνα, την επανέφερε στην ορθή γωνία, ξανάβαζε το αποκολλημένο της δοντάκι και περίμενε τον κατσαντώνη στα καμαρίνια. τσιράκι δικό της. αντί να κάτσει φρόνιμα, ταπεινωμένα, έπινε ουίσκι με κοκακόλα ο δικηγορίσκος του διαβόλου και σημείωνε στο μπλοκάκι πόσο μπουνίδι εισπράττει η φιλενάδα του η μακροχέρα. νταλιάνα η χρυσοβαλάντου. με ψίχουλα απ’ τα δικά μου τραπέζια έκανε περιουσία και όνομα. έρχονταν απαρηγόρητοι και τεθλιμμένοι. μπροστάντζα θέλαν. απειλούσαν. άνοιγα η δύσμοιρη τις σακκούλες με το χαρτομάνι, έδινα ένα χαρτζιλίκι να πάρουν σοκολάτες αμυγδάλου, φουντούνια γαριδάκια, κι απέσυραν τη μηνυτήρια αναφορά.
μ’ επέστρεφαν σπίτι με την παλιατζαρία μερσεντές. γλίτσα, σκώρος, τρύπια καθίσματα, χάρτινο κυπαρισσάκι κρεμασμένο αποσμητικό και στο κασετόφωνο ρόζα καραθάνου και κάτι τρέχει στα γύφτικα.
με σάπια κασέτα έβγαλε η δύσμοιρος ρόζα τη δεκαετία του ογδόντα, τρία ουρλιαχτά και μέχρι να φτάσουμε σπίτι μου την είχαν παίξει εις τριπλούν. εμετός. τρία αναμασημένα τραγούδια με τη συνοδεία των γύφτων αδελφών παλαιολόγου. κρόταλα, γιαπωνέζικα αρμόνια, ντέφια, αρκούδες, κιθάρες ξεκούρδιστες, κι έπρεπε να μου γίνουν ρεφρέν στο μυαλό τα στιχάκια του λαοκράτη. έγραφε ομοιοκατάληκτη ποίηση ο πορνόγερος. εθνικός ποιητής.
και τον ντοσιέ με τα ποιήματα του λιβεράλη, ο μπισμπιρίκος τον έκλεψε δίχως να ρωτήσει, μπούκαρε σπίτι ένα απόγευμα που έλειπα εγώ και οικειοποιήθηκε τα έγγραφα, κι έτσι έκανε την επιτυχία η καραθάνου με τις γύφτικες αρκούδες. με κλεμμένες ομοιοκαταληξίες η εχθρός μου.
της το είπα μια μέρα ωμά: -ρε ρόζα, φίλη μου καλή, σεσημασμένη, άσε τα ποιήματα, ξέχνα τα, ουδόλως με νοιάζει, χάρισμά σου, να ζήσεις εκατό χρονών να τη χαρείς, όμως τη ρημάδα την τέχνη του τραγουδιού γιατί τη σοδομίζεις;

μ’ άκουγαν συχνά οι λιβεράληδες που ομιλούσα για τις κραταιές μου επιτυχίες και αναψοκοκκίνιζαν. εξιστορούσα τα μερόνυχτα στην αμέρικα που ήμουν βασίλισσα του λουκάνικου, τις εξόδους μου στη «σπηλιά» με τα εκατονταδόλαρα που έρανα τους τραγουδιστάς. έπαιζαν παραγγελιά την «ιτιά» και με διέλυε ο τσάμικος, δε με κρατούσε απ’ τα χέρια ο διομήδης κουκουζέλης, αλάλαζα, «την παπαλάμπραινα μωρέ!» φώναζα, έπιανα πίσω το κεφάλι και χόρευα τσιφτετελιά τον τσάμικο. γλιστρούσε πάνω στα δολάρια ο κουκουζέλης, έσκαζε στη γωνιά της η μπεάτα με το μικέ, κατέβαζε ουίσκια απανωτά η τριχωτή μανάβισσα, πλερωμένα όλα από μένα, χαλάλι της με καταδιασκέδαζε, αλλά έπρεπε να φέρουν σκούπες και παρκαδόρους για να μαζέψουν από κάτω τη δικιά μου χαρτούρα. όταν αποφάσιζε να μπει η πελαγία στα μπουζούκια, με τις σκάφες κουβαλούσαν οι αραπάδες το χρήμα, τα σκόρπαγα όλα, δεν είχα σταματημό στο γλέντι, καμιά σοφρωσύνη πάνω στην πίστα, ξεπαραδιαζόμουν και το μόνο που λυπόμουν για την πράξη, ότι ήταν απλώς πρασινοδόλαρα αμερικής, και δε μου λέγαν τίποτα οι θλιβερές φάτσες της ουάσινγκτον.
τα δάχτυλα, οι αντίχειρες, ολάκερος η αφή και η όρασις, χιλιάρικο ελληνικό ζητούσε να σκορπίσει, τοπίο αρχαίο με θεούς παγανούς χτυπημένους στο χαρτί, «πέλα! πέλα! πλέι, πέλα!» λέγανε κάτι μαύρα γκαρσόνια με λευκές οδοντοστοιχίες, χόρευα και χτυπούσαν παλαμάκια, ταμ ταμ και πολλές γκρανκάσες. μ’ άρεσε, μ’ ευνοούσε το όνομα που με είχαν βαπτισμένη, γιατί είναι πολις βασιλική, του αλεξάνδρου γενέτειρα, αρχοντοθρέφτρα πέλλα, κι ένιωθα χορεύοντας πως εξουσιάζω ιεροσόλυμα και παρσαγάδες!
~επίσης, αν είχα εκδοτικό, θα έψαχνα αυτόν εδώ τον απίθανο τύπο που γράφει λογοτεχνία αλλά δεν ξέρω αν το ξέρει…
επέλεξα λοιπόν χτες να φάω παστίτσιο. το παστίτσιο, όπως και άλλα φαγητά, μου τα είχε συστήσει από παιδί η μάνα μου, καλή μαγείρισσα, δε λέω, τουλάχιστον παλιά. η κυρα όλγα λοιπόν, μαγείρευε το παστίτσιο με μακαρόνια νο.10!!!!
θυμάμαι μια μέρα που φάγαμε στην αδερφή του μπαμπά μου, τη θεία φωτεινή, και κάτω από την ξεροψημένη μπεσαμέλ (μούτσο, τε κιέρο, μουτσινά) ανακάλυψα χοντρό μακαρόνι, το οποίο δεν μπορώ να ξεκαθαρίσω ακόμα αν ήταν κοφτό ή όχι, ήθελα να λιποθυμήσω από χαρά, σου ανοίγονται άλλοι δρόμοι, γαργαλιούνται τα αρχίδια σου από τέτοια πράγματα. σύντομα όμως γκρεμίστηκε όλη η εικόνα που είχα για την ευτυχισμένη μας οικογένεια, η μητέρα αρνιόταν πεισματικά να μαγειρέψει παστίτσιο με μακαρόνι κάτω από νο.8 (η δήμητρα με πληροφόρησε ότι επάνω στο πακέτο νο.2 αναφέρεται ρητά η φράση: για παστίτσιο). όλα οδηγούνταν στην καταστροφή, ήθελα να φύγω και να γίνω μάστερ σεφ, σε μια άλλη χώρα, με κάποιον άλλο επαναστατημένο (από πλευράς γκουρμέ) λαό. τότε ήταν που ο πατέρας μου, σαν γνήσιος μικρασιάτης (μεγάλη παρερμηνεία και η μικρά ασία, απλά έχει πιο μεγαλόσωμους και συχνά σκούρους ανθρώπους, ενώ η major έχει κάτι τυπάκους που φοράνε περίεργα καπέλα και πουλάνε διάφορα στο δρόμο), πήρε την κατάσταση στα χέρια του. μου υποσχέθηκε πως θα ανοίξει το μεγάλο μπλε βιβλίο και θα μου αποκαλύψει τις δυο σημαντικότερες αλήθειες του κόσμου. φόρεσε τα ξύλινα τσόκαρα του από δέρμα αγελάδας, την βερμούδα princeton university, και το διαφημιστικό μπλουζάκι από το κοσμηματοπωλείο βενέτικο, με το νο.9 στην πλάτη και μου τα είπε....
το μουνί είναι βατζάινα και ο πούτσος πείνας.
φωτίστηκε ο ουρανός και σταμάτησαν να ακούγονται ακόμα και τα τζιτζίκια, οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρε η φύσις όλη, έμεινα αποσβολωμένος, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, επιτέλους είχα αποκτήσει τα εφόδια για να ανοίξω τα φτερά μου.
αντ’ αυτού, έβαλα τα παλιά μου ρούχα και πήγαμε στο στάβλο να ταΐσουμε τα μοσχάρια.
από τότε έχω βάλει το πείνας μου σε μερικές βατζάινες από τις οποίες μια είχε προφίσιενσυ, τουλάχιστον έτσι είπε. το μπλε λεξικό του πατέρα μου το έχω ακόμα στο κομό μου όμως, ήταν και αυτός όπως και πολλοί άλλοι, μεταξύ τους και εγώ, από τους τύπους που το πρώτο πράγμα που αναζητούν στα λεξικά είναι αυτά τα δυο λήμματα.
υ.γ. είναι γλυκό το μουνί, πιο γλυκό απ’ το ρεβανί.