Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

σ/κ



~σάββατο βράδυ, μενάνδρου και βερανζέρου γωνία, σε φαρμακείο του κέντρου. το κατάστημα ανοιχτό αλλά κλειδαμπαρωμένο, με τους έξι υπαλλήλους ταμπουρωμένους πίσω από κάγκελα και σιδεριές. για ένα κουτί παυσίπονα χρειάζεται να κάνεις ολόκληρη διαδικασία: να χτυπήσεις, να πλησιάσει ο υπάλληλος με κάθε επιφύλαξη, να σε ρωτήσει τι θέλεις και στη συνέχεια να του δώσεις τα λεφτά χώνοντας το χέρι μέσα από τα κάγκελα. για να πάρεις το φάρμακο και τα ρέστα πρέπει να κάνεις ζογκλερικά. ο φόβος κι ο τρόμος. [όταν ήμουν μικρός οι ταινίες του κάρπεντερ θωρούνταν επιστημονική φαντασία].
~σάββατο πρωί στο σουπερμάρκετ μοιράζουν φραπουτσίνο [ή κάτι τέτοιο] σε πλαστικούς κώνους και ένα νέο γάλα με μέλι και άρωμα περγαμόντου. κάνω το λάθος να πιω μια γουλιά και κουβαλάω την αναγούλα μέχρι το απόγευμα. μου θυμίζει τις σφαλιάρες που έτρωγα απ' τη μάνα μου στο δημοτικό για να πιω κάθε πρωί το γάλα με μέλι, ίσως την πιο αηδιαστική γεύση του κόσμου. το μέλι για πολλά χρόνια μου θύμιζε κερί και η μυρωδιά του κεριού μου θύμιζε πεθαμένο. το έπινα και το έκανα εμετό.
~κυριακή απόγευμα. μου έρχεται με μήνυμα η είδηση για το παγωτό με μητρικό γάλα [ανθρώπινο] που σερβίρουν στο λονδίνο για 15 λίρες. με βανίλια και λεμόνι. τουλάχιστον δεν έχει μέλι.
θα μου πεις με τον ιούλιο να πλησιάζει και τη φτώχια που μας περιμένει τίποτα δεν πρέπει να υποτιμάς, από δω και στο εξής τίποτα δεν θα πάει χαμένο.