Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

η άνοιξη, ο γέρος και τα ζώα


Μυρουδάτο αγέρι φυσούσε, περνούσε απ’ τον καταφαγωμένο βράχο, τον γυμνό, τον ξερό, που όμως στα πόδια του χλόη ψηλή εφύτρωνε και λουλούδια κουνούσαν την ανθισμένη κορυφή τους. Ησυχία. Μόνον ο κρότος του λοστού που τρυπούσε το βράχο, ακουγόταν να πέφτει μονότονος και σα νυσταγμένος, και κάποτε κρωγμοί ορνέων. Ψηλά, όρνια πετούσαν, γύριζαν. Γεράκια κουνώντας ανήσυχα, νευρικά, κεφάλι, λαιμό, και κοράκια πλήθος. Και ο ήλιος έγερνε στη δύση. Κάτω καμιά κίνηση. Να όμως δυο τετράποδα φαίνονται να τρέχουν με ορμή τo ’να πίσω απ’ τ’ άλλο, τσαλαπατώντας την πράσινη χλόη, τα πολύχρωμα λουλούδια. Αν ο μπάρμπα Κόλιας που χτυπούσε με το λοστό του ένα βραχάκι ξεχωριστό απ’ το μεγάλο βράχο, ήταν στα καλά του, ίσως θα ’λεγε για το κυνηγητό εκείνο:
-Μα γιατί το μυρουδάτο αγέρι, η άνοιξη, που είναι τόσο γλυκιά, αγριεύουν τα ζώα;
Αλλά δεν ήταν στα καλά του και δεν τό 'πε. Από μέρες κι αυτόνα τον είχε πειράξει η άνοιξη. Και τον είχε πειράξει κακά, γιατί τον έκανε και τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του να λησμονήσει. Το μυρουδάτο αγέρι σα να ’χε αρπάξει τη μνήμη της, να την διέλυσε... Χτυπώντας με το λοστό το βράχο, ο μπάρμπα Κόλιας ήταν αυτό το απόγευμα ευτυχισμένος. Λίγα βήματα απ’ αυτόν μια νέα με μαντήλα τυλιγμένο το κεφάλι, για να μην της καίει ο ήλιος το πρόσωπο, και φουστάνι τσίτινο, μάζευε τα χαλίκια και κάποτε γύριζε και τον κοίταζε. Ήταν το μόνο αρσενικό ο μπάρμπα Κόλιας εκεί κοντά... Ο μπάρμπα Κόλιας ήθελε να της πει ένα λόγο κι άλλο λόγο δεν έβρισκε μέσα στο ζαλισμένο από το μαγεμένο αεράκι νου του, παρά για μια νέα ένωση, μια νέα παντρειά. Αλλά πώς να το πει; Όταν είδε όμως τα δυο τετράποδα να περνούν τρέχοντας με ορμή, είδε το πρώτο νέο, νέο με δέρμα καθαρό και το δεύτερο ένα γέρικο μαδημένο, πήρε θάρρος και μίλησε, άνοιξε το στόμα του και είπε:
-Ρήνα, ακούς; Ξέρεις τι αποφάσισα; Το ξέρεις;
-Πού να ξέρω, του έκανε κείνη στρέφοντας το κόκκινο πρόσωπό της σ΄ αυτόν.
-Πού να ξέρεις; Ναι, πού να ξέρεις, έχεις δίκιο: Να στο πω; Ναι, ναι, θα στο πω. Αποφάσισα για καλά τώρα να παντρευτώ!
-Μπα! ώρα καλή τότε.
-Ναι, ναι, ώρα καλή, έχεις δίκιο. Μα δε με ρωτάς ποια λέω να πάρω;
-Ε, σε ρωτώ, ποια λες να πάρεις;
-Ουμ, εδώ σε θέλω· αν μπορείς βρέτηνα!
-Πού ναν τη βρω εγώ! Μη θα πάρεις τη Χουλιάρενα;
-Τι λες, μωρή, τι λες! Για τι με πήρες να πάρω τη Χουλιάρενα; Εγώ να πάρω τη Χουλιάρενα;
-Ε, τότε ποια θα πάρεις; Ο μπάρμπα Κόλιας γέλασε:
-Εδώ σε θέλω...
-Τι εδώ με θέλεις; Ξύλα, κούτσουρα! Άσε με να κάνω τη δουλειά μου...
-Να κάνεις τη δουλειά σου... Εγώ αν σε πάρω δε θα δουλεύεις...
Αυτή έβαλε τα γέλια.
-Γιατί γελάς;
-Σκουπίσου, μπάρμπα Κόλια!
Κείνη τη στιγμή ακούστηκε ο κύριος του νταμαριού να φωνάζει τη Ρηνιώ...
-Ρηνιώ, άντε γεια σου, έλα να πάρεις λίγο φυτίλι!
Αυτή άφησε τη δουλειά κι έφυγε γρήγορα. Ο μπάρμπα Κόλιας άφησε το λοστό, έβαλε τα χέρια του πάνω απ’ τα μάτια του σα να τον εμπόδιζε ο ήλιος και την κοίταζε που έφευγε... Ας στο διάολο και συ, είπε άμα την έχασε απ’ τα μάτια του. Μόνος τώρα δούλευε χωρίς συντροφιά. Και ο ήλιος έδυσε. Πλησίασε η ώρα που θα σχολούσαν. Ο αέρας πιο μυρισμένος ερχόταν τώρα, κι άκουσε κοντά του το βουητό μυριάδων εντόμων. Το φαγωμένο απ’ το λοστό και μπαρούτι βουνό άρχισε να βροντά. Πέτρες κυλούσαν με κρότο... Ο μπάρμπα Κόλιας, αφού έριξε το φουρνέλο του, πήρε το λοστό του και τον έβαλε σε μια παραγκούλα. Ήταν αμίλητος, σκυθρωπός. Απέφυγε τους συναδέλφους του σαν να ’χαν κάποια ασθένεια και τραβήχτηκε γρήγορα κοιτάζοντας εδώ και κει. Και το αγεράκι ερχόταν γεμάτο μυρουδιές, μυρουδιές. Ο μπάρμπα Κόλιας κάτι ζητούσε. Ξαφνικά ταράχτηκε και τα μάτια του στηλωθήκανε σ’ ένα μέρος. Σε μια μεριά του λόγου, όχι πολύ ανηφορική και που ακόμα ο λοστός δεν την είχε πειράξει, διάκρινε δυο γυναίκες να μαζεύουν χόρτα. Γρήγορα ο μπάρμπα Κόλιας μισοτρέχοντας διευθύνθηκε για κει. Είχε κάτι του ζώου του τετράποδου, του γέρικου, που πριν είχε δει να τρέχει πίσω απ’ το νεαρό, κουρδισμένο φαίνεται απ’ το μυρουδάτο αγέρι. Όταν πλησίασε όμως δεν έκανε όπως θα έκανε το τετράποδο, σταμάτησε την ορμή του και βάδισε σιγά, στηριγμένος σ’ ένα ραβδί, πού ’χε πάρει απ’ την παραγκούλα. Και πήγε κοντά τους. Του ερχόταν να ορμήσει αλλά... Αυτές γύρισαν, τον κοίταξαν και ξακολούθησαν τη δουλειά τους. Ο μπάρμπα Κόλιας στάθηκε κάνοντας ότι κοιτάζει το μάζεμα των χόρτων. Πήρε όμως το μάτι του πως άφηναν πολλά.
-Να, να αυτό κόψε, είπε στη μια δείχνοντας ένα χόρτο, είναι καλό...
Αυτή γύρισε, τον κοίταξε και το ’κοψε. Οι γυναίκες προχώρησαν πάρα πέρα. Μαζί κι αυτός να δείχνει χόρτα. Αυτές όμως μίλησαν σιγά, κάτι είπε η μια της άλλης και τραβήχτηκαν απ’ αυτόνα μακριά. Θέλησε ο μπάρμπα Κόλιας πάλι να πάει κοντά τους αλλά τις είδε να παίρνουν δρόμο και να κατεβαίνουν το λόφο τρέχοντας. Στάθηκε τότε και τις είδε που έφευγαν, που απομακρύνονταν βάζοντας το ’να χέρι πάνω από τα μάτια του. Και όταν επήγαν μακριά, μακριά:
-Ας στο διάβολο και σεις, είπε κατεβάζοντας το χέρι του. Πήγε, όταν σκοτείνιασε σε μια ταβερνούλα και κάθισε μόνος. Αισθάνονταν να ’ναι όχι καλά. Ήπιε κρασί. Πάνω που έπινε ήρθε και ένας φίλος του γέρος και κάθισε κοντά του. Αν και θα ήθελε να μείνει μόνος, τον άφησε ή δεν τόλμησε να του πει να πάει αλλού. Δε μιλούσε όμως.
-Μα τι έχεις; τον ρώτησε ο φίλος του.
-Δεν είμαι καλά.
-Βεντούζες...
Δεν του απάντησε. Έμεινε με γυρτό κεφάλι. Να όμως ξαφνικά μια φωνούλα, φωνούλα γυναικεία. Μια νέα μπήκε μες στην ταβέρνα. Ο μπάρμπα Κόλιας είχε ορθώσει το κεφάλι και την κοίταζε με μάτια που λίγο έλειπε να πετάξουν φλόγες.
-Ε, ε, Κόλια, τι κάνεις; άκουσε το φίλο του να του λέει, σε βλέπει το κορίτσι...
-Ε, και τι κάνω; ρώτησε αγριεμένος αυτός, δεν είμαι άντρας; Άντρας δεν είμαι;
-Τι άντρας είσαι, γέρος πες!
-Μπορεί να ’μαι γέρος, μα είμαι πιο γερός απ’ όλους τους νέους!
-Μπορεί, μα τα κορίτσια θέλουνε φρεσκάδα, δεν θέλουνε γέρικα προσώπατα. Έτσι το ’κανε ο Θεός.
-Ο Θεός; έκανε αγριεμένα ο Κόλιας. Ο Θεός δεν ήξερε τι έκανε για μας! Και γιατί δεν το ’κανε και για τα γαϊδούρια και γιατί δεν το ’κανε και για τα σκυλιά;
[Η άνοιξη, ο γέρος και τα ζώα, Δημοσθένη Βουτυρά, από εδώ]
victim of society-fake friends.