Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

sun of nothing


Το πιο εντυπωσιακό με τα review που μπορεί να βρει κανείς για το νέο δίσκο των Sun of Nothing «The Guilt of Feeling Alive» είναι ότι σχεδόν όλες αναφέρονται στα «μαύρα βλοσυρά συναισθήματα» που προσπαθούν να σου μεταδώσουν μέσα από τις πέντε συνθέσεις του, στη σκοτεινιά του αστικού τοπίου που υπάρχει στο εξώφυλλο και «διαχέεται στα κομμάτια», στην οδυνηρή ακρόαση που «κάποιες στιγμές γίνεται ανυπόφορη» και άλλα παρόμοια και ποιητικά, που όλα όμως καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι το
The Guilt of Feeling Alive είναι ένας εξαιρετικός δίσκος. Και είναι πραγματικά. Πέρα από είδη και κατηγορίες το τρίτο άλμπουμ των «σκληρών» Sun of Nothing είναι απλά από τα καλύτερα άλμπουμ που έχουν εμφανιστεί μέσα στο 2011 και μέχρι αυτή τη στιγμή δεν είναι και πολλά. Λίγο πριν ξεκινήσουν για την πρώτη περιοδεία τους εκτός Ελλάδας στην ανατολική Ευρώπη (με τη σειρά: Ρουμανία, Σερβία, Σλοβενία, Ουγγαρία, Γερμανία, Λετονία, Ρωσία Ουκρανία, Σουηδία) συναντήσαμε τους μισούς (τον Ηλία και το Γιάννη) για μια «ανεπίσημη» κουβέντα, με μπίρες και βαριά κουλτούρα που στο τέλος παρεκτράπηκε εντελώς. Και πολύ καλά έκανε, γιατί αυτά τα off the record που συνήθως πετάς είναι πάντα τα καλύτερα… Αυτό είναι ένα μικρό μέρος της συνέντευξης.
Ολόκληρη (σχεδόν) εδώ
.
Πώς έχει πάει το καινούργιο άλμπουμ, γενικά;
Η. Είναι νωρίς ακόμη, δεν ξέρουμε. Αλλά το ότι έχουν φύγει προ-παραγγελίες είναι ΟΚ. Το βινύλιο πιστεύω ότι θα κινηθεί πιο πολύ.
Στην Ελλάδα, πάντως, οι μουσικοί έχουν φοβερό πρόβλημα αυτή τη στιγμή.
Η. Πάντοτε είχαν πρόβλημα, από το ’70, το ’80. Υπάρχει μόνο ποπ στην Ελλάδα πλέον. Υπάρχει Super Idol, πως λέγονται τώρα αυτά, και γαμιέται η φάση.
Άραγε, αυτοί που κερδίζουν σ’ αυτά κάνουν τίποτα;
Η. Όχι, τι να κάνουν; Δεν κάνουνε τίποτα. Τους βάζουν μέσα στο παιχνίδι, τους ξεζουμίζουν, τους κάνουν ότι να ’ναι και τελειώνει η φάση. Είναι τα 15 λεπτά δημοσιότητας που έλεγε ο Warhol.
Γ. Μέχρι να βγει ο επόμενος. Και ο επόμενος βγαίνει κάθε 6 μήνες. Είναι δυο κανάλια που παράγουν νέους «σταρ». Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος.
Η. Γι’ αυτό τον εξευτελισμό της Ελλάδας, αυτοί ευθύνονται. Κάτι εκδότες. Όλοι πρέπει να είναι ψηλοί, ξανθοί, με κοιλιακούς και «yeah». Έτσι τα χουν κάνει. Αλλά μόνο στην Ελλάδα γίνεται αυτό.
Γ. Παντού γίνεται.
Η. Όχι, αυτή που είχαν βγάλει στην Αγγλία, η Suzan Boyle, ξέρεις τι είχε πουλήσει στο Metropolis;
Στήθηκε όμως ολόκληρη βιομηχανία πάνω της. Αυτή πούλαγε συναίσθημα, πούλαγε reality με όλο το στόρι πίσω. Εδώ στην Ελλάδα δεν παίζει αυτό το πράγμα.
Γ. Είναι σαν το Sex and the city που έχουν πρωταγωνίστρια την ωραία η γυναίκα και έχουν βάλει την Sarah Jessica Parker δίπλα της.
Δεν είναι όμορφη η Sarah Jessica Parker;
Γ. Όχι ρε, είναι αλογομούρα. Η. Χάλια είναι. Η πιο ωραία είναι η άλλη, η παρτουζιάρα, πώς λέγεται; Είναι η καλύτερη. Η Samantha. H Kim Katrall. Τη θυμάσαι που έπαιζε;
Πού;
Γ. Στο Porky’s, είναι αυτή που τη γάμαγε όλη η ομάδα. Είναι η cheerleader που φωνάζει.
Οι πατεράδες σας τι λένε που παίζετε τέτοια μουσική;
Η. Καλά, εμένα ο πατέρας μου γενικά δεν λέει τίποτα. Δεν καταλαβαίνουν. Είναι άλλη περίπτωση ανθρώπου. Τριάντα χρόνια είναι σε ένα τιμόνι πάνω και ακούει τα ηπειρώτικά του.
Θα ’ρχόταν ποτέ να σας δει σε συναυλία;
Η. Όχι. Εγώ δεν θέλω. Ούτε ο πατέρας μου, ούτε η μάνα μου. Του ντραμίστα μας έρχονται και τον βλέπουν που παίζει ντραμς. Γενικά, δεν ξέρω αν παίζει παντού ή μόνο στην Ελλάδα ότι κανείς δεν θέλει να ’ρθει ο πατέρας του να τον δει να παίζει μουσική. Ίσως αν έπαιζα κάτι πιο βατό. Η μάνα μου λέει σταματήστε καμιά φορά. Πες στο Γιάννη να βγάλετε καμιά μπαλάντα. Εννοώ, ακούνε πιο παλιά, του 40, ξέρω ’γω. Αττίκ, ελαφρολαϊκά. Εντάξει, είναι και στη συνείδηση του ανθρώπου, στο πως έχει μεγαλώσει. Ο πατέρας μου θα ήθελε να παίζω Καζαντζίδη. Υπάρχει μεγάλο χάσμα στο θέμα μουσικής, στάνταρ με τους πιο παλιούς. Μα είναι και το θέμα του Έλληνα, ότι έχει μεγαλώσει με τη μιζέρια. Δηλαδή πας να φας κάπου ρε παιδί μου, χαλαρά, yeah, να περάσεις καλά, να πιεις τα κρασάκια σου και είναι ο πάτος στο ηχείο και ακούς Σάββατο βράδυ να κλαίει ο ένας, να κλαίει ο άλλος και άσε μας ρε φίλε να πούμε. Άντε γαμήσου ρε φίλε. Λες και το κάνουνε επίτηδες.
Γ. Και ντρίγκι, ντρίγκι. Η. Και δώσε να πούμε και αγάπη μου γλυκιά… Αυτά έχει μάθει ο Έλληνας. Θα μπορούσες να πας να φας, να πιεις και να ακούσεις μια πιο χαλαρή μουσική.
Η βιομηχανία της μιζέριας και του κλάματος.
Γ. Ναι, Μάρθα Βούρτση.
Και ο Ξανθόπουλος.
Η. Και ο Βασίλης Καΐλας. Ο Βασιλάκης. Πού να πάει ο άλλος μπροστά;
Γ. Έτσι, με σκυμμένο το κεφάλι, κάτω. Εγώ είμαι αυτός που καθαρίζει τα παπούτσια.
Η. Αυτό είναι το θέμα. Ο Έλληνας είναι εκεί στο μίζερο. Στο «κάνω κεφάλι». Σαν τη Βουγιουκλάκη στο Δόλωμα σε κείνη τη σκηνή που κουνάει μια διαλυμένη κούκλα ξυπόλητη.
Γ. Η Βουγιουκλάκη κατέστρεψε τη νοοτροπία της Ελληνίδας γυναίκας και το συνεχίζει το Sex and the City.
H. Ελπίζω να μη βλέπεις.
Γιατί, εσύ βλέπεις;
Η. Φυσικά! Γ. Και εγώ προσπαθώ να πετάω τα αρνητικά κύματα. Λέω ψόφα, ψόφα, ψόφα συνέχεια. Συνεχίζουν το καταστρεπτικό έργο της Αλίκης Βουγιουκλάκη.
Ποιο καταστρεπτικό ρε συ; Η Αλίκη ήταν αντιστασιακή, δεν έχεις δει τη Δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά;
Γ. Άμα θέλω να δω αντιστασιακό και Έλληνα ήρωα, θα δω τον Κώστα Πρέκα. Γαμάει! Τους σκότωνε όλους. Και την ίδια ώρα που σκότωνε στο Ρούβεν, ήταν και καπετάνιος στο Παπανικολή. Ποιος το κάνει αυτά; Και μετά πήγε και έγινε και αεροπόρος στο Ελ Αλαμέιν.