Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

μαδεφάκες


~την ώρα που άκουσα να μου λέει ο ταξιτζής ''μπορείς να με βοηθήσεις λίγο να βρούμε το μέγαρο μουσικής;'' [η κούρσα είχε ξεκινήσει από την αλεξάνδρας!] ήμουν έτοιμος να του πω ''σταμάτα να κατέβω'', αλλά μου μόλις μου είπε ότι ήμουν η τρίτη του κούρσα ever -στην πρώτη του μέρα στη δουλειά- τού έδωσα μια ευκαιρία [έριχνε και καρεκλοπόδαρα].
στο δρόμο μου έδειξε την κάρτα του που έγραφε χημικός μηχανικός με msc, phd κλπ κλπ και άρχισε να μου απαριθμεί τα προσόντα του: δύο μεταπτυχιακά στην αγγλία, τρεις ξένες γλώσσες, 7 χρόνια προϋπηρεσία, ένα σωρό χαμένα χρόνια και μια περιουσία για να καταλήξει να δουλεύει μεροκάματο στο ταξί του θείου του. δεν ήξερα τι να του πω, κουνούσα συγκαταβατικά το κεφάλι, του είπα ότι ξέρω κι άλλες καμια τριανταριά παρόμοιες περιπτώσεις που μόλις απολύθηκαν και στο τέλος της διαδρομής τού ευχήθηκα καλή τύχη. δεν φάνηκε να αισθάνθηκε καλύτερα.
~αυτός που πέτυχα σήμερα το πρωί ήταν τόσο γκρινιάρης, που όταν του είπα καλημέρα γρύλισε κάτι σαν ''που την είδες την καλή;'' και άρχισε να βρίζει επειδή χάλασε το ψυγείο απ' το ταξί μόλις ξεκίνησε τη βάρδια και είχε χάσει δυο ώρες στο συνεργείο. μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα απ' την κακοτυχία που τον δέρνει. μετά μιλήσαμε για το αδιέξοδο της κατάστασης [φτώχια και απελπισία] και με συμβούλεψε να φύγω για το χωριό, να βάλω πέντε μαρούλια και πέντε κότες και να τρέφομαι με κότες και μαρούλια. αφού ανταλλάξαμε συμβουλές και τον συμβούλεψα κι εγώ να κάνει το ίδιο μου είπε ότι θα το έκανε ευχαρίστως, αλλά δεν έχει χωριό, είναι από εδώ παραπέρα, τη νέα ιωνία.
μούνμπλαντ