Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

lost bodies


Lost Bodies (33’)
Ένα ντοκιμαντέρ του Γιάννη Μισουρίδη
Σαν χαλασμένη ωρολογιακή βόμβα, τα ιδρυτικά μέλη μιας θρυλικής περιθωριακής μπάντας καταστρώνουν εκρήξεις που δεν ακούγονται ποτέ. Εκτός βέβαια κι αν στήσεις αυτί στο ελληνικό underground.
Συνέταιροι στο έγκλημα από το 1984, ο Θάνος Κόης και ο Αντώνης Παπασπύρος αιωρούνται στο μουσικό στερέωμα εδώ και 25 χρόνια κι ακόμα να μπούνε σε τροχιά. Μόνο που στη δική τους περίπτωση, είναι θέμα επιλογής. Τσαλαβουτώντας στο περιθώριο από τότε που θυμούνται τον εαυτό τους, πέρναγαν περισσότερο χρόνο ακούγοντας μουσική παρά φτιάχνοντας τη δική τους – τουλάχιστον μερί το 1988. Έχοντας λάβει το βάπτισμα του πυρός στα έγκατα του ελληνικού underground, άρχισαν να συμβάλλουν με τη σειρά τους κάτω από το όνομα Lost Bodies, ένας φόρος τιμής στην απόλυτη έλλειψη φιλοδοξίας. Αρνούμενοι πεισματικά να κυκλοφορήσουν δίσκο, ακολούθησαν το παράδειγμα των Moot Point, Εκτός Ελέγχου, Αντί, Γενιά Του Χάους και άλλων που διέπρεπαν στο ανεξάρτητο κύκλωμα ως κασετουργοί, σκορπώντας απλόχερα τον ήχο τους χωρίς κανένα αφεντικό πάνω από το κεφάλι τους. Μέχρι που ο Γιάννης Αγγελάκας (Τρύπες) τους έλυσε τα χέρια. Το πρώτο τους CD ‘Ζωή’ κυκλοφόρησε επίσημα το 1997.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 90, μπορεί να είχες ακουστά τους Lost Bodies – άντε να είχε πέσει στα χέρια σου και καμιά ηχογράφηση - αλλά κάνεις ως τότε δεν τους είχε δει από κοντά για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχαν παίξει ποτέ live! Για την ακρίβεια, ο Αντώνης ακόμα δεν εμφανίζετε ζωντανά σε συναυλία και ούτε πρόκειται από ότι φαίνεται να εμφανιστεί. Αν και ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος, δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει νότες και ο τρόπος που δουλεύει με τη μουσική δεν είναι αυτός που έχουμε συνηθίσει. Σκυμμένος πάνω από μια αυτοσχέδια κονσόλα σε κάποιο υπόγειο του κέντρου, βασίζεται για όλα στα μαγικά πλήκτρα του προσωπικού υπολογιστή του. Τίποτα από αυτά όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία και ο σκηνοθέτης Γιάννης Μισουρίδης το ξέρει καλύτερα απ’ όλους. Μπορεί αυτό το ντοκιμαντέρ να δανείζεται το όνομά του από το συγκρότημα, αλλά αφορά περισσότερο τον αθόρυβα επαναστατικό τρόπο ζωής τους παρά τη δημιουργική διαδικασία τους.
Δεκατρία χρόνια μετά, ο Θάνος και Αντώνης συνεχίζουν να σκάβουν τα θεμέλια του μουσικού κατεστημένου, μόνο που δεν περιμένουν πια θεαματικές κατεδαφίσεις. Με 9 CD πίσω τους και αμέτρητα τραγούδια σφραγισμένα ακόμα στο μυαλό τους, ζουν τη ζωή τους σαν μια σειρά από μικρές προσωπικές επαναστάσεις. Ο Θάνος, 52, άνεργος και προσβεβλημένος από ανίατη ασθένεια, καταστρώνει σουρεαλιστικά ταξίδια στον Αμαζόνιο ενώ ο Αντώνης στα 51 έχει ανακαλύψει ένα νέο είδος ηδονοβλεψίας. Χάρη στη προσωρινή δουλειά τους ως έκτακτος υπάλληλος καταμέτρησης ρολογιών της ΔΕΗ, εισβάλει στους ακάλυπτους πολυκατοικιών και κλέβει έμπνευση για μελλοντικές συνθέσεις. Είτε πρόκειται για την ασυνάρτητη μουρμούρα κάποιας ανικανοποίητης νοικοκυράς, είτε για φιλική γειτονική κουβεντούλα, ο απόηχος της χαριτωμένης αδιακρισίας του είναι πανταχού παρόν στις ιδιοσυγκρασιακές του συνθέσεις. Άλλωστε, πιο πιθανό είναι να τους πετύχεις σε κάποια λαϊκή ταβέρνα παρά στο γραφείο στελέχους δισκογραφικής εταιρείας. Ήρωες ενός υπαρξιακού μυθιστορήματος, ταλαντεύονται ανάμεσα στην ενδοσκόπηση και το παράλογο χωρίς να καταλαβαίνεις ποτέ αν σου κάνουν πλάκα.
Άλλωστε τι είναι η ζωή έκτος από ένα κακόγουστο αστείο;