Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

μαύρη ανακύκλωση



Ωδή σ’ ένα σωρό παλιοσίδερα
Μια επίσκεψη στη μυστική παραγκούπολη των ρακοσυλλεκτών με φόντο την Ακρόπολη.
Περπατώντας με γοργό βήμα τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και ακολουθώντας τη διαδρομή των αρχαίων Παναθηναίων, δέκα μόλις λεπτά από την Ακρόπολη, βρίσκεσαι σε μία από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε οικοδομικό οργασμό. Ταύρος, πίσω από την Ιερά Οδό. Κατά μήκος κάποιου παραπόταμου του Κηφισού, με δεκάδες εκκλησάκια να ξεπροβάλλουν στις όχθες του μέσα από δέντρα και καλάμια, εκεί που κάποτε υπήρχαν μόνο ελαιώνες και αμπέλια ξεχωρίζεις το γιαπί του νέου γηπέδου του Παναθηναϊκού και το σκελετό του μεγαλύτερου εμπορικού κέντρου της πόλης. Δυο βήματα πιο κει έχει χτιστεί το νέο Χρηματιστήριο. Οικονομία δίπλα στην παραοικονομία, αναγέννηση δίπλα στην παρακμή. Ανάμεσα στις βιοτεχνίες, στις μάντρες, στα εγκαταλειμμένα βυρσοδεψία, στα παραπήγματα και στα πολυτελή κέντρα λαϊκής διασκέδασης όπου κάθε βράδυ σπαταλιούνται περιουσίες, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που, αν δεν σε υποψιάσει κάποιος για την ύπαρξή του, παραμένει αθέατος και κρυφός. Κάτω από τον Παρθενώνα, το σύμβολο του δυτικού πολιτισμού, υπάρχουν παραγκουπόλεις και άνθρωποι που ζουν σε άθλιες συνθήκες, σαν ήρωες του Ουγκό, ακριβώς όπως στην εποχή του Ιαβέρη. Οι Τσιγγάνοι με τα τρίκυκλα που κυκλοφορούν καθημερινά σε κάθε σημείο της πόλης μαζεύοντας οτιδήποτε μεταλλικό απ’ τους σκουπιδοτενεκέδες, οι παρίες και οι ξένοι στα τροχόσπιτα του Ρέντη που προσπαθούν να επιβιώσουν αξιοπρεπώς ως ρακοσυλλέκτες στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια οικονομία. Χωρίς να το διανοηθούν ούτε οι ίδιοι ούτε όσοι τους προσπερνούν ως γραφική εικόνα του δρόμου και είναι αδύνατο να φανταστούν τον κόσμο που κρύβει πίσω του αυτό το σκουπιδαριό. Ο πλούτος που παράγουν δεν φαίνεται πουθενά, δεν καταγράφεται από καμία υπηρεσία, κρύβει πίσω του χοντρή εκμετάλλευση, μαύρη εργασία, τεράστια απώλεια φόρων, αλλά κυρίως κρύβει όλο το σύγχρονο κομμάτι της ανακύκλωσης, το οποίο, ενώ παρουσιάζεται από τα media ως πράσινο, στην ουσία είναι κατάμαυρο.
Αφορμή για να προσέξουμε αυτό το παράλληλο σύμπαν που υπάρχει στο κέντρο της Αθήνας είναι το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Raw Material» που ετοιμάζει ο Χρήστος Καρακέπελης με πρωταγωνιστές ανθρώπους αγνοημένους από το κράτος και τα media. Η ταινία του, που χρειάστηκε περισσότερα από 6 χρόνια έρευνας, συλλογής στοιχείων και στενής επαφής με τους Τσιγγάνους και τους άλλους ρακοσυλλέκτες, αμέτρητες ώρες γυρισμάτων, δυσκολιών, απροόπτων και ταλαιπωρίας, αποκαλύπτει στοιχεία συγκλονιστικά.
«Το σκραπ, τα παλιοσίδερα δηλαδή, είναι χρηματιστηριακό είδος πια» λέει ο Χρήστος, «δεν συμφέρει τις βιομηχανίες να κάνουν εξορύξεις για να παίρνουν πρώτη ύλη. Τα σύγχρονα ορυχεία είναι οι πόλεις και φλέβες χρυσού έχουν γίνει οι σκουπιδοτενεκέδες και τα σκουπίδια τους. Αυτή την αναγκαία αλλά απαξιωμένη δουλειά της συγκομιδής απ’ τα σκουπίδια την κάνουν σήμερα αποκλειστικά οι Τσιγγάνοι. Από τα τρία εκατομμύρια τόνους χάλυβα που παράγονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, πάνω από τη μισή ποσότητα μαζεύεται από τους δρόμους των πόλεων και κυρίως της Αθήνας. Οι Τσιγγάνοι παραδίνουν το υλικό σε μικρές μάντρες, αυτές το μεταπουλούν σε μεγαλύτερες και στη συνέχεια φορτηγά των μεγάλων προμηθευτών της βιομηχανίας το παίρνουν και το πηγαίνουν στα χυτήρια. Ένα μεγάλο μέρος του σκραπ που τροφοδοτεί την ελληνική βιομηχανία έρχεται από τη διάλυση μεγαλοβιομηχανιών, κυρίως από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Όλη αυτή η βαριά βιομηχανία που έχει καταστραφεί προσφέρει ένα τεράστιο τονάζ μετάλλου, το οποίο διαχειρίστηκε η μαφία κι άρχισε να προμηθεύει όλες τις μεγάλες βιομηχανίες σιδήρου της Ευρώπης. Το υπόλοιπο το μαζεύουν οι loser και οι παρίες από τα σκουπίδια, τις αποψιλώσεις βιοτεχνιών, τον πεταμένο οικιακό εξοπλισμό, τα παλιά αυτοκίνητα, όλα τα άχρηστα μέταλλα του αστικού τοπίου. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι ο Τσιγγάνος που περνάει κάτω απ’ την πόρτα του συνδέεται αλυσιδωτά με έναν κόσμο που μπορεί να φτάνει μέχρι την Κίνα, σε ένα σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Οι παραγκουπόλεις και όλη αυτή η στρατιά των ανθρώπων που αποτελούν το λούμπεν προλεταριάτο και ασχολούνται με την περισυλλογή μετάλλων υπάρχουν επειδή συμφέρουν το σύστημα. Στην Ελλάδα οι ρακοσυλλέκτες και οι μικροέμποροι υπολογίζονται γύρω στους 80 με 100 χιλιάδες. Είναι μια μικρή πόλη, και, αν σταματήσουν για μια εβδομάδα να μαζεύουν τα μέταλλα, θα καταρρεύσει η εθνική οικονομία. Αν ήταν κοινωνικά οργανωμένοι, δηλαδή, και μπορούσαν να σταματήσουν τη δουλειά για ένα μήνα, θα παρέλυε η βιομηχανία και θα δημιουργούνταν χρηματιστηριακή κρίση σε όλο το real estate γιατί θα ανέβαινε κατακόρυφα η τιμή της μπετόβεργας. Θα υπήρχε δραστική αλλαγή στο τοπίο».
Η δουλειά που κάνουν οι συλλέκτες του σκραπ δεν αποτιμάται σε καμιά περιβαλλοντολογική μελέτη. Παρόλο που καθαρίζουν το χώρο και κάνουν μια δουλειά που θα έπρεπε να κάνουν ο δήμος και το κράτος, η αστυνομία τους κυνηγάει, δεν έχουν άδειες, κινούνται μόνο με μηχανάκια, σχεδόν όλα αυτοσχέδια, φτιαγμένα από σαραβαλιασμένα ανταλλακτικά. Το μεγαλύτερο μέρος του ηλεκτρικού ρεύματος και του νερού που χρησιμοποιούν το κλέβουν και τα ποντίκια τρώνε τα περιττώματά τους. Μερικές φορές και τα παιδιά τους. «Κανείς δεν πηγαίνει στους χώρους που φτάνουν αυτοί για να μαζέψουν τα σκουπίδια», προσθέτει ο Χρήστος, «κι οι χώροι που ζουν είναι άβατο, είναι αδύνατο να φτάσεις μέχρι εκεί ασυνόδευτος».
Είναι Σάββατο πρωί, βρέχει καταρρακτωδώς και οι στενοί χωματόδρομοι του Ρέντη έχουν μετατραπεί σε λασπότοπους. Τα τρίκυκλα των Τσιγγάνων, ωστόσο, συνεχίζουν να πηγαινοέρχονται ασταμάτητα στις μάντρες, φορτωμένα παλιοσίδερα. Ξεκινήσαμε από τις μάντρες της περιοχής για να δούμε με τα μάτια μας τις αγοραπωλησίες του υλικού που μπορεί να καταλήγει ως χάλυβας στην ανοικοδόμηση μεγάλων πόλεων του εξωτερικού, αλλά στους Τσιγγάνους αποφέρει ένα πολύ μικρό μεροκάματο. Ο ιδιοκτήτης της μάντρας δεν θέλει να μας μιλήσει, δεν επιτρέπει φωτογραφίες, είναι καχύποπτος κι επιφυλακτικός. Μόλις φεύγουμε, μαθαίνουμε ότι ήταν πρώην εργάτης στη συγκεκριμένη μάντρα και μόλις έγινε αφεντικό για να διαιωνίσει την κατάσταση. Το σκραπ στη μικρή μάντρα πληρώνεται μέχρι 14 λεπτά το κιλό, που σημαίνει ότι, στην καλύτερη περίπτωση, με δυο δρομολόγια που προλαβαίνει να κάνει απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ ένας Τσιγγάνος -με την καρότσα του μικρού τρίκυκλου φορτωμένη-, μπορεί να βγάλει γύρω στα 15 ευρώ την ημέρα. Συνήθως απασχολώντας και όλη του την οικογένεια.
Ο στόχος μας είναι να μπούμε στον κρυμμένο μαχαλά όπου μένουν 200 οικογένειες, με φόντο την Ακρόπολη, για να δούμε τον κόσμο αυτών των ανθρώπων που κυριολεκτικά δεν υπάρχουν για το ελληνικό κράτος. Δεν υπάρχουν καν για τις εταιρείες ανακύκλωσης που καρπώνονται όλο αυτό το καθαρό τοπίο «πράσινης» ενέργειας, η οποία κατά βάθος είναι μαύρη. «Πίσω της κουβαλάει μαύρο χρήμα, από την πρώτη συναλλαγή του Τσιγγάνου με τον μικρομαντρά που καρφώνει τρία παλούκια, κάνει μια γούβα και στήνει μια επιχείρηση με 5 εργάτες απ’ το Κουρδιστάν, μέχρι τη χαλυβουργία» εξηγεί ο Χρήστος. «Κι όλα αυτά με συναλλαγές τοις μετρητοίς, που σημαίνει ότι η χαλυβουργία είναι τεράστια δύναμη, γιατί ποιος άλλος έχει τη δυνατότητα να πληρώνει κάθε μέρα cash για 800 και 1.000 τόνους χάλυβα;».
Το χαλυβουργείο δουλεύει σε 24ωρη βάση. Κάθε 20 περίπου λεπτά λιώνουν στο καζάνι του 100 τόνοι σκραπ και από αυτούς παράγονται 85 με 90 τόνοι χάλυβα. Τα μεγέθη είναι τεράστια. Στο μεταξύ, οι Τσιγγάνοι δουλεύουν όλη μέρα για μπορούν να αγοράσουν μερικά σουβλάκια για να ταΐσουν τα παιδιά τους ή για μια επίσκεψη στο Lidl της περιοχής για να πάρουν κονσέρβες. Το πολύ.
Στην είσοδο του καταυλισμού που θυμίζει φωλιά ζώου -μια στενή είσοδος για να μπεις και μια έξοδο στο πίσω μέρος για να το σκάσουν, σε περίπτωση που συμβεί κάτι- φτάνει πρώτος ο Χρήστος, που έχει αποκτήσει μαζί τους αρκετή οικειότητα. Κάποιοι από τους πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ του μένουν στο μαχαλά που θυμίζει βραζιλιάνικη φαβέλα. «Για έξι χρόνια έχω πάει σε αμέτρητους γάμους και βαφτίσεις τους για να αποκτήσουν εμπιστοσύνη και να με αφήσουν κυκλοφορώ ανάμεσά τους» μας λέει. Περπατάμε πίσω του σαστισμένοι από το σκηνικό που αντικρίζουμε: αυτοσχέδιες παράγκες φτιαγμένες από παλέτες, ολόκληρες πόρτες από κατεδαφίσεις παλιών σπιτιών και πλαστικοποιημένες γιγαντοαφίσες που έχουν κλέψει απ’ τους δρόμους. Κάποιες διαφημίζουν χολιγουντιανά blockbuster, άλλες προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων, αφίσες σκυλάδικων, καμπάνιες των υπουργείων. «Live Your Myth In Greece», «Ελάτε να δείτε την πιο μαγική χώρα του κόσμου», «Το υπουργείο Πολιτισμού σας περιμένει». Σε μία από τις παράγκες το πάτωμα είναι στρωμένο με μια γιγαντιαία αφίσα του Καραμανλή που ατενίζει ελπιδοφόρα το μέλλον. Πριν τις εκλογές. Οι παράγκες θυμίζουν μικρά τετράγωνα κλουβιά, παραταγμένες άτακτα η μία δίπλα στην άλλη, κάποιες μάλιστα είναι διώροφες! Η πρώτη παρέα πιτσιρικάδων που συναντάμε κάτω από ένα υπόστεγο, το οποίο λειτουργεί μάλλον σαν σφαγείο, μας υποδέχεται μουδιασμένα στην αρχή, μετά αρχίζει να ξεθαρρεύει και να θαυμάζει τα ρούχα του Freddie. Τα νερά της βροχής ξεπλένουν τα αίματα του ζώου που μόλις έχει σφαχτεί.
Η οργάνωση του καταυλισμού θυμίζει κατασκήνωση, μόνο που τα πάντα εδώ είναι σαραβαλιασμένα και μαζεμένα απ’ τα σκουπίδια, ένας κόσμος ετερόκλητος από ενήλικες και παιδιά σε 200 παράγκες. Όσο περνάει η ώρα και αραιώνει η βροχή, δεκάδες γελαστά πρόσωπα εμφανίζονται στους ανοιχτούς χώρους και ζητάνε επίμονα να φωτογραφηθούν. Αυτήν τη στιγμή στον καταυλισμό υπάρχουν περίπου 800 παιδιά που ζουν σε άθλιες συνθήκες, δεν έχουν περίθαλψη και δεν πηγαίνουν σχολείο. Οι περισσότερες οικογένειες είναι πολύτεκνες, αυτός είναι και ο πιο βασικός λόγος που δεν τολμάνε να ψάξουν για σπίτι έξω από την παραγκούπολη· ποιος νοικιάζει το διαμέρισμά του σε έναν Τσιγγάνο με 10 παιδιά; «Δοκίμασα να νοικιάσω σπίτι στη Νίκαια», λέει σε σπαστά ελληνικά ένας στρουμπουλός, κατακόκκινος τύπος, με τις φλέβες στο λαιμό να πετάγονται από την αγανάκτηση, «αλλά έχω 15 παιδιά. Μετακομίσαμε και μετά από μερικές μέρες ήρθε ο ιδιοκτήτης και μας έδιωξε επειδή παραπονέθηκαν οι γείτονες». Δεν φαίνεται πάνω από 40!
Οι Αλβανοτσιγγάνοι, που αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων του καταυλισμού, έφτασαν από την Αλβανία και τα Βαλκάνια πριν από δέκα περίπου χρόνια, μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, κι έκαναν κατάληψη ακριβώς δίπλα στις όχθες του παραπόταμου. «Οι χώροι που καταλαμβάνουν ανήκουν κυρίως σε τράπεζες και δεν πρόκειται να χτιστούν σύντομα», εξηγεί ο Χρήστος, «πριν από δυο χρόνια όμως τους έδιωξαν από τον προηγούμενο καταυλισμό, επειδή άρχισε να χτίζεται το γήπεδο του ΠΑΟ και το μεγάλο εμπορικό κέντρο στον Ελαιώνα. Οι ίδιοι οι Τσιγγάνοι λένε ότι ο Βωβός πλήρωσε ένα βράδυ 1.000 ευρώ για κάθε παράγκα που υπήρχε στον καταυλισμό της Πολυκάρπου για τον εγκαταλείψουν και να αρχίσει το χτίσιμο. Κάποιοι μετακόμισαν στον άθλιο χώρο που είναι τώρα, άλλοι έφυγαν γι’ αλλού. Υπάρχουν οικογένειες που έχουν και δέκα παιδιά, αλλά δεν μπορούν να διαπραγματευτούν και να αντιδράσουν. Ζουν μέσα στην παρανομία και στην άγνοια. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν καμιά γνώση του τι συμβαίνει ερήμην τους· το μόνο που τους απασχολεί είναι να πάρουν τα 10 ευρώ μεροκάματο για να πάνε στο σουβλατζίδικο. Είναι επίτηδες απαξιωμένοι και κρατημένοι στη σκιά για να βγαίνει προς τα έξω ένα επίσημο πρόσωπο πιο καθαρό μιντιακά, που δεν “μολύνεται” από την “αθλιότητά” τους. Κι όμως, υπάρχουν παντού, σε όλες τις χώρες των Βαλκανίων υπάρχει ένα παρόμοιο άναρχο σύστημα. Το ίδιο συμβαίνει και στην Κίνα, στην Ινδία, στην Κορέα. Αυτοί οι άνθρωποι που αντιμετωπίζονται όπως εδώ οι Tσιγγάνοι είναι ένα υποτιμημένο ανθρώπινο είδος. Τέτοιες παραγκουπόλεις με διαφορετικά ονόματα για κάθε χώρα υπάρχουν παντού στον κόσμο. Υπάρχουν έξω από το Παρίσι με Tσιγγάνους ή με Άραβες στο Defence, στη Βαρκελώνη, έξω από το Μοναστήρι στα Σκόπια με ανθρώπους που μαζεύουν χαρτόκουτες. Στην Ελλάδα έχουν στηθεί εταιρείες με ευρωπαϊκά κονδύλια που λυμαίνονται το πεδίο δράσης μετά τη συγκομιδή των σκουπιδιών, αλλά τη βρόμικη δουλειά την έχουν κάνει πριν οι ρακοσυλλέκτες. Αυτοί συγκεντρώνουν την πρώτη ύλη, οι επόμενοι δεν κάνουν παρά την εύκολη επεξεργασία. Το μάζεμα των σκουπιδιών το κάνει ο Τσιγγάνος και όχι μόνο αυτός, όλοι οι παρίες. Τώρα στο επάγγελμα έχουν μπει και Τούρκοι και Κούρδοι, Ιρανοί, όλοι οι άνθρωποι που δεν έχουν άλλο τρόπο να βιοποριστούν. Με πολύ μικρό κόστος μεταφορικού μέσου -που είναι ένα τρίκυκλο, έτσι κι αλλιώς μεταχειρισμένο, αυτοσχέδιο σχεδόν- βγαίνουν στους δρόμους. Αυτό δεν υπάρχει σε καμιά οικονομική διεργασία, δεν κόβονται τιμολόγια, δεν υπάρχουν αποδείξεις, κινείται ζεστό, μαύρο χρήμα το οποίο όμως δεν κινείται μόνο στα κατώτερα στρώματα, το ίδιο γίνεται και στη συνέχεια, στη μεταπρατική διαδικασία. Από τον μικρότερο μαντρά στον μεγαλύτερο, δηλαδή, πάλι δεν κόβονται τιμολόγια, υπάρχουν τυπικά χαρτιά, ενώ στη συνέχεια υπάρχει ένας τζίρος εκατομμυρίων που φτάνει μέχρι τη χαλυβουργία. Μιλάμε για τεράστιο μέγεθος και τεράστιο άνοιγμα της ψαλίδας από την ώρα που θα βγει ο συλλέκτης στο δρόμο, στις άθλιες συνθήκες για να μαζέψει μέταλλο, μέχρι το χάλυβα που παράγεται στο χυτήριο και αυτή τη στιγμή οικοδομεί μεγάλες πόλεις σε διάφορα μέρη του κόσμου. Όλη αυτή η κατάσταση, ενώ παράγει πλούτο και υπεραξία κι ένα σωρό ενδιάμεσες εργασίες που έχουν να κάνουν με την επεξεργασία των μετάλλων -ανακυκλώνοντας ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές-, το κάνει με τρόπο που είναι εντελώς μαύρος. Μιλάμε για μαύρη ανακύκλωση κυριολεκτικά και καθόλου “πράσινη”. Υπάρχουν εταιρείες όπως η ΕΚΑΝ που έχει εργάτες μόνο μετανάστες, κι ό,τι δεν μπορεί να το επεξεργαστεί εδώ το στέλνει στον Τρίτο Κόσμο, σε πιο φτηνά χέρια, στο Πακιστάν, στην Ινδία, στη Σιγκαπούρη, κυρίως ό,τι περιέχει τοξικά: π.χ. τα πάνελ και τα φούνελ από καθοδικές λυχνίες των παλιών τηλεοράσεων που περιέχουν μόλυβδο σε ποσοστό 40%. Οι χώρες του Τρίτου Κόσμου κάνουν τη βρόμικη δουλειά για να έρθει στη συνέχεια στους Ευρωπαίους καθαρή ύλη. Αυτήν τη δουλειά την κάνουν στην Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό οι Τσιγγάνοι, γιατί πέρα από το ότι μαζεύουν παλιοσίδερα κάνουν και κάτι άλλο: Πολλοί από τους μεγάλους οργανισμούς, όπως είναι ο ΟΤΕ και η ΔΕΗ, έχουν υπόλοιπα καλωδίων, άχρηστα, τα οποία στοιβάζονται σε αποθήκες. Με άγνωστο τρόπο, τα άχρηστα αυτά καλώδια φτάνουν στα χέρια των Τσιγγάνων. Οι ίδιοι λένε πως υπάλληλοι των υπηρεσιών “σπρώχνουν” τα καλώδια στους Τσιγγάνους. Αυτοί καίνε τα καλώδια για να πάρουν το χαλκό και τον μπρούντζο, επειδή ο χαλκός καθαρός έχει 4 ευρώ το κιλό. Καθαρός σημαίνει χωρίς πλαστικά, καουτσούκ και οτιδήποτε άλλο, γιατί διαφορετικά η τιμή του πέφτει στα 2 ευρώ. Οι Tσιγγάνοι παίρνουν τα καλώδια που τους στέλνουν οι υπάλληλοι στη ζούλα και λιώνουν το πλαστικό στη φωτιά. Μάλιστα, θεωρώντας τη δουλειά ελαφριά, βάζουν τα παιδιά τους και τα καίνε, που σημαίνει ότι σε λίγα χρόνια κινδυνεύουν να πεθάνουν από καρκίνο».
Νούμερα δεν υπάρχουν, δεν συμμετέχουν σε καμία μελέτη, δεν υφίστανται για το ελληνικό κράτος, παρόλο που είναι απαραίτητοι στο σύστημα και όλα γίνονται με την ανοχή των αρχών. Ακόμα κι όταν αρρωσταίνουν και πεθαίνουν είναι αόρατοι, όπως κι όταν κινούνται ανάμεσά μας καθημερινά ψάχνοντας τα σκουπίδια, ακόμα κι αν ένα παιδί που καίει πλαστικά στα 7 του χρόνια δεν προλαβαίνει συνήθως να περάσει τα 15. Φεύγοντας απ’ τον καταυλισμό, πίσω από τα σχοινιά με τις απλωμένες μπουγάδες που βάραινε η βροχή, κάποια πιτσιρίκια μας χαιρετούσαν με φόντο μια παράγκα σκεπασμένη με ένα τεράστιο πανό: «Ελλάδα, η χώρα των Θεών».
[για το vice, φωτο: freddie f.]