Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

bob dilla


Πείτε ότι ο Σαρκοζί αποφασίζει να κατεδαφίσει τον Πύργο του Άιφελ. Τον ξεπέρασε, λέει, ο χρόνος, έχει γεράσει. Θέλει να αποσυνδέσει το Παρίσι απ’ αυτό σύμβολο. ΟΚ. Αυτό θα γίνει σε καναδυό χρόνια. Μέχρι τότε, βάζει στον Πύργο ροδάκια και τον τσουλάει από χώρα σε χώρα, για να τον δουν όλοι. Κι εσύ (όπως μερικές δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι) εδώ και χρόνια έχεις κόλλημα με τον Πύργο, αναγνωρίζεις και σέβεσαι τη σημασία του. Και πες ότι ο Πύργος έρχεται στο χωριό σου, και σε χρεώνουν 39 ευρώ να τον δεις. Που, αντικειμενικά, δεν είναι τεράστιο ποσό (οκτώ μπίρες. Δηλαδή δύο έξοδοι).
Ερώτηση: Θα πήγαινες;
Απάντηση: Θα πήγαινα.
Ε, πήγα. Ιδού τι συνέβη:
Κατ’ αρχάς, από κόσμο: πρέπει να ήταν γύρω στα 15000 άτομα (εκτίμηση είναι αυτή, μπορεί να κάνω και λάθος). Στην αρχή προσπάθησα να αποτυπώσω μια τυπολογία του κοινού, αλλά ήταν τέτοιο το πλήθος και τόσο διαφοροποιημένο, που δεν είχε νόημα. Στον Bob Dylan ήρθαν όλοι: και εξηντάρηδες πρώην Ρηγάδες νυν jeepούχοι, και «πολύχρωμοι» εντεχνindie (term coined by athens, βέβαια), και παλιοροκάδες σαν τον ιδιοκτήτη του σπιτιού που έμενα μέχρι πρόπερσι κι όταν ερχόταν να πάρει το νοίκι έλεγε σε μένα και τους συγκατοίκους «Παιδιά, σοβαρά τώρα, το ροκ πέθανε με τον Rory Gallagher», και τύποι βαρετοί σαν «συνάδελφοι» στο γραφείο και you name it. Ο Dylan βγήκε ακριβώς στις 9:30 (μπράβο στην παραγωγή. Η οποία, a propos, ήταν μια χαρά: ήχος και οργάνωση και υπηρεσίες και τουαλέτες, just fine). Ξεκίνησε με το Rainy Day Women. Με το που ακούστηκαν τα τύμπανα της εισαγωγής, σκέφτηκα «Ρε πούστη, δεν το πιστεύω. Ο Dylan». Ήταν συγκινητικό, ήταν ο αξιολογότερος/επιδραστικότερος δημιουργός δημοφιλούς μουσικής σοβαρών αξιώσεων στα πενήντα μέτρα απόσταση. Η αίσθηση ότι αποτελείς μέρος μιας ιστορικής και αισθητικής συνέχειας.Και μετά εμφανίστηκε ο Dylan, κι άρχισε να τραγουδά με μια φωνή που έμοιαζε με κάτι από τα παρακάτω ή, καλύτερα, με συνδυασμό όλων τους:
Α) με επιθανάτιο ρόγχο βγαλμένο από voice box μπροστά σε ενισχυτή
ρυθμισμένο στο 11
Β) με τραγούδι κάποιου που ξερνάει μετά από κατάποση ενός κιλού σιδερόπροκες, ενώ βρίσκεται σε ισχυρό μαγνητικό πεδίο
Γ) με κοχλασμό ενός τόνου σκατά που ακούγεται από χαλασμένο μεγάφωνο του ΚΤΕΛ Ν. Πέλλης ή τηλεβόα του ΠΑΜΕ (ακριβώς όπως ξεκινάει
αυτό).
Όλα τα κομμάτια (κι έπαιξε ένα combo ultra κλασικών τραγουδιών: setlist
εδώ) ήταν παιγμένα με τον ίδιο blues-country ρυθμό, σε βαθμό που δεν τα ξεχώριζες. Ο Dylan δεν τραγουδούσε, απλώς γρύλιζε. Ήταν απογοητευτικό. Κάποιος θα μπορούσε να πει «Ναι, αλλά πάντα έτσι ήταν, είναι η “χαρακτηριστική” βραχνάδα στη φωνή» και λοιπές μαλακίες. ΟΧΙ: δεν ήταν πάντα έτσι. Άλλο η βραχνάδα κι άλλο να τραγουδάς ένα αριστούργημα όπως το Desolation Row σαν να έχεις φωνητικές χορδές από γυαλόχαρτο, και μάλιστα σ’ έναν γελοίο country ρυθμό, λες κι είσαι σε diner με τον Stranger. ΟΚ, ποτε δεν τραγουδούσε συμβατικά ο Dylan κι εκατατοντάδες άλλοι σαν κι αυτόν, βραχνοί-ξεβραχνοί, από τον Lou Reed μέχρι τον Παντελή Δημητριάδη των Κόρε. Ύδρο. Όμως, they delivered: το τραγούδι γινόταν, ήταν, δικό τους. Πλέον ο Dylan έχει μια φωνή διαλυμένη. Και κυρίως, η αισθητική του πρόταση είναι ισχνή. Και θα είχαμε χεστεί πατόκορφα αν δεν μιλούσαμε για τον Dylan ή, αν, έστω, δεν μας περιέβαλλε όλος αυτός ο πληθωριστικός Λόγος περί Dylan, που ακόμα και τώρα τον θέλει «Ποιητή / Τροβαδούρο / άξιο Νόμπελ». Όχι, ρε μαλάκα. Επειδή κάποιος υπήρξε σπουδαίος κάποτε, δεν οφείλουμε σεβασμό στην ύστερη, πληκτική δουλειά του ούτε – επειδή αυτό είναι το θέμα μας εδώ - σε μια ζωντανή εμφάνιση ενός 69χρονου ανάξια του έργου που ο ίδιος άνθρωπος παρήγαγε στα 25 ή ακόμα στα 35 του. Τα ίδια δεν έγιναν και με τη Λένα Πλάτωνος πρόπερσι, όταν κυκλοφόρησε αυτή τη μετριότητα, τα «Ημερολόγια»; Αφενός λόγω σεβασμού στην σπουδαία πορεία της και αφετέρου λόγω της αίσθησης δέους ότι η γυναίκα αυτή είναι ακόμα μαζί μας, ακόμα είναι σε θέση να ανέβει στη σκηνή (μια επιζήσασα), κάνουμε τα στραβά μάτια σε μια αδύναμη πλέον καλλιτεχνική παρουσία. Με άλλα λόγια: Save Bob Dylan’s songs from Bob Dylan ή Save the 25-year-old Bob Dylan from the 69-year-old Bob Dylan.
Θα μου πεις: δεν τα ήξερες όλ’ αυτά; Παρακολουθείς τη δουλειά του και γνωρίζεις το degradation της και το degradation της φωνής του. Ήξερες ότι ο Πύργος του Άιφελ έχει σκουριάσει και αποσύρεται. Τι σκατά γκρινιάζεις τότε; Γκρινιάζεις, γιατί πάντα ελπίζεις για το καλύτερο, γι’ αυτό. Αλλά δεν πειράζει. Τι να λέει. Ο Bob Dylan ήταν. Στα πενήντα μέτρα απόσταση. Θα το λέμε στα παιδιά μας.
[έχει και συνέχεια εδώ].