Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

λεκτικός επεξεργαστής


είχα τόσα πολλά ακούσει για τον λεκτικό επεξεργαστή [όλα τρομακτικά], που όταν ξεκίνησα να τον συναντήσω για τη συνέντευξη ήμουν σίγουρος ότι θα με περίμενε ένα τέρας. δεν είναι τέρας. η ζωή του είναι γεμάτη από εμπειρίες που οι περισσότεροι δεν θα ζήσουμε ποτέ [ούτε και χρειάζεται], τραυματικές και ακραίες, το ίδιο ακραίες με πολλές από τις απόψεις του. επίσης λατρεύει τα όπλα και δεν κάνει καμιά προσπάθεια να το κρύψει. πρώην σκίνχεντ, φριφάιτερ, εκπαιδευτής των δυνάμεων ασφαλείας, τεράστιος και γυμνασμένος, σαν εικόνα σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα. όταν τον ακούς να εξιστορεί, αισθάνεσαι ακόμα πιο άβολα.
σήμερα ο λεκτικός επεξεργαστής είναι tattoo artist [σε ένα στούντιο όπου επικρατεί στρατιωτική πειθαρχία], χιπ χοπ μουσικός ["ράπερ"] και πανευρωπαϊκός πρωταθλητής των mixed martial arts. από τότε που ανακάλυψε το θεό δηλώνει ότι η ζωή του άλλαξε. ριζικά.
ακόμα κι αν διαφωνείς με τα περισσότερα απ' όσα λέει και με τον τρόπο που έχει ζήσει, ακόμα κι αν αυτά που αναφέρει θέλεις να τα παρακολουθείς μόνο από απόσταση [ή και καθόλου], το στόρι της ζωής του έχει μεγάλο ενδιαφέρον. ακόμα κι όταν το βρίσκεις αφελές ή εξοργιστικό:
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1970, Απρίλιο, είμαι Κριός στο ζώδιο με ωροσκόπο Δίδυμο. Μοναχοπαίδι, με πατέρα από την Κρήτη και μάνα απ’ τη Ρωσία. Θυμάμαι από μικρός μια διαλυμένη, προβληματική οικογένεια. Έξι χρονών με πήραν και πήγαμε στην Αμερική. Μεγάλωσα στο Σικάγο. Ο πατέρας μου εδώ ήταν σκηνοθέτης, γύρναγε ταινίες, αλλά καταστράφηκε επειδή έπαιζε στο καζίνο. Όταν πήγαμε στην Αμερική κατάντησε να γίνει οικοδόμος. Δεν την άντεξε τη ζωή εκεί, έτσι το ’82 τα μαζεύουν και ξαναγυρνάμε Ελλάδα. Είχα μόλις τελειώσει το δημοτικό.
Με το που γυρνάμε οι γονείς μου χωρίζουν και ξεκινάνε και τα δικά μου προβληματικά χρόνια, τα δύσκολα, γιατί μπερδεύτηκα με τις συμμορίες στους δρόμους. Δεν ήξερα ελληνικά και τα παιδιά με φώναζαν «αμερικάνο» και «τατουαζάκια» για χρόνια. Με παρέδωσαν στη γιαγιά, μια πολύ καλή γυναίκα που την έκανα ό,τι ήθελα και από τα 12 μέχρι τα 19 έκανα ό,τι μπορεί να φανταστεί το κεφάλι σου. Δοκίμασα όλα τα ναρκωτικά, τα πούλησα όλα, τα ήπια όλα.
Δεν μου είχε μιλήσει ποτέ κανείς για Θεό, για Χριστό, δεν ήξερα τι σημαίνει πίστη, κι αν δεν έχεις πίστη και Θεό δεν έχεις στόχο, τα άεργα χέρια είναι εργαλεία του διαβόλου. Οπότε, δούλευα πάρα πολύ για το διάολο. Έμπλεξα με συμμορίες. Έγινα σκίνχεντ, όχι με τη φασιστική έννοια, παίζαμε ξύλο με αναρχικούς, με πάνκηδες, πηγαίναμε σε πορείες, το’ να, τ’ άλλο… Μετά μπλέχτηκαν τα θέματα, πολιτικοποιήθηκαν με την ΕΠΕΝ και την έκανα.
Ήμουν ένα αγράμματο παιδί, επαναστάτης μεν, αλλά καθόλου πολιτικοποιημένος, χέστηκα δηλαδή για Ναζί και ξέρω ’γω τι. Μ’ άρεσε η Ελλάδα, την αγαπούσα σαν χώρα μου, αλλά όχι με τη ναζιστική υπερβολική έννοια. Δεν ήμουν φανατικός και δεν συμπάθησα ποτέ το Χίτλερ, το θεωρούσα γελοίο, μας γαμούσαν στην Κατοχή και θα καθόμουν εγώ να λέω τζιντγκάεντ;
Πέρασαν αυτά, έσβησαν. Όταν ήμουν 19 πάω στρατό με χίλια ζόρια, ας είναι καλά η μανούλα μου. Είχα να μιλήσω στον πατέρα μου δέκα χρόνια, στη μάνα μου δώδεκα, τέλος πάντων, με έπεισε να παρουσιαστώ. Πήγα στις ειδικές δυνάμεις γιατί δεν ήθελα να καθαρίζω πατάτες και μαλακίες. Παραλίγο θα είχα γίνει αυτό που ήθελα, βάρεσα έναν εκπαιδευτή όμως και με έκοψαν στον πέμπτο μήνα. Το πτυχίο μου το έδωσαν αργότερα οι ίδιοι, τιμητικά. Στη συνέχεια πήγα στους ναρκαλιευτές, ΤΟΛ τεθωρακισμένων, κι έμεινα στην Ορεστιάδα 11 μήνες. Τους μάθαινα πώς να μπαίνουν κάτω απ’ τα άρματα, πώς να κάνουν ελιγμούς, ανατινάξεις, δολιοφθορές, πώς θα εγκλωβίσουν τον οδηγό, διάφορα.
Όταν τελείωσα το στρατό έφυγα για Λονδίνο. Ήμουν 21 χρονών. Εκεί έπεσα ξανά στα ναρκωτικά, Χοντρά αυτή τη φορά, κόλλησα κι έχασα πολλά λεφτά. Στην Ελλάδα γύρισα με μεθαδόνη. Τότε με παίρνει η μάνα μου και με πάει στην «Ιθάκη». Έμεινα μέσα ένα χρόνο και μετά, απ’ τα 22 μου χρόνια, άλλαξε όλο μου το είναι. Γνώρισα το Θεό, ήρθε ο Ιησούς χριστός στη ζωή μου, ήρθαν άνθρωποι σωστοί και γνώρισα επιτέλους την οικογένεια. Δεν θυμάμαι να είχα οικογένεια μέχρι τότε, δεν είχα κάνει ποτέ Χριστούγεννα, ψάρι έφαγα για πρώτη φορά στο στρατό, κοτόπουλο μαγειρεμένο έφαγα 19 χρονών. Μεγάλωσα με πατατάκια, πατάτες τηγανητές, με μερέντα και βούτυρο Κερκύρας. Η γιαγιά δεν ήξερε να μαγειρεύει, πείναγα. Αγόραζα ένα ζευγάρι παπούτσια το χρόνο, γι’ αυτό τώρα αγοράζω αβέρτα παπούτσια και πράγματα. Είχα το κόμπλεξ του μικρού παιδιού που είχε στερηθεί τα πάντα.
Αμέσως μετά με ανακάλυψε ο Γιώργος ο Καρβέλης, ένας προμότερ Έλληνας που έκανε αγώνες και έφυγα για Βέλγιο. Έμεινα τρία χρόνια κλεισμένος στο γυμναστήριο του Μόδενπιγκ, έκανα 26 ημιεπαγγελματικούς αγώνες στο τάε μποξ και κέρδισα τους 24 με νοκάουτ. Ξαφνικά άρχισαν να με θεωρούν μεγάλο ταλέντο. Έτσι γεννήθηκε ο Άντι δε Άντ. Από κει και πέρα άρχισα να εκτιμώ τον εαυτό μου, να διαβάζω βιβλία και να βγαίνει από μέσα μου το χιπ χοπ. Άρχισα να γράφω στιχάκια και να αγαπώ την προσωπικότητά μου σαν μαχητής, αρχίζω να ζωγραφίζω και σιγά σιγά τελειοποίησα την τεχνική μου στο tattoo.
Τελειοποίηση σημαίνει επεξεργασία, γι’ αυτό επεξεργάζομαι τα πάντα, από κει προκύπτει το Λεκτικός Επεξεργαστής. Είναι προέκταση του Άντι δεν Αντ που είναι το πολεμικό στοιχείο, οτιδήποτε έχει να κάνει με χέρια, πόδια, πάλη, όπλα. Ονόμασα το μαγαζί Barcode Tattoo για να εστιάσω στο ότι όλοι θα καρφωθούμε, όλοι θα χτυπηθούμε κάποια στιγμή. Είτε το θέλουμε είτε όχι, θα γίνουμε προϊόντα. Εκτός από το στούντιο που μπορείς να χτυπήσεις, έφτιαξα πρόσφατα και μια κλινική που μπορείς να βγάλεις τα tattoo απ’ το δέρμα σου. Εκεί τα έβγαλα κι απ’ τη μούρη μου για να ισορροπήσω με το Θεό. Αυτό που βάζεις, μπορείς και να το βγάλεις.
Στο Βέλγιο έκανα και άλλες δουλειές. Ξεκίνησα να δουλεύω το πρωί στο καζίνο που είχαν οι αδελφοί Μανεγκάλι, ιταλοαμερικάνοι με αλυσίδα καζίνο. Με προτίμησαν επειδή ήμουν ομορφόπαιδο [78 κιλά, φέτες]. Με πήρε ο ένας απ’ τους δυο δίπλα του και φύλαγα τον ίδιο και την κόρη του. Πολύ κύριος, άνθρωπος ωραίος. Το βράδυ δούλευα στο Λαζίλ, ένα κλαμπ που ήταν VIP, έμπαινες με κάρτα μέσα και τέτοια, τρελή φάση. Άρχισα να κονομάω, ήμουν και πρωταθλητής, με έβλεπαν αλλιώς. Επειδή με είχε έμπιστο ο Μανεγκάλι με έβαλε στις χρηματαποστολές (κάθε δυο ώρες απ’ το καζίνο έφευγαν εκατομμύρια). Σε μια χρηματαποστολή, εκεί που περπατάω, βλέπω να σκάει το κεφάλι του συναδέλφου μου και σκύβω ενστικτωδώς να τον βοηθήσω. Ευτυχώς που έσκυψα και δεν γύρισα να κοιτάξω, γιατί τώρα θα ήμουν κι εγώ νεκρός. Η σφαίρα με χτύπησε στο δεξί ώμο και καρφώθηκε μέσα στο κόκαλο.
Μετά τον τραυματισμό μου πήρα 18 εκατομμύρια σε δραχμές ως αποζημίωση, αγόρασα τα δυο μικρά σπίτια στη Μεσογείων και άνοιξα το Barcode Tattoo. Το ’95. Από κει και πέρα παντρεύτηκα, έκανα δυο παιδιά, εξελίχθηκα. Πήγε πάρα πολύ καλά η δουλειά, άνοιξα και δεύτερο μαγαζί, και τρίτο, πήγα Άμστερνταμ, έστησα κι εκεί ένα, αλλά δεν μπορούσα να το ελέγξω από δω και το έκλεισα. Φτιάξαμε και δισκογραφική εταιρία.
Τα όπλα τα λατρεύω. Επειδή εξελίχτηκα και υπερεξελίχτηκα, δηλαδή μπήκα σε πρωταθλητικό στάδιο σε παγκόσμιο επίπεδο, άρχισα να εκπαιδεύω αστυνομικούς. Κάναμε κλειστά παιχνίδια συγκεκριμένων ομάδων (ΟΠΚΕ, ΕΚΑΜ, απλές δυνάμεις ασφαλείας, δίωξη ναρκωτικών), τους έδειχνα τραβήγματα και ενστικτώδεις βολές, πώς να βγαίνεις απ’ τη γωνία με ασφάλεια για να μην τη φας. Η σχέση μου με τα όπλα άλλαξε με τα χρόνια, αυτά που κάποτε ήταν παράνομα τώρα είναι νόμιμα, είμαι σκοπευτής και πανευρωπαϊκός πρωταθλητής στο MMA (mixed martial arts). Δύο φορές μάλιστα.
Προσπαθώ να μαθαίνω τα παιδιά να επιλέγουν τρόπους, να βάζουν στόχους, να ασχολούνται με τον αθλητισμό και τη μουσική –ό,τι μουσική γουστάρει κανείς, να ακούνε μόνο την εσωτερική τους φωνή και κανέναν άλλο- και προπαντός, μακριά από τα ναρκωτικά!
Δεν υπάρχει τύχη. Τυχερός είναι αυτός που όταν του δοθεί η ευκαιρία είναι πιο κατάλληλα προετοιμασμένος. Κι εγώ είμαι πάντα προετοιμασμένος. Έσο έτοιμος.
Δύναμη μου δίνει μόνο ο Θεός. Είμαι σαν ένα ανοιχτό μπουκάλι που όταν πλησιάζει στην πηγή γεμίζει με ενέργεια και ξεχειλίζει. Αν έχεις το μπουκάλι κλειστό, η ενέργεια χάνεται τριγύρω σου. Ο Θεός είναι αγάπη, αγαπάς κάποιον χωρίς να τον ξέρεις, αυτό είναι που κάνει τη διαφορά.
Κατεβαίνεις με το αεροπλάνο στη Σλοβενία, στη Γαλλία, στο Λονδίνο και βλέπεις πράσινο και ομορφιά, εδώ κατεβαίνεις και βλέπεις τσιμέντο. Παρόλα αυτά τη λατρεύω τη μαλακισμένη την Αθήνα, είμαι παιδί της πόλης. Μεγάλωσα στους Αμπελοκήπους και δεν μπορώ να πω τίποτα άσχημο για την πόλη. Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ να κατέβω στην Ομόνοια γιατί θα πρέπει να τσακωθώ με κάποιον ξένο, λυπάμαι που δεν μπορώ να πάω πια στον Κολωνό, σε περιοχές που κάποτε άραζα και λάτρευα, λυπάμαι που έχουν κάψει την Πάρνηθα. Δυστυχώς η Αθήνα τα επόμενα χρόνια θα είναι ένα μπάσταρδο καζάνι ξένων ανθρώπων. Έχουν έρθει αρρώστιες που δεν υπήρχαν και μας ήταν άγνωστες από Νιγηρίες, Πακιστάν, Ινδίες, γίνεται χαμός.
Η ζωή με μαθαίνει ακόμα. Το μόνο που ξέρω προς το παρόν είναι να μην εμπιστεύομαι κανέναν.
[φωτο: freddie f.]