Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

φακ μαλτίζερς


~ακόμα περισσότερο από την μπόχα που βγαίνει τα πρωινά από την εξώπορτα των διπλανών μου [ποδαρίλα ανακατεμένη με τσιγαρίλα και κάτι άλλο που δεν μπορώ να προσδιορίσω] με αηδιάζουν οι άντρες που μιλάνε με υποκοριστικά [η ντοματούλα, το φαγάκι, το νεράκι, το σκατουλάκι], δηλαδή αν έβλεπα κάποιον να ρουφάει με το καλαμάκι [φτου!] μιλκσέικ με ροχάλες και σκατά θα με αηδίαζε λιγότερο.
~το πιο περίεργο όνειρο που έχω δει τελευταία [και θυμάμαι] ήταν προχθές το βράδυ: έτρωγα αλμυρό τσουρέκι [ελβετικό] και έπινα μιλσκέικ μαλτίζερς κάπου κοντά στη θάλασσα. μόλις εμφανίστηκε αυτή άρχισε να τσιρίζει η πόπη τσαπανίδου και με ξύπνησε στο καλύτερο. από χθες το πρωί όποτε τη βλέπω στην τηλεόραση θέλω να την πλακώσω στις κλωτσιές. επίσης, δεν πρόκειται να ξανακοιμηθώ με ανοιχτή τηλεόραση [από την ακτινοβολία της οθόνης παθαίνεις καρκίνο στον εγκέφαλο].
~το μιλκσέικ μαλτίζερς είναι μια μαλακία και μισή [δοκίμασα σήμερα], ειδικά αν το πιείς μετά από τρία κομμάτια κοτόπουλο με πουρέ στα κέι-εφσί και ένα λίτρο κοκακόλα.
~i wanna touch your heart