Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

μπάμπλς


ο περιπτεράς στο σύνταγμα μπροστά απ' την πιάτσα των ταξί ήταν έξαλλος, φώναζε και έβριζε και οι σταματημένοι οδηγοί προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν, "φρόνιμα" του έλεγε κάποιος, "θα πάθεις κανένα εγκεφαλικό, σιγά την κλοπή" (ένας ταξιτζής του είχε κλέψει ένα κουτί τσίχλες).
πήγα και μπήκα σ' αυτόν που του έλεγε ''φρόνιμα''.
στο δρόμο και μέχρι να φτάσουμε στην καλλιδρομίου μου είπε την ιστορία καμία δεκαριά φορές, την διηγήθηκε και στο τηλέφωνο [σε άλλους ταξιτζήδες, με τα ίδιια ακριβώς λόγια] και μετά θυμήθηκε έναν ταξιτζή που -εκεί που περίμεναν- πήγε και πήρε μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα απ' τα σκουπίδια και την έφαγε. "βρήκε κι ένα πλαστικό κουτί με καφέ και το κούνησε να δει αν έχει μείνει μέσα για να το ρουφήξει". ήταν άδειο.
"και δεν του έδινες λεφτά να αγοράσει μια τυρόπιτα;" του είπα [δεν είναι ευγενικό να μην ανταποκρίνεσαι όταν σου μιλάνε].
"μπα", μου είπε, "δεν πείναγε, απλά είναι βρομιάρης".
μετά θυμήθηκε ένα περιστατικό που μου έκανε κάτι σαν ντεζαβού, γιατί το είχα ξανακούσει απαράλλαχτο από άλλον ταξιτζή πριν από καναδυο χρόνια, εκτός κι αν είχα πέσει στον ίδιο και δεν τον θυμόμουν [ή αν είναι αστικός μύθος]: έξω απ' το παίδων περιμένει μια τσιγγάνα με το παιδάκι της, τους παίρνει ο ταξιτζής επειδή τους λυπήθηκε, τους πάει στο μενίδι, κατεβαίνει η γυναίκα και του λέει "περίμενε, μπαίνω να φέρω λεφτά γιατί δεν έχω πάνω μου". στο μεταξύ αφήνει το παιδάκι μέσα στο ταξί. τότε εμφανίζεται ξαφνικά ο τσιγγάνος-σύζυγος με καραμπίνα, αρπάζει το παιδί και του λέει "φέρε ό, τι λεφτά έχεις πάνω σου και το κινητό και εξαφανίσου".
όταν πήγε η αστυνομία αργότερα βρήκε ένα άδειο σπίτι. οι τσιγγάνοι άφαντοι.
bubbles