Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

this is greece


~η πιο τρομακτική φωνή της ελληνικής τηλεόρασης είναι με διαφορά της βίκης παγιατάκη, όποτε την ακούω θυμάμαι κάτι ξυπνήματα μέσα στα άγρια μεσάνυχτα ή λίγο πριν χαράξει που τσίριζε "γεια σας, είμαι η βίκη παγιατάκη'' -τότε έκανα και έναν μήνα να σβήσω την τηλεόραση, έπαιζε μέρα νύχτα. την άκουγα και σκεφτόμουν μέσα στον ύπνο μου τρόπους να τη δολοφονήσουν [όχι εγώ, άλλος] και πώς θα είναι το κεφάλι της πάνω σε έναν πάσαλο στην εθνική [διάβαζα παράλληλα το βιβλίο για τον βελουχιώτη]. βεβαίως, η παγιατάκη μου ήταν πάντα πιο συμπαθής από την άλλη που έβλεπα τα καλοκαίρια να τρώει στα κοτόπουλα του θεολόγου και μου θύμιζε τη γιαγιά μου την κατερίνη [σακατεύτηκε από χιονίστρες και πέθανε], η οποία κάθε χρόνο γινόταν όλο και πιο νέα, ολο και πιο νέα, μέχρι που έκανε φριζ και έγινε σαν μάσκα. αγνώριστη και απροσδιορίστου ηλικίας. τι να κάνεις, αυτά έχει η επιτυχία. θέλω να πω ότι τις αστρολόγους τις θεωρούσα πάντα τις πιο αντιπαθητικές φιγούρες της τηλεόρασης και τις πιο άχρηστες. το περίεργο είναι ότι όσο πιο άχρηστος είσαι, τόσο πιο πολλά λεφτά βγάζεις -όχι μόνο εδώ, διεθνώς.
~μοίραζα πρωί πρωί σε φίλους και γνωστούς το νέο πολύ ωραίο τραγούδι του καριμπού και μου έστειλαν για ανταπόδωση [o n n] αυτό το άλμπουμ του καριμπού απ' την καρδίτσα, του μίμη γκιουλέκα. μετά έκανα google και βρήκα αυτό το ποστ με την ανταπόκριση απ' το θεσσαλικό κάμπο, που λέει μεταξύ άλλων:
ΜΙΜΗΣ ΓΚΙΟΥΛΕΚΑΣ! Ο θρύλος των σκυλάδικων. Ο μεγάλος. Ναι, έχει κάνει και στη στενή. Ναι, του αρέσει η μαστούρα (σεξ, ναρκωτικά, και μπουζούκι εντ ρόλ). Αλλά για τον εαυτό του μόνο, γιατί στο αξέχαστο τραγούδι του «βρε παπαδιά βρε παπαδιά τι μαστουριάζεις τον παπά;» δείχνει όσο να πεις μια κοινωνική ευαισθησία –να μην πω ότι υπενθυμίζει ότι το λιβάνι που καίνε στις εκκλησίες περιέχει τετραϋδροκανναβινόλη (την ίδια δραστική ουσία με το χασίς· όπερ εξηγεί πώς και γιατί κολλάνε τόσες γριές με την εκκλησία –με τη σύνταξη πείνας που παίρνουν πώς να μπορέσουν να τα αγοράσουν μόνες τους;). Φεύγω από το θέμα μου όμως…
Μίμης Γκιουλέκας. Άνθρωπος της πιάτσας, ντυμένος στα λευκά με την πορτοκαλί γραβάτα να είναι ασορτί με το ποτήρι ουίσκι που κρατούσε (βλέπε φώτο). Κούρεμα απολιθωμένο από τη δεκαετία του ’80 να πλαισιώνει αυτό το βασανισμένο από τη νύχτα πρόσωπο. Κινήσεις αργές, βαριές, σαν να είχε αρθρίτιδα στην προχωρημένη της μορφή.
Ρεπερτόριο: τεράστιο. Τραγούδησε απ’ όλα. Και δημοτικά και ποντιακά και μοντέρνα και σκυλάδικα 3ης ως 33ης κατηγορίας. Με φωνή βαριά, χαμόγελο δυσκοίλιο, βλέφαρα χαμηλωμένα, τα χείλη να φιλάνε το μικρόφωνο. Τα είπε όλα ο Μίμης. Και έλαμπε σαν σταρ, ανάμεσα στους συμπαθέστατους κομπάρσους: τη νέα και αδύνατη τραγουδίστρια που βγήκε μέσα από σύννεφα καπνού – σούπερ μίνι φόρεμα, μαλλί περμανάντ και βάψιμο έντονο – τον γουόναμπι Μίμης με τα παχάκια να πέφτουν πάνω από τη ζώνη, που κατέβαζε το μικρόφωνο πάνω από τα κεφάλια μας σαν μπουμ στα γυρίσματα σουρεαλιστικής κωμωδίας για να τραγουδήσουμε μαζί του (ύψιστη τιμή σε σκυλάδικο, απ’ ότι έμαθα μετά), τη λουλουδού που έριχνε δίσκους με γαρύφαλλα στους τραγουδιστές και τους θαμώνες".
~ο neil young στις 9/7 στο rockwave [η πηγή εδώ].
καλημέρες.