Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

la vie en rose


η χρονιά μπήκε λίγο περίεργα με μια μίζερη λιακάδα, ατμόσφαιρα μεγάλης εβδομάδας, ανθισμένες τουλίπες [!] και λίβα [σκατόλιβα]. ο άρρωστος ήλιος με αέρα είναι ό,τι χειρότερο μπορεί υπάρξει -μετά τον καύσωνα με αέρα, εννοείται.
επίσης, τα σημάδια δεν ήταν και τόσο καλά: έχω τύχει σε τρεις κοπές βασιλόπιτας μέχρι τώρα και στην πρώτη το φλουρί έπεσε στο κομμάτι του φτωχού, τη δεύτερη στου σπιτιού και στην τρίτη είχαν ξεχάσει να βάλουν. εκεί που αναθεματίζαμε την τύχη όμως, ανακάλυψα ότι έχω κερδίσει 8 ευρώ στο λαχείο που όσο να' ναι δεν είναι και τίποτα. παίρνεις δυο κυριακάτικες εφημερίδες ή βάζεις κι άλλα τόσα και παίρνεις τέσσερα ροξάκια απ' τον χατζή [δεν φτάνουν να πάρεις ούτε ένα καταΐφι-καϊμάκι].
το συναρπαστικό ξεκίνημα συνεχίστηκε με δυο μέρες τέζα στον καναπέ, μελομακάρονα και ένα σερί ταινιών που είχα ξεκινήσει να δω καμιά δεκαριά φορές και τις είχα παρατήσει. είδα ακόμα και το ζωντανό θρύλο με το will smith και το le chignon d' olga [που πολέμαγα να το τελειώσω χρόνια ολόκληρα]. μόνο τον πολίτη κέιν δεν κατάφερα να φτάσω μέχρι τη μέση [και μάλλον δεν θα το ξανα-επιχειρήσω, μπορώ να ζήσω μια χαρά και χωρίς να τον έχω δει].
ψάχνοντας στο google να βρω μια αξιοπρεπή έκδοση του ''καιρού των τσιγγάνων'' στην πεντάωρη version [δεν υπάρχει] πέτυχα αυτό το μπλογκ με το ''λεξικό του κάμπου'' και νομίζω ότι ακόμα κι αν τα πιο πολλά έχουν κυκλοφορήσει, αξίζει να τα δει κανείς μαζεμένα:
yo man! = πού συσύ, ε;
βλάκας = σιούτος
πανύβλακας = σιούρδος/χάπας
βλάκας με περικεφαλαία = γκιζντάνι/γκίζας
γκάου = κτουκ
γκάου μπίου = γκαΐν'
ούφο = ταγάρας
κουκουρούκου = γκαγκάς
σιωπηλός τύπος = μούγκαβος
φευγάτος/στην κοσμάρα του = το 'χει αντάρα
καμένος = φουρτακιασμένος
έκαψε φλάντζα = παρατόρσε
χοντρούλης με σφιχτό κορμί = τσουπωτός
ακούραστος εραστής = βαρβατσέλ'
skinhead = γούλης
κορίτσι με λεπτές γάμπες = κλιτσινάρω
κορίτσι με χοντρές γάμπες = νταμτζάνα
μαλακισμένη = γίδα
εύκολη γκόμενα = βαζένκο
πεταμένη = μπάζο
τι νέα,ψιψίνα; = έι, γατούλ'!
μωρό μου = ζγούρι μου
ψιλόλιγνη, μυταρού, άσχημη = γκαλιαμάνα
το μωρό με κάνει ό,τι θέλει = είμαι χλιάμπουρας
την είδε και καλά γκόμενα = τσουτσουλώθκε
έγινε φάση = έγινε μουχαμπέτ'
φασωθήκαμε = μαρκαλώθκαμε
καύλα, λύσσα, έλλειψη σεξ = γκαργκάνα/φουρτάκα
γλείψε μου το στήθος = ματσάλαμ' τα βζά
τον ήπια = με έφαγε η χαρχάλα
έφαγα ήττα = κατάπια γκουστέρα/κατάπια μπακακάκια
μη μου λες μαλακίες = άι κατούρα τα ποδάριασ’
έπεσα πάνω στην γκόμενα τυχαία = ντηνμπλιάτσιαξα
κατσικώθηκε σπίτι μου = μπαστακώθκε/βούνιασε
είμαι too busy, έχω σύσκεψη = τρώω χαμάλα
είμαι down, δεν έχω κέφι = ζαπακιάσκα
βγες έξω επιτέλους = ξεμπούχνιασε!
φρέντο γλυκό με σιρόπι = φρέντο γλυκό χωρίς να κρατσανάει η ζάχαρ
κους κους, μπίρι μπίρι σε καφετέρια = μασλάτι
στο beach bar με βάρεσε ο ήλιος κατακέφαλα = λιβακώθκα
δίψασα = γκάρλιαξα/στέγνωσε η καταπιόνα μου
πάμε μπαρότσαρκα; = φουρλατάμε; σοκακεύουμε;
το κλαμπ έχει ουρά για να μπεις = βαράει στρούγκα
γίνεται χαμός = γίνεται σύστριχο
περνάμε τέλεια, ουάου! = την περνάμε κοτσάν’!
γαμάτο track = κλαίει το κλαρίνο
μπες στη φάση = καβάλα το γαλίκ
ο dj έπαιξε χάλια = μας κλάρσε τ'αυτιά
έντονο χασμουρητό, βαρεμάρα = ξετσαούλιασμα
μεθυσμένος, ζάντα = κρούπ’
μου την είπε = με χαντάκωσε
μου έπεσε λίγο βαρύ το σκηνικό, με χάλασε το σκηνικό = γκαργκάνιασα
έγινε μπάχαλο = έγινε μάχ'/έγινε μπερδεψιό
έγινε τσαμπουκάς = έπεσε ματσούκι/έπεσε στλιάρωμα
την άκουσα = ζαβλακώθκα
την άκουσα μέχρι λιποθυμίας = μ’ ήρθε αχάμνα/ζακάτησα
έχω hangover = αντραλίσκα
hangover = αντράλα
[όλα εδώ].
καλό μήνα, καλή χρονιά, καλή δεκαετία για όλους.