Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

γκραφίτο [συνοσία]



~φυτολόγιο:
τη μία και μοναδική φορά στη ζωή μου που αγόρασα αβοκάντο [είναι ανεξήγητο το γιατί, έτσι κι αλλιώς τα μισώ τα αβοκάντο] φύτρωσε κι έγινε ολόκληρο φυτό [αυτό στην πάνω φωτο]. αφού έμεινε μέσα στη σακούλα στη λεκάνη του ψυγείου για κανα μήνα, έγινε καφέ και ζαρωμένο, περίπου σε υγρή μορφή -όταν το πήρα είδηση και το έπιασα να το πετάξω μου διαλύθηκε στα χέρια. την επόμενη μέρα, την ώρα που πέταγα απ' το μπαλκόνι τη σακούλα με τα σκουπίδια στον κάδο από κάτω [απλά σημαδεύεις να πέσει στην τρύπα], πρόσεξα ότι μέσα από το ανοιχτό κουκούτσι ξεχώριζε ένα μικρό βλαστάρι και μια ρίζα. το έβαλα σε μια παλιά γλάστρα, το σκέπασα με χώμα και... βρέθηκα με μια αβοκαντιά [τώρα είναι περίπου τριών εβδομάδων].
~ξεκίνησα να ξεφυλλίζω το νέο βιβλίο του παύλου μάτεσι -το graffito- και το τέλειωσα μονορούφι, είναι απ' αυτά που αν τα πάρεις στην τουαλέτα μπορεί να κάτσεις εκεί μέσα όλη μέρα [το συγκεκριμένο είναι μικρό και δεν χρειάζεται πάνω από καναδυό ώρες]. μιλάει για ένα λοιμό που ξεπάστρεψε όσους βρίσκονταν μέσα στην ελληνική βουλή, εκτός απ' τις κότες. και ξεκινάει ακριβώς έτσι:
ήρθε ο λοιμός
στις δεκαοχτώ δεκεμβρίου μηνός, ημέρα που χιόνιζε απαλά σε όλο το έθνος και έκανε άγριο κρύο, εκδηλώθηκε στην κρατική βουλή του έθνους μία θανατηφόρος μεταδοτική ασθένεια και πέθαναν διαδοχικά όλοι οι κάτοικοι της βουλής σε ημέρα απαρτίας, υπουργοί, κυβερνήτες, βουλευτές, σερβιτόροι, καθαρίστριες της εθνικής τουαλέτας, οι λοιποί υπάλληλοι, καθώς και οι τριακόσιοι φρουροί των τριακοσίων πατέρων του έθνους. ομοίως κόλλησαν ακαριαία και πέθαναν, με δόσεις, και με εφ΄ όπλου λόγχη, οι διακόσιοι εξήντα χωροφύλακες, ομοίως, οι οδηγοί, όλοι τους χωρίς σειρά προτεραιότητας, ούτε αναλόγως με βαθμό και επετηρίδα.
ο θάνατος ολοκληρώθηκε σε τρεις ή τέσσερεις ημέρες. [...]
~το graffito είναι ένα αιρετικό μυθιστόρημα, ξεκαρδιστικό, το πιο απολαυστικό του από τη μητέρα του σκύλου. κι εδώ είναι ένα ακόμα απόσπασμα:
η μοναχή πανσέμνη της μονής τεκνοπαιδίου
στη μονή τεκνοπαιδίου όλα έβαιναν χαλαρά, ευλαβικά και επικοινωνιακά. ο λοιμός δεν καταδέχεται αδελφές, ο λοιμός είναι για τους λαϊκούς, είπε η ηγουμένη θεοτέκνη την προηγουμένη. και την επόμενη απόδήμησε [νευροφυτικά]. την ενταφίασαν στις βραγιές με τα ζαρζαβατικά -τα όσια σώματα είναι το τέλειο βιολογικό λίπασμα. και πάνω στο μήνα, στις βραγιές έσκασε μύτη ένα αχνό πρασινωπό χνούδι -τι βιαστική που μου είσαι, οσία ηγουμένη μου και μακαρίτισσά μου, σχολίασε η αδελφή-μοναχή που το επότιζε [το καλογερικό της ψευδώνυμο πανσέμνη, η μνήμη της, βοήθειά μας εορτάζεται ιουνίου δέκα].
και διακόπτει το πότισμα. δεν εγνώριζε πώς της επήλθε αυτή η φιλοσοφία, όμως της την είχε στείλει θεία φώτιση, και αναπήδηξε σύγκορμη. τι κάθομαι! στον έξω κόσμο βράζει η ασθένεια και εγώ η εγωίστρια αδρανώ! ιδού η ευκαιρία σου, τούλα [ήταν το κατά κόσμον όνομά της], τι κάθεσαι μωρή ολιγόπιστη! μονολόγησε.
η αδελφή πανσέμνη είχε μία φιλοδοξία μόνο: να καταστεί οσιομάρτυρας. τόσα πράγματα στερήθηκα να μπω στο μοναστήρι, έλεγε εις εαυτήν, να μην γίνω τουλάχιστον οσιομάρτυς! τώρα, να η ευκαιρία. έτσι και κολλήσω μπαίνω σαν βουάρ στο μαρτυρολόγιο. μπορεί μέχρι και οσία! δεν είχε απαιτήσεις για πρωταγωνίστρια [αγία], μη μεγαλοπιανόμαστε αδελφή, της είχε τονίσει η ηγουμένη. εάν γίνω εγώ οσία, θα μεσολαβήσω για σένα... να σ'έχω στο πλάι μου εκεί πάνω. συνοσία.
το θέμα είναι, διαλογιζόταν, να βρω έναν άντρα να μου μεταδώσει την ασθένεια. ή και δύο. ή και χίλιους άντρες, σκοτίστικα, εγώ δεν ποθώ άντρα, ας με πηδήξουν όσοι θέλουν, θα τους αγνοήσω, τους προκαλώ μάλιστα, εμένα με ωθεί ο πόθος να γίνω μάρτυρας -τα άλλα, ματαιότης ματαιοτήτων. [...]
~οι δύο μικρές φωτο είναι από τις διαφημίσεις της lego για ''μεγάλους''.