Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

πίκατσου


~την απορία αν ο πίκατσου έχει όντως μουνί μου την έλυσε ο έντεκα προχθές το πρωί, ορίστε κι η απόδειξη [ναι, έχει -και τελικά ήταν η πίκατσου].
~«καραμέλες μέντας με γεύση κανέλλας, με ζάχαρη». έτσι μεταφράζουν στα ελληνικά το «tastefully intense mints» στο πίσω μέρος του πολύ ωραίου μεταλλικού κουτιού των barkleys που κυκλοφορούν σε κάποια περίπτερα της αθήνας [έχει στο ψιλικατζίδικο βουλής και μητροπόλεως, απέναντι ακριβώς από το πρώην υπουργείο παιδείας*]. το κουτί είναι πολύ πιο χρήσιμο απ’ ό,τι μπορείς να φανταστείς: για να αποθηκεύεις τα usb στικάκια π.χ. ή να κρύβεις το σταφ για τους μπάφους, παίρνουν και γεύση δυόσμου ή κανέλλας, διαλέγεις και παίρνεις –του δυόσμου είναι πιο όμορφο, αλλά οι παστίλιες κανέλας είναι ανώτερες σε γεύση.
~moneyman.
~πόσες πιθανότητες υπάρχουν να πετύχεις στην αθήνα τον ίδιο ταξιτζή στη σειρά, μία στις 16 χιλιάδες; ε, σε δυο διαδοχικές μέρες πέτυχα μπίνγκο: τον ίδιο τύπο, στην ίδια περίπου κατάσταση, στο ίδιο σχεδόν σημείο. του μίλησα για τη μέρα της μαρμότας αλλά δεν κατάλαβε και βαριόμουν να του εξηγήσω. τα ταξί της αθήνας είναι –λέει- 16 χιλιάδες, αλλά υπάρχουν και δυο χιλιάδες παράνομα, δεν κατάλαβα αν είναι 16 + 2, ή τα παράνομα συμπεριλαμβάνονται στις 16 χιλιάδες.
~στο ταξί που πήρα προχθές έξω απ’ το σπίτι μου ήταν ήδη μια μεγαλοκοπέλα, καλοντυμένη, που πήγαινε κάπου στο κολωνάκι. δεν είχα ακούσει πού, αλλά ο οδηγός μου ξεκαθάρισε ότι θα έκανε μια παράκαμψη για να πάμε σύνταγμα. συμφώνησα. κάποια στιγμή, κι ενώ είχε μόλις στρίψει στην ομήρου, ακούω την μεγαλοκοπέλα να φωνάζει «πού με πάαααας; δεν σου είπα αναγνωστοπούλουυυυυ;». ο ταξιτζής ήταν πολύ ψύχραιμος κι ευγενικός, της ζήτησε συγγνώμη και ετοιμάστηκε να κάνει κύκλο για να την πάει εκεί που ήθελε [δέκα βήματα με τα πόδια], αυτή είχε πάθει υστερία και ούρλιαζε «αν δεν βιαζόμουν δεν θα είχα πάρει ταξίιιιιι» και κάτι ακαταλαβίστικα, -μόνο που δεν τον πλάκωσε στις ανάποδες. άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε, την βρόντηξε πίσω της με δύναμη κι έφυγε βρίζοντας. ο ταξιτζής [τέρας ψυχραιμίας] της έλεγε «συγγνώμη κυρία μου, δεν κατάλαβα καλά», για μια στιγμή νόμισα πραγματικά ότι έβαλε τα κλάματα.
συνέχισε να οδηγάει αμίλητος.
λίγο πριν φτάσουμε στο attica, άνοιξε το στόμα του και μου είπε “ένας ταρίφας είναι καταδικασμένος να έχει πάντα άδικο”, που ακούστηκε πολύ πομπώδες και μελοδραματικό, αλλά μετά που το σκεφτόμουν ήταν απλά η αλήθεια. κι όταν τον πλήρωσα κι ετοιμαζόμουν να φύγω μου είπε “και να είσαι σίγουρος ότι αν ήταν άντρας δεν υπήρχε περίπτωση να αντιδρούσε έτσι”. ήταν η δεύτερη γενικότητα σε δυο λεπτά, η οποία σήκωνε πολύ κουβέντα και κρίμα που δεν είχα χρόνο για περισσότερα [αυτές οι σεξιστικές συζητήσεις -ακόμα κι αν λες πράγματα που δεν τα εννοείς- είναι μία από τις πιο μεγάλες απολαύσεις της ζωής].
χθες το πρωί στη θεμιστοκλέους κάνω στοπ σε ένα ταξί, σταματάει, μπαίνω μέσα και βλέπω τον ίδιο ταξιτζή που ήταν την προηγούμενη ψύχραιμος και ευγενικός, αγνώριστο, σε πολύ κακή διάθεση. με κοίταξε και μόλις με γνώρισε ηρέμησε [η οικειότητα που αποκτάς με έναν άγνωστο που σας συνδέει μόνο η υστερία μιας τρελής μοιάζει κάπως με συνομωσία], μου έδωσε να διαβάσω ένα ροζ χαρτί και περίμενε σχόλια. ήταν μια κλήση των 350 ευρώ [ήταν 700, αλλά του είχαν κάνει έκπτωση] επειδή τον γράπωσαν την ώρα που πέρναγε με κόκκινο. «ξέρεις πόσα κόκκινα περνάω κατά μέσο όρο την ημέρα;» με ρώτησε. «7-8, αλλά πρώτη φορά με πιάνουν». μετά μου μίλησε για την άλλη κατάρα των ταξιτζήδων, τις αυστηρές ποινές του κώδικα που τους έχουν λιανίσει. όταν τον πλήρωσα και κατέβηκα μου είπε ότι του είχαν πάρει και το δίπλωμα. του ευχήθηκα καλή τύχη -προσωπική και στον κλάδο- και χαιρετηθήκαμε.
~*πέρασε πολύς καιρός για να συνειδητοποιήσω ότι το κτίριο-φάντασμα που βλέπουμε απ’το παράθυρο της τουαλέτας στη δουλειά και έχω χαζέψει άπειρες φορές όταν κατουράω, είναι το πρώην υπουργείο παιδείας. γενικά, έχω ένα πρόβλημα με τον προσανατολισμό. άλλο τόσο καιρό μου πήρε να καταλάβω ότι ο δρόμος που βλέπω στο βάθος απ’ το πίσω μπαλκόνι στο σπίτι μου είναι η σπύρου τρικούπη.
~μι εντ δε ντέβιλ