Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

vintage


Σάββατο βράδυ στο Ζάππειο, ένα νεαρό ζευγάρι νεόνυμφων ποζάρει στα σκαλιά του μεγάρου, παίζοντας με έναν αδέσποτο σκύλο. Στα παγκάκι πιο πέρα μια παρέα που μιλάει ρώσικα πίνει σαμπάνια σε πλαστικά ποτήρια, γύρω τους υπάρχουν άδειοι κάλυκες από πυροτεχνήματα. Είναι νύχτα και το πάρκο έχει μια περίεργη κινητικότητα, κάποιοι πλησιάζουν και χαζεύουν τη φωτογράφιση. Το ραντεβού με τον Βασιλικό είναι στην Αίγλη, ανάμεσα σε καλοντυμένα ζευγάρια μεσήλικων, έξω, επειδή μέσα απαγορεύεται το κάπνισμα. Ο Βασιλικός αυτές τις μέρες κυκλοφορεί τον πρώτο προσωπικό του δίσκο, ένα εξαιρετικό άλμπουμ με 13 κομμάτια που, όσο καχύποπτος κι αν είσαι ακούγοντας τη λέξη «διασκευή», αποκλείεται να μη σε γοητεύσουν. Κλασικά και πασίγνωστα, ερμηνευμένα με έναν τρόπο που είναι εντελώς σημερινό, από το «Across the Universe» μέχρι το «All tomorrow's parties», το «Nature boy», το «Famous blue raincoat», το «Sealed with a kiss» και το «You are my destiny», όλα πιστά στο πνεύμα του πρωτότυπου. Πίνει πράσινο τσάι για να συνοδέψει τα χάπια για το κρύωμα και μιλάει για τις σπουδές του στην ψυχολογία και τις εναλλακτικές θεραπείες, το όνειρό του να δουλέψει με ανήλικους στις φυλακές, να τους βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορεί, για τον Morrissey και τους Smiths, που εξακολουθούν να μην ξεπερνιούνται. Κι εκνευρίζεται με τα μηνύματα που φτάνουν στο κινητό του για να στηρίξει Σαμαρά, «δεν ξέρω πώς βρήκαν το νούμερο» λέει, «είμαι έξαλλος γιατί υποτίθεται ότι το έχω απόρρητο».
Τον ρωτάω γιατί ο πρώτος του δίσκος περιέχει μόνο διασκευές, μήπως αυτό παραείναι ασφαλές;
«Γιατί όχι;» μου λέει. «Εξαρτάται πώς θα κάνεις το οτιδήποτε. Έχω ακούσει δίσκους με διασκευές που δεν μου έχουν πει τίποτα, κι άλλους που έχω τρελαθεί. Δεν ξέρω αν είναι ασφαλές ή επικίνδυνο. Πάντως, δεν το βλέπω καθόλου σαν αναμέτρηση. Ακόμα κι όταν διασκευάσαμε Χατζιδάκι δεν το είδαμε σαν αναμέτρηση ή σύγκριση, απλά παίζαμε μουσική, και όλο αυτό βγήκε αβίαστα. Κι αυτήν τη φορά το ίδιο έγινε. Ο δίσκος έχει τίτλο "Vintage, τραγούδια που θα ήθελα να έχω γράψει" και είναι κυριολεκτικός. Ήταν κάτι σαν όνειρο που είχα εδώ και καιρό, μπορεί και δέκα χρόνια, να μαζέψω κομμάτια που μ' άρεσαν πάρα πολύ, που τα έχω ζήσει, που έχουν αποτελέσει σταθμούς στη ζωή μου. Πέρσι το καλοκαίρι βρήκα την ευκαιρία και το χρόνο, τηλεφώνησα στον Clive Martin που είναι ο παραγωγός και του είπα "σκέφτομαι να μπω στο στούντιο, δεν ξέρω τι θα κάνω ακριβώς, θα είμαι ολομόναχος, έρχεσαι;". Μου λέει "πάμε!". Ήρθε στη Γερμανία και δουλέψαμε στο ίδιο στούντιο που είχαμε ηχογραφήσει και το "Reflections". Επιλέξαμε γύρω στα 50 κομμάτια, αρχίσαμε να τα ψάχνουμε ένα-ένα και καταλήξαμε σε αυτά τα 15 (13 στο δίσκο, συν δύο στην ψηφιακή έκδοση, το "It was a very good year" του Sinatra και το "Greenfields"). Κλειστήκαμε εκεί μέσα για 3 εβδομάδες, 17 ώρες την ημέρα, ήταν εξαντλητικό. Οι ενορχηστρώσεις κατέβαιναν στο κεφάλι μου εκείνη τη στιγμή, δεν είχα σκεφτεί τίποτα για κανένα κομμάτι. Απλά το γράφαμε με ακουστική κιθάρα και μετά πέρναγα από όργανο σε όργανο, έβαζα πράγματα. Ήθελα να πιάσω τα τραγούδια απ' την αρχή. Πήρα τη σύνθεση, τον σκελετό, τη μελωδία και τις αρμονίες και το ξαναέχτισα έτσι όπως θα το έχτιζα, αν το έγραφα εγώ. Με τα ακούσματά μου τα τωρινά, με τα όργανα που έχω. Το στοίχημα ήταν να μη βγουν μελό τα κομμάτια των '50s, να μην το παρακάνω, τα χειρίστηκα με έναν τρόπο που νιώθω ότι πέτυχε».
Τον ρωτάω πόσο τον επηρεάζει η γνώμη των άλλων, η δισκογραφική του. «Γενικά δεν με επηρεάζουν», λέει, «ίσως μόνο η γνώμη της μάνατζέρ μου, επειδή την εμπιστεύομαι απόλυτα. Ευτυχώς, μέχρι τώρα οι σχέσεις μου με τις δισκογραφικές είναι άψογες σε αυτό τον τομέα, δηλαδή δεν έχει υπάρξει καμία επέμβαση και πουθενά. Από αυτή την άποψη ήμουν τυχερός».
«Η κριτική με ενοχλεί όποτε είναι επιθετική χωρίς λόγο και φαίνεται να είναι εμπαθής. Νομίζω ότι είναι δικαιολογημένο να είσαι αυστηρός με ένα γκρουπ που έχει βγάλει 6 δίσκους, ο καθένας οφείλει να εξελίσσεται και να καλυτερεύει. Και δεν νομίζω ότι αυτός ο δίσκος θα δώσει σε κάποιον την αίσθηση του πισωγυρίσματος. Επίσης, δεν το βρίσκω κακό να κάνει κάποιος κάτι για να πουλήσει».
Στο στούντιο μπήκε ολομόναχος, «στην ουσία ήταν κάτι που χρειαζόμουν εκείνη την εποχή, θεραπευτικά. Ήταν μια απελευθέρωση. Είχα βρεθεί κυρίως για προσωπικούς λόγους εγκλωβισμένος σε μια κατάσταση και χρειαζόμουν τη μοναξιά μου και ένα είδος εκτόνωσης. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν μπήκα στο στούντιο να φτιάξω δίσκο, μπήκα απλά να παίξω. Η εκτόνωση ήταν η δημιουργία, το ότι βγήκα από κάποια κανάλια όπου ηθελημένα είχα μπει με τα χρόνια. Για 20 χρόνια έπαιζα κιθαριστική μουσική κι ο δίσκος έχει ελάχιστες κιθάρες, ήθελα να παίξω με άλλον ήχο. Δεν νιώθω μουσικός με την έννοια που το νιώθουν άλλοι άνθρωποι, δεν ακούω μουσική απ' το πρωί μέχρι το βράδυ, δεν παίζω μουσική όλη την ώρα, έχω πολλά άλλα ενδιαφέροντα. Κι αυτή την εποχή ακούω μόνο Ντεμπισί».
Τον ρωτάω αν αισθάνθηκε ποτέ να τον ξεπερνάει η εποχή, ότι έχει μείνει πίσω. «Το έχω αισθανθεί ακούγοντας μπάντες που παίζουν πολύ προοδευτικά, τους Dirty Projectors για παράδειγμα, δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο αυτό όμως, παρόλο που πάντα με ενδιέφερε το καινούργιο. Έχω μια στάση περηφάνιας σε αυτό, στο ότι μπορεί να είμαι και λίγο πίσω. Ο βασικός μου στόχος παραμένει η μουσική και μουσική για μένα σημαίνει μελωδία».
«Τα media αισθάνθηκες ότι σας αγνοούν;».
«Όχι, ποτέ. Όποτε δώσαμε τροφή στα media πήραμε feedback. Στον τελευταίο δίσκο ως Raining Pleasure κάναμε κακό πρόμο, γι' αυτό και δεν ασχολήθηκαν πολύ. Οι Raining Pleasure έχουν παράπονο μόνο από τον εαυτό τους, δεν δούλεψαν όσο θα έπρεπε να είχαν δουλέψει. Εμπιστεύτηκαν μερικά πράγματα σε λάθος χέρια, πράγματα που θα έπρεπε να είχαν πάρει πάνω τους εδώ και πολλά χρόνια. Το γεγονός ότι είχαμε 6 δίσκους και είχαμε τα προσόντα να πάμε στο εξωτερικό και δεν το κάναμε, δεν προσπαθήσαμε όσο έπρεπε. Θεωρήσαμε ότι μπορούσαμε να το στηρίξουμε αυτό μόνοι μας, αλλά δεν τα καταφέραμε. Κάναμε κάκιστο πρόμο στον τελευταίο δίσκο μας, γι' αυτό κι ο δίσκος δεν ακούστηκε. Συνεχίζουμε όμως, τίποτα, να ξέρεις, δεν πάει χαμένο. Ήδη, το 2010 έχουμε ορίσει μια μέρα την εβδομάδα που θα δουλεύουμε σε νέο υλικό. Θα μείνω εδώ αυτήν τη χρονιά και θα δουλέψω, στη Γερμανία θα πάω μόνο για διακοπές».
«Σε έχει επηρεάσει η Γερμανία μουσικά;».
«Όχι ως χώρα ή ως κουλτούρα, με έχει επηρεάσει ως το διαφορετικό μέρος από αυτό που ήδη ήξερα, με ξεμπλόκαρε. Βρήκα έμπνευση, γιατί για κάποιο διάστημα την είχα χάσει ανησυχητικά. Με το που έφυγα ήταν λες και ξαναείδα τα ίδια πράγματα αλλιώς. Σαν κάτι καινούργιο.
«Ξένος δεν αισθάνθηκες;».
«Είναι μέρος της γοητείας το να αισθάνεσαι ξένος. Τώρα πια, μετά από τέσσερα χρόνια, δεν αισθάνομαι ξένος. Μου αρέσει το Βερολίνο επειδή όπου κι αν περπατήσεις έχεις χώρο, ανασαίνεις, δεν ακούς κορναρίσματα, έχει μεγάλα πεζοδρόμια, μεγάλους δρόμους, πάρκα, πράσινο παντού. Είναι λες κι έχεις πετάξει κτίρια μέσα στο δάσος. Είναι και το κόστος ζωής πολύ πιο χαμηλό απ' της Αθήνας, τα νοίκια, είναι κι ο κατώτατος μισθός 1.500 ευρώ όταν εδώ είναι 700. Η Αθήνα μ' αρέσει το βράδυ γιατί δεν φαίνεται. Έχει ενδιαφέρουσα νυχτερινή ζωή, αλλά την ημέρα με τον πανικό, τη βρομιά και τον θόρυβο είναι προβληματική. Το καταλαβαίνεις περισσότερο αν έχεις ζήσει σε άλλες πρωτεύουσες. Κι η μουσική σκηνή της δεν είναι σκηνή, είναι αντίσκηνο. Είμαστε πολύ πίσω γενικά, ιδιαίτερα στον μουσικό τομέα. Υπάρχει μια εσωστρέφεια, μια σχιζοφρένεια, γιατί τα "ανεξάρτητα" γκρουπ, ενώ λειτουργούν με τον πιο αντιεπικοινωνιακό τρόπο, ταυτόχρονα θέλουν να γεμίζουν στάδια. Το κόμπλεξ είναι να μη θέλεις να μπεις στο mainstream επειδή θεωρείς τον εαυτό σου underground. Αυτό χαραμίζει πάρα πολλά γκρουπ στην Ελλάδα. Δεν μπορείς να πεις ότι υπάρχει σκηνή εδώ γιατί σκηνή σημαίνει ρεύμα, σημαίνει ένωση, σημαίνει συνεργασία. Οι περισσότεροι λειτουργούν πολύ εσώκλειστα και σε αντιπαράθεση και ανταγωνισμό με τους υπόλοιπους. Ένα πολύ καλό ακομπλεξάριστο γκρουπ είναι οι Modrec, που φέτος είναι η μπάντα της Γαλάνη. Κάνουν αυτό που γουστάρουν και δουλειά μαζί. Το πιο μεγάλο ελληνικό κόμπλεξ είναι με τη λέξη "εμπορικό". Όλοι σε όλα τα επαγγέλματα -γιατί επάγγελμα είναι απ' τη στιγμή που βγάζεις λεφτά, όσα κι αν βγάζεις- είναι δικαιολογημένοι να κάνουν μια εμπορική κίνηση, εκτός από τους καλλιτέχνες. Όταν δώσαμε το κομμάτι στη διαφήμιση έπεσαν όλοι να μας φάνε. Και φαντάσου ότι ακόμα μου σχολιάζουν την εμφάνισή μας στο Fame Story!».
«Αισθάνομαι διασκεδαστής» λέει, «και το λέω με χαρά. Στο live παίζεις με τον κόσμο ένα αθώο παιχνίδι κι αυτό είναι διασκέδαση. Όταν τον βλέπω να δονείται και να υπάρχει ανταπόκριση είναι πάρα πολύ όμορφο, δεν θέλεις να είσαι τίποτα άλλο».
«Ζωντανές εμφανίσεις θα κάνω τον Γενάρη, εβδομαδιαίες παραστάσεις στην Αθήνα για όσο τραβήξει και μετά tour στην επαρχία. Αυτό που εύχομαι είναι να ξαναγυρίσει ο κόσμος στη μουσική. Έφτιαξα τον δίσκο ακριβώς που θα ήθελα να αγοράσω και ν' ακούσω. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που η μουσική έχει αρχίσει να χάνει το αρχικό της νόημα που είναι η συγκίνηση. Βλέπω μια γενιά χαμένη στη μουσική. Το ζητούμενο είναι να ακούς μουσική και να δονείται η καρδιά σου. Αυτή προσπάθησα να φτιάξω...».
εδώ υπάρχει ολόκληρος για ακρόαση με δικά του σχόλια για κάθε κομμάτι...