Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

ο σβουροποιός


Στο σβουροποιείο «Αεικίνητον» υπάρχουν χιλιάδες σβούρες, παντού. Μικροσκοπικές, μικρές, μεγάλες, τεράστιες. Στο όμορφο φυλλαδιάκι-μινιατούρα που συνοδεύει τα πολύχρωμα κουτιά μιλάει για «μια αναπαράσταση, μια μικρογραφία του φυσικού κόσμου. Ο πλανήτης, ο γαλαξίας μας, το σύμπαν το ίδιο περιστρέφονται μέσα σε μια αέναη κίνηση στο χώρο και στο χρόνο και η σβούρα, μπροστά στα μάτια μας μιμείται για λίγα λεπτά την κοσμική δίνη».
Ο Κώστας Μουγγολιάς είναι αρχαιολόγος, μουσικός, ένας από τους ελάχιστους σβουροποιούς στην Ελλάδα. Σου απαριθμεί ένα σωρό ιδιότητες και ο τρόπος που κατέληξε να φτιάχνει σβούρες πριν από μερικά χρόνια είναι ολόκληρο μυθιστόρημα.
«Γεννήθηκα στο Κερατσίνι, στον Πειραιά όπου έμεινα μέχρι πρώτη δημοτικού και μετά λόγω συνθηκών οικογενειακών βρέθηκα σε ένα χωριό των Καλαβρύτων, στην Σκοτάνη», μου λέει. «Μεγάλωσα εκεί με τον παππού μου και τη γιαγιά μου, δηλαδή απ’ τις αλάνες του Κερατσινίου βρέθηκα στα γίδια, κυριολεκτικά. Σε ένα δωμάτιο χωρίς ρεύμα, με γάτες, κότες και τη λάμπα πετρελαίου. Με τα γαλάρια, τυροκομεία κι όλα αυτά. Δεν μέναμε σε κανένα οικιστικό ιστό, μέναμε μόνοι μας μες στο δάσος, μαζί με τα ζώα, γεννούσαν τα γίδια μέσα στο σπίτι. Πήγα εκεί σχολείο, στο μονοθέσιο. Η ζωή μου άλλαξε πάρα πολύ, ο παππούς μου ασχολιόταν με τα ξύλα και τις γλίτσες κι εκεί είχα την πρώτη επαφή με το υλικό. Με το σουγιά άρχισα να σκαλίζω κι εγώ διάφορα μικροαντικείμενα».
«Στην Αθήνα επέστρεψα στην πρώτη γυμνασίου, προσγειώθηκα στη Νέα Φιλαδέλφεια σε ένα δυάρι. Κι επειδή δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω στο δρόμο, να περάσω απέναντι, με έγραψαν σε ιδιωτικό. Ερχόταν το σχολικό, μ’ έπαιρνε και με πήγαινε. Μετά το σχολείο πήγα στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσω αρχαιολογία. Δούλεψα στη Μακεδονία σε διάφορες ανασκαφές, κι ύστερα έφυγα για Ιταλία –άσχετο με αρχαιολογία- γιατί έπαιζα και μουσική. Έχουμε ένα συγκρότημα με γκάιντες και τέτοια. Αλιστράτα λέγεται και τώρα ετοιμάζουμε δίσκο».
«Μεγάλωσα με πρότυπα τον Άρη Βελουχιώτη, τον Καραϊσκάκη και τους δυο παππούδες μου, ο ένας Μικρασιάτης, μουσικός, και ο άλλος αντιστασιακός. Μεγάλωσα με αυτούς βασικά. Σε όλο το δημοτικό τελείωσα τους Ρώσους κλασικούς, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι και Καζαντζάκη. Θυμάμαι ότι στο χωριό έπαιρνα από τη δανειστική βιβλιοθήκη κάτι βιβλία εκδόσεις Σωτήρ, θρησκευτικά βιβλία προπαγάνδας, που έγραφαν ιστορίες για εγκαταλειμμένα παιδιά. Κάποιο βράδυ ήμουν δίπλα στο παραγώνι και διάβαζα μια ιστορία με ένα παιδί που το έχουν αφήσει στο δάσος, μου θύμιζε τη δικιά μου ιστορία, συγκινήθηκα κι έκλαιγα. Όταν έπεσα για ύπνο πήρε ο παππούς μου το βιβλίο, το άνοιξε, είδε να γράφει για ληστοσυμμορίτες και το πέταξε στη φωτιά. Ήταν γενικός γραμματέας στο κομουνιστικό κόμμα της περιοχής! Το πρωί που ξύπνησα είδα δίπλα μου την Αναφορά στον Γκρέκο. Ανοίγω την πρώτη σελίδα και θυμάμαι που έγραφε «Σκύβω μέσα μου κι ανατριχιάζω», η πρώτη κουβέντα. Πήγαινα τρίτη δημοτικού όταν έμαθα τον Καζαντζάκη.
Ταξίδεψα δυο χρόνια στο δρόμο σε όλη την Ευρώπη, με το σάζι, από μέρος σε μέρος, με βάση τη Σαρδηνία. Στη συνέχεια πήγα στο Σινά, έζησα σε μοναστήρι για έξι μήνες. Πέρασα μια φάση τέτοια, φλέρταρα με την καλογερική. Πήγα και στο Άγιο Όρος και μετά επέστρεψα, δούλεψα πάλι σε ανασκαφές.
Για κάποια περίοδο έμεινα απλήρωτος για έξι μήνες, δεν έρχονταν εμβάσματα από οικογένεια κι εξαθλιώθηκα. Έτσι αποφάσισα να σταματήσω αυτή τη δουλειά. Για έξι μήνες να πηγαίνεις στην ταβέρνα και να λες γράψε με στο τεφτέρι ήταν κατάντια. Στην αρχή ήμουν ο αρχαιολόγος της Βεργίνας που όλοι οι ντόπιοι σέβονταν και μετά που δεν είχα φράγκα γέλαγαν μαζί μου. Τα παράτησα. Επέστρεψα στην Αθήνα, δούλεψα σε διάφορες δουλειές, αλλά πάντα είχα πρόβλημα με τα αφεντικά, συγκρουόμουν, δεν μπορούσα να στεριώσω. Σε μια δόση ένας θείος μου που είχε τόρνους έφτιαξε κάτι σβούρες, τις πήρα, βγήκα σε ένα πανηγύρι, τις πούλησα όλες με το που τις έβγαλα, κι έτσι ξεκίνησα. Για ένα αστείο.
Αποφάσισα να το φτάσω στο απόγειο το πράγμα, να κινηθώ στο ίδιο σημείο σε βάθος. Έτσι μπήκα στα περιστρεφόμενα αντικείμενα. Είχε προηγηθεί και μια επίσκεψη στην Τουρκία με δερβίσηδες και με περιδυνήσεις. Γενικά η περιστροφή με τράβαγε. Έτσι άρχισα, πουλώντας στο δρόμο. Η ζωή μου ήταν αυτή. Πούλαγα με το σταντ που λύνεται και μπαίνει σε ένα βαλιτσάκι μικρό και με κυνήγαγε η αστυνομία.
Μετά έφτιαξα το εργαστήριο και συνεχίζω αυτό το πράγμα. Η σβούρα υπάρχει σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, σε όλες τις χώρες, είναι ένα παιχνίδι πρωταρχικό. Στην Αφρική παίζουν με έναν καρπό που τον γυρνάνε, αλλά η πρώτη αναφορά είναι στον Όμηρο. Την έλεγαν στρόμβο, στρόβιλο ή βέμβυκα. Στην Ελλάδα του 20ού αιώνα γνώρισε τη χρυσή της εποχή τη δεκαετία του 50 και του 60. Σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Συλλέγοντας λαογραφικό υλικό από ολόκληρη την Ελλάδα προσπάθησα να συνθέσω τη σβούρα όπως την έφτιαχναν οι παλιοί. Στην παραδοσιακή απαραίτητο συμπλήρωμα είναι το σκοινί και η δεκάρα που είναι ελληνικής κατασκευής. Στη σβούρα από ελιά χρησιμοποιείται αυθεντική «γαρυφαλλόπροκα» από τα στρατιωτικά άρβυλα, την οποία στις δεκαετίες του 50 και του 60 έβαζαν τα παιδιά για καρφί στις σβούρες τους. Έχω κάνει άπειρα ταξίδια σε ολόκληρη την Ελλάδα για να τις μαζέψω. Κατασκευάζουμε επίσης σβούρες από άλλα μέρη του κόσμου, το «δερβίση», τη «χορεύτρια» και τη «βασίλισσα» που είναι σβούρες με υποστήριγμα. Επίσης, δίδυμες σβούρες, μία μικρή τρελή.
Συνεργάζομαι μια ομάδα ανθρώπων που κάνουν διαφορετικά πράγματα, δεν μπορώ να τα κάνω όλα μόνος μου. Από το ξυλουργείο, στον τόρνο, μετά ζωγραφίζονται, λουστράρονται. Η περιστροφή είναι κάτι δύσκολο, κάτι απόλυτο, πρέπει να είναι τέλεια φτιαγμένα τα πράγματα για να γυρνάνε.
Οι πελάτες μας είναι συλλέκτες, μεγάλης ηλικίας, που έζησαν τη σβούρα τις περασμένες δεκαετίες. Τις παίρνουν σαν αισθητικό αντικείμενο βασικά. Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου έχει κόλλημα με τις σβούρες. Οι τιμές τους ξεκινούν από 2 ευρώ μέχρι 1000, συνήθως από 10 μέχρι 50. Είναι ένα αντικείμενο που σε ωθεί να το συλλέξεις.
Είμαι περήφανος γιατί ξεκίνησα το 99 με 200 χιλιάρικα δανεικά και έγινα αυτάρκης από μόνος μου. Πήρα ένα πράγμα μηδαμινό και το έκανα μεγάλο. Καβάτζαρα ένα βουνό που το είχα κληρονομήσει και τώρα περπατάω στις κοιλάδες. Πριν από πέντε μήνες γεννήθηκε ο γιος μου και καταφέρνω να τα βγάλω πέρα μια χαρά. Θα ήθελα μόνο να μάζευα το χρόνο που σπατάλησα από δω και από κει στο δρόμο και στην αλητεία για να έκανα πιο δημιουργικά πράγματα…».
Α, βάλε κι αυτό, μου λέει φεύγοντας: «Παίρνω άριστα στη σβούρα, στα μαθήματα κουμπούρας».
~Το Σβουροποιείον Αεικίνητον είναι στη Φιλαδέλφεια, Εφέσου 30, 2102586852.
www.aeikiniton.gr