[nothing at all]
η ταξιτζού που με πήρε από την αχαρνών φορτωμένο με ένα ταψί μπακλαβά από το κοσμικόν [δεν πήρα γαλακτομπούρεκο, οι word of mouth με έπεισαν ότι ο μπακλαβάς δεν παίζεται] ήταν σαν τη λωξάντρα. δηλαδή τροφαντή, με ένα γέλιο απ' αυτά που λες 'έξω καρδιά' και ξεκινάνε από 'α' και όχι από 'χ' [άααααχαχαχαααααα-κααα-καααα] και απροσδιορίστου ηλικίας [50 κάτι σίγουρα]. μόλις μπήκα στο ταξί έβαλε τις φωνές, νόμισα ότι άνοιξε το κουτί κι έτρεχαν τα σιρόπια, αλλά απλά ήθελε να μου πει ότι μυρίζω ωραία. πολύ ωραία. στην αρχή επέμενα ότι μύριζε το γλυκό, άνοιξα το κουτί να βεβαιωθεί, αλλά δεν ήταν αυτό [εκείνο μύριζε βούτυρο]. έτσι άρχισε να με μυρίζει [''φοράς κολώνια;'' ''μήπως είναι το μαλακτικό;'', ''μπα, κολώνια είναι'']. δεν με ρώτησε τι και δεν της είπα.