Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

πράσινο πορτοκάλι

η ταξιτζού που με πήρε από την αχαρνών φορτωμένο με ένα ταψί μπακλαβά από το κοσμικόν [δεν πήρα γαλακτομπούρεκο, οι word of mouth με έπεισαν ότι ο μπακλαβάς δεν παίζεται] ήταν σαν τη λωξάντρα. δηλαδή τροφαντή, με ένα γέλιο απ' αυτά που λες 'έξω καρδιά' και ξεκινάνε από 'α' και όχι από 'χ' [άααααχαχαχαααααα-κααα-καααα] και απροσδιορίστου ηλικίας [50 κάτι σίγουρα]. μόλις μπήκα στο ταξί έβαλε τις φωνές, νόμισα ότι άνοιξε το κουτί κι έτρεχαν τα σιρόπια, αλλά απλά ήθελε να μου πει ότι μυρίζω ωραία. πολύ ωραία. στην αρχή επέμενα ότι μύριζε το γλυκό, άνοιξα το κουτί να βεβαιωθεί, αλλά δεν ήταν αυτό [εκείνο μύριζε βούτυρο]. έτσι άρχισε να με μυρίζει [''φοράς κολώνια;'' ''μήπως είναι το μαλακτικό;'', ''μπα, κολώνια είναι'']. δεν με ρώτησε τι και δεν της είπα.
οδηγούσε τέρμα αριστερά στο δρόμο σχεδόν ξύνοντας το κράσπεδο, της είχα πει ότι πάω αλεξάνδρας και αυτή πήγαινε ντουγρού στην αχαρνών. πήρα την πρωτοβουλία να της πω να στρίψει στην πατησίων γιατί κοντεύαμε να φτάσουμε στη μάρνης. δεν την ήξερε την πατησίων. συνέχισε πάντως να με μυρίζει.
οδηγώντας την στην πατησίων τη ρώτησα πόσο καιρό οδηγούσε το ταξί. μου είπε δύο μέρες. μετά την οδήγησα στην αλεξάνδρας. πριν κατεβώ με μύρισε μία τελευταία φορά και χεραιτηθήκαμε.
σύμπτωση; το ίδιο βράδυ είδα 'το άρωμα' που έδωσε μια εφημερίδα τρώγοντας τον μπακλαβά, αλλά δεν πρόκειται να ξαναπάρω. αυτό που είναι άπαικτο στο κοσμικόν είναι το γαλακτομπούρεκο.