Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

μια βόλτα, ένα χρονικό και μια καταγγελία


Στο δρόμο για το Πέραμα προσπαθώ να φανταστώ την εικόνα του Ξέρξη να παρακολουθεί τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς το όνομα του πιο «αδικημένου» νησιού του Σαρωνικού. Δεν είναι τουριστικό, δεν είναι δημοφιλής προορισμός για εκδρομές, συνήθως δεν την επισκέπτεσαι αν δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος. Την ώρα που η «παντόφλα» αφήνει το λιμάνι του Περάματος προσπαθούμε να θυμηθούμε ποια ήταν η τελευταία φορά που ήρθαμε στη Σαλαμίνα: η Σ. είχε έρθει στα 17 της για να χαστουκίσει κάποιο ναύτη, -πήγε και τον βρήκε στο πλοίο που υπηρετούσε, τον χαστούκισε και επέστρεψε με την επόμενη «παντόφλα»! Στη δικιά μου μνήμη είχα εικόνες από παράγκες και παραπήγματα κάπου στο εσωτερικό του νησιού, άσχημο τοπίο και δύο σκυλιά να… «ζευγαρώνουν». Είχε φέρει ο αδερφός μου τη σκύλα του να βρει γαμπρό με pedigree και είχαμε περάσει στο εκτροφείο μία ολόκληρη μέρα, ανάμεσα σε γαυγίσματα και μυρωδιές από ούρα. Οι εικόνες που είχα στο μυαλό μου για τη Σαλαμίνα δεν ήταν κι οι καλύτερες, και μάλλον η πρώτη επαφή που έχεις με το νησί στα Παλούκια δεν αρκεί για τις αλλάξουν: τσιμέντο, πλοία του πολεμικού ναυτικού παραταγμένα στα δεξιά, τσιγγανάκια που πουλάνε χαρτομάντιλα, αυτοκίνητα που κατεβαίνουν βιαστικά απ’ την «παντόφλα και «Το Ναυτάκι», το πρώτο μαγαζί που συναντάς μόλις βγεις απ’ το λιμάνι [προφανώς, με είδη για ναύτες]. Είναι Σάββατο πρωί και μόλις ξεφορτώσει το πλοίο το λιμάνι ερημώνει. Και οι δρόμοι το ίδιο. Δεν κυκλοφορεί ψυχή, βλέπουμε μόνο περιπτεράδες και ιδιοκτήτες καταστημάτων (άδειων) με επιγραφές που σε κάνουν να χαμογελάς: «Κουρέματα χωρίς νάρκωση, μόνο με ραντεβού». Ψάχνουμε για χάρτη. Μάταιο. Δεν έχει κανείς. Στον κεντρικό δρόμο περνάμε τρία pet shop απανωτά, δύο μαγαζιά με είδη αλιείας και κυνηγιού –σχολιάζουμε το οξύμωρο της οικολογικής Σαλαμίνας, απ’ τη μία αγαπούν τα ζώα (σε κλουβιά), απ’ την άλλη τα σκοτώνουν- και κάνουμε μία ακόμα απόπειρα για χάρτη στο τελευταίο περίπτερο πριν βγούμε απ’ το λιμάνι. Ο περιπτεράς έχει έναν αλλά δεν μπορεί να μας τον πουλήσει, τον κρατάει για «μαγιά». Πρέπει να δώσει τον συγκεκριμένο να τον ξανατυπώσουν [!].
Οι δυο πλευρές του παραλιακού δρόμου που οδηγεί στο μοναστήρι της Φανερωμένης είναι σπαρμένες με ασφόδελους και το τοπίο –επιτέλους!- αρχίζει να θυμίζει νησί. Πεύκα (γεμάτα κουκούλια), χαμόσπιτα, ανθισμένες αμυγδαλιές, πράσινες πλαγιές με κίτρινα αγριολούλουδα και η θάλασσα που έχει μια ασυνήθιστη ηρεμία. Η διαδρομή μέχρι το σπίτι του Σικελιανού -που εμφανίζεται μέσα στην ερημιά, μοναχικό και καλοδιατηρημένο- είναι όμορφη. Απέναντι ακριβώς είναι το μοναστήρι της Παναγίας της Φανερωμένης, προσφορά του Αγίου Λαυρεντίου, «θυμίαμα εύοσμο, μύρο πολύτιμο» απ’ τον 17ο αιώνα (βοήθειά μας), αυτό που μας τραβάει όμως την προσοχή είναι οι συριστικοί ήχοι από μαρσαρίσματα και μικροσκοπικά αυτοκίνητα που κάνουν κόντρες. Τρεις χομπίστες μοντελιστές κάνουν επίδειξη των οχημάτων τους γύρω από το σπίτι του Σικελιανού, παλεύοντας με τα τηλεχειριστήρια. Είναι οι μόνοι θόρυβοι που σπάνε την ηρεμία και οι φωνές τους «για 2μιση κιλά βενζίνης που έγιναν καπνός». Αναζητούμε τον όρμο των Περιστεριών και τη σπηλιά του Ευριπίδη. Έχει πάει μεσημέρι και κατευθυνόμαστε στην άλλη πλευρά του νησιού, ψάχνοντας κάποιον περαστικό που θα μας δώσει οδηγίες. Κανείς. Μόνο φραγκοσυκιές, μαργαρίτες, πρώιμες παπαρούνες κι ερημιά. Προσπερνάμε ένα ψιλικατζίδικο με την επιγραφή «Μίνι Μαρκετάκι» και σταματάμε για καφέ σε μια απομονωμένη παραλία. Οι ιδιοκτήτες του καφενείου μοιάζουν μάλλον ξαφνιασμένοι, έρχονται να καθαρίσουν τις πλαστικές καρέκλες με μουσκεμένα σφουγγαρόπανα και κρυφακούμε τα τηλεφωνήματά τους. Αναγκαστικά. Οι γάτες που μαζεύονται τριγύρω και τρίβονται πάνω μας γουργουρίζοντας είναι άσχημες και βρώμικες.
Από τη λεωφόρο Αιαντείου -που οδηγεί στην Κακή Βίγλα- μέχρι το Περιστέρια μπορείς να περιπλανιέσαι για ώρες μέχρι να πετύχεις τη στροφή που σε βγάζει στον όρμο. Τη σωστή, οι πιο πολλές οδηγούν σε αδιέξοδα. Στην περιπλάνησή μας με το αυτοκίνητο εμφανίζεται ένα βομβαρδισμένο παλάτι στη μέση του πουθενά. Οριεντάλ σκηνικό, πέπλα που ανεμίζουν στον αέρα και στον στύλο μια ξεχασμένη επιγραφή απ’ την καλοκαιρινή συναυλία του Ρουβά. Το κέντρο Nahar μοιάζει με σομόν φάντασμα που μας τραβάει την προσοχή και σταματάμε να το επεξεργαστούμε. Διαπιστώνουμε ότι το σομόν είναι πολύ αγαπημένο χρώμα των ντόπιων, οι περισσότερες νεόδμητες οικοδομές μοιάζουν με τούρτες γάμου και μάλιστα πολυόροφες. Η επόμενη στάση είναι μέσα στην εξοχή, σε έναν οικισμό από μονοκατοικίες που δύσκολα τα χαρακτηρίζεις σπίτια για παραθέριση. Πολλοί από τους κατοίκους της Σαλαμίνας πηγαινοέρχονται καθημερινά, δουλεύουν στην Αθήνα αλλά επιστρέφουν στο νησί τους [η διαδρομή Πέραμα-Παλούκια από την ώρα που λύνει το πλοίο μέχρι που δένει είναι μόνο 15 λεπτά]. Αυτό που ξεχωρίζει είναι ένα σπίτι 70s αισθητικής με τεράστια ξύλινα παράθυρα που θυμίζει βορευευρωπαϊκό εξοχικό, με κήπο με λαχανικά και ένα παροπλισμένο καραβάκι που χρησιμοποιούν για να δέσουν το σχοινί της μπουγάδας! Ο σκύλος εμφανίζεται με άγριες διαθέσεις, αλλά όταν μας πλησιάζει ξαπλώνει φαρδύς πλατύς και γίνεται…αρνάκι. Η σωστή στροφή για να βγεις στα Περιστέρια είναι λίγο μετά το συνεργείο «Car Styling Fourtozos», πριν από μια μάντρα με πήλινα και ακριβώς στην επιγραφή «κάρβουνα άγρια». Στρίβεις δεξιά και στο αριστερό σου χέρι συναντάς έναν πρώην ανεμόμυλο σε μία από τις πιο όμορφες περιοχές του νησιού, την Κακή Βίγλα. Το τοπίο απίθανο, με αιωνόβιους ελαιώνες, οργωμένα χωράφια και πανοραμική θέα στον κόλπο.
Το ενδιαφέρον μας για τον αρχικό μας προορισμό [τη σπηλιά του Ευριπίδη] εξανεμίστηκε απ’ την πρώτη εικόνα που αντικρίσαμε τον όρμο: μια παιδική χαρά σουρεαλιστική, άδεια τροχόσπιτα, ένα παρατηρητήριο για ναυαγοσώστες, κατασκευές που θύμιζαν τον παραμυθένιο [και εφιαλτικό] κόσμο του Tim Burton. Αυτό που μας περίμενε όμως προχωρώντας στην παραλία ξεπερνάει ακόμα και την πιο τρελή μας φαντασία: απ’ αυτά που πετυχαίνεις στις σελίδες των περιοδικών και τα ζηλεύεις. Μπορεί να μην είναι και Gaudi, να μην σε πιάνει το δέος που σου κόβει τα πόδια όταν αντικρίζεις τη Sagrada Familia, απ' τη στιγμή που περνάς όμως την εξώπορτα για να μπεις στην αυλή μένεις άφωνος. Χρειάζεται αρκετή ώρα για να συνειδητοποιήσεις τι ακριβώς έχει κάνει ο καλλιτέχνης [ένας Πολωνός που ονομάζεται Φέλιξ]. Χιλιάδες ξύλα σε ακανόνιστα σχήματα συνδεδεμένα με τσιμέντο φτιάχνουν ένα γκόθικ κατασκεύασμα [τρίπατο] που θυμίζει βράχο και είναι τέλεια ενσωματωμένο στο περιβάλλον [μέσα στα πεύκα, δίπλα στη θάλασσα], χωρίς σπιθαμή ανεκμετάλλευτη, με εκατοντάδες φυτά, καταρράκτη, γέφυρες, ένα απίθανο playroom στο ισόγειο με λαχανί τζάμι και ενυδρεία χτισμένα στο φράκτη [!]. Πιο φορτωμένο δεν γίνεται, τόσο μελετημένο όμως, που δεν σου αφήνει περιθώρια να το χαρακτηρίσεις κακόγουστο. Ήταν το highlight της εκδρομής και δεν το είχαμε καν στο μέτρο. Την ώρα που τρώγαμε μαρίδες και καλαμαράκια [και μια άθλια σαλάτα μαρούλι που ήταν σαν χαρτί] ο Dirty έπαιζε το ηρωικό «Αναγκάζομαι να κομματιάζομαι», μετά Ρίτα: "μ[ν]ια ζωή πληρώνω αμαρτίες αλλωνών" και ένα τραγούδι που άκουγα για πρώτη φορά και έλεγε "μηδέν σου βάζω στην αγάπη, μηδέν στη συμπεριφορά, δεν συγκινούμαι απ' το δάκρυ, δεν έχεις μέσα σου καρδ[γ]ιά", -μπορεί να μου ξέφυγαν λίγο οι στίχοι, πάντως ωραίο τραγούδι... Η μέρα πέρασε αστραπιαία, είχε πέσει το σκοτάδι όταν πήραμε την «παντόφλα» της επιστροφής κι ο απολογισμός μας βρήκε και τους τρεις ευδιάθετους απ’ την αναπάντεχα απολαυστική βόλτα στη Σαλαμίνα. Όταν βιάζεσαι, ο χρόνος τρέχει…